Ενοριακές δραστηριότητες

20 Ιαν.2020:Ἑορταστική σύναξη τῶν ἐθελοτριῶν τοῦ ΕΦΤ και τοῦ ΚΕΑ

Ἡ ἀδικία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία, ἡ ἀδικία μαζεύει ὀργή Θεοῦ!
Λόγοι Α΄ Ἁγίου Παϊσίου, Κεφάλαιο 4

Ὁ ἄδικος βασανίζεται
Ὁ ἄδικος, καί γενικά κάθε ἔνοχος, ὅταν δέν ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρεῖται ἀπό τήν συνείδησή του καί ἐπιπλέον ἀπό τήν ἀγανάκτηση τοῦ ἀδικημένου. Γιατί, ὅταν ὁ ἀδικημένος δέν τόν συγχωρήση καί γογγύζη, τότε ὁ ἄδικος ταλαιπωρεῖται πολύ, βασανίζεται. Δέν μπορεῖ νά κοιμηθῆ. Σάν νά τόν χτυποῦν κύματα καί τόν φέρνουν σβούρα. Εἶναι μυστήριο πράγμα το πῶς τό πληροφορεῖται! Ὅπως, ὅταν ἕνας ἀγαπᾶ κάποιον καί τόν σκέφτεται μέ τήν καλή ἔννοια, ἐκεῖνος τό πληροφορεῖται, ἔτσι καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση. Ώ, ὁ γογγυσμός τοῦ ἄλλου τόν κάνει ἄνω-κάτω! Καί μακριά νά εἶναι, τί στήν Αὐστραλία, τί στό Γιοχάννεμπουργκ, δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ὅταν εἶναι ἀγανακτισμένος ὁ ἄλλος ἐξ αἰτίας του.

– Ἄν εἶναι ἀναίσθητος;
– Οἱ ἀναίσθητοι λές ὅτι δέν ὑποφέρουν; Τό πολύ-πολύ νά καταφύγουν σέ καμμιά ψυχαγωγία, γιά νά ξεχασθοῦν. Μπορεῖ πάλι ὁ ἀδικημένος νά τόν συγχώρησε τόν ἔνοχο, ἀλλά νά ἔχη μείνει λίγη ἀγανάκτηση μέσα του. Τότε καί ὁ ἴδιος ταλαιπωρεῖται σέ ἕναν βαθμό, ἀλλά ὁ ἔνοχος ταλαιπωρεῖται πολύ ἀπό τήν ἀγανάκτηση τοῦ ἄλλου. Ἄν ὅμως ὁ ἔνοχος ζητήση συγνώμη καί δέν τοῦ τήν δώση ὁ ἀδικημένος, τότε ταλαιπωρεῖται ἐκεῖνος.
Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη φωτιά ἀπό τό ἐσωτερικό κάψιμο τῆς ψυχῆς ἀπό τήν συνείδηση. Τήν βασανίζει καί τήν τρώει συνέχεια μέ τό σαράκι σ’ ἐτούτη τήν ζωή καί πιό πολύ φυσικά θά τήν τρώη στήν ἄλλη ζωή, τήν αἰώνια, “ὁ ἀκοίμητος σκώληξ”, ἄν δέν μετανοήση ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτήν τήν ζωή καί δέν ἐπιστρέψη τίς ἀδικίες του στούς συνανθρώπους του, ἔστω καί μέ τήν ἀγαθή του προαίρεση, σέ περίπτωση πού δέν μπορεῖ μέ ἄλλον τρόπο.
Θυμᾶμαι ἕνας δικηγόρος, πού ἔκανε πολλές ἀδικίες, πόσο βασανίσθηκε στό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμά του σέ μιά ἐπαρχία πού εἶχε πολλούς κτηνοτρόφους. Ἐκεῖ, φυσικά, γίνονταν καί ἀγροζημίες καί πολλοί βοσκοί ἔτρεχαν σ’ αὐτόν τόν δικηγόρο, γιατί μέ πονηρά ἐπιχειρήματα ἔπειθε καί τόν ἀγρονόμο καί τόν εἰρηνοδίκη. Ἔτσι οἱ καημένοι γεωργοί πολλές φορές ὄχι μόνο δέν ἔβρισκαν τό δίκαιο γιά τά σπαρτά πού τούς κατέστρεφαν τά κοπάδια, ἀλλά ἔβρισκαν καί τόν μπελά τους. Ὅλοι τόν ἤξεραν τόν δικηγόρο αὐτόν καί κανείς τίμιος ἄνθρωπος δέν τόν πλησίαζε. Ἀκόμη καί ὁ Πνευματικός νά δῆτε τί συμβούλεψε ἕναν εὐαίσθητο βοσκό.
Ὁ βοσκός αὐτός εἶχε ἕνα μικρό κοπάδι καί μιά σκύλα. Μιά φορά πού ἡ σκύλα εἶχε γεννήσει, ἔδωσε τά κουταβάκια σέ ἄλλους καί κράτησε μόνον τήν μάνα. Ἐκεῖνο τό διάστημα εἶχε χαθῆ μιά προβατίνα καί εἶχε ἀφήσει τό ἀρνάκι της πού θήλαζε. Αὐτό, ἐπειδή δέν εἶχε μάνα, ἔτρεχε πίσω ἀπό τήν σκύλα καί θήλαζε ἀπό αὐτήν, ἡ ὁποία ἔνιωθε καί ἡ ἴδια ἀνακούφιση. Ἔτσι τά δύο ζῶα εἶχαν συνηθίσει καί τό ἕνα ἔβρισκε τό ἄλλο. Ὁ καημένος ὁ βοσκός, ὅσο καί νά προσπαθοῦσε νά τά ξεχωρίση, ἐκεῖνα ἔσμιγαν. Ἐπειδή ἦταν εὐαίσθητος ὁ βοσκός, σκέφθηκε νά ρωτήση τόν Πνευματικό ἐάν τελικά τρώγεται τό κρέας τοῦ ἀρνιοῦ ἤ ὄχι. Ὁ Πνευματικός, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του καί τήν φτώχεια τοῦ βοσκοῦ, σκέφτηκε λίγο καί τοῦ εἶπε: “Τό ἀρνί αὐτό, παιδί μου, δέν τρώγεται, γιατί θήλασε ἀπό τήν σκύλα, ἀλλά ξέρεις τί νά κάνεις;
Ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄλλοι βοσκοί πηγαίνουν δῶρα στόν δικηγόρο τόν δεῖνα ἀρνιά καί τυριά, νά τοῦ πᾶς καί σύ αὐτό τό ἀρνί νά τό φάη. Μόνον αὐτός ἔχει εὐλογία νά τό φάη, γιατί ὅλος ὁ κόσμος ξέρει πού εἶναι ἄδικος”. Ὅταν εἶχε γεράσει πιά ὁ ἄδικος αὐτός δικηγόρος καί ἔπεσε στό κρεββάτι, ὑπέφερε χρόνια ἀπό ἐφιάλτες καί δέν μποροῦσε νά κοιμηθῆ. Τόν χτύπησε καί ἡμιπληγία καί δέν μποροῦσε οὔτε νά μιλήση. Προσπάθησε ὁ Πνευματικός νά τόν κάνη τουλάχιστον νά γράψη τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά εἶχε χάσει καί τόν ἔλεγχο, καί ἀναγκαζόταν νά τοῦ διαβάζη τήν εὐχή τῶν Ἑπτά Παίδων, γιά νά κλείση λίγο τα μάτια του νά κοιμηθῆ. Τοῦ διάβαζε καί ἐξορκισμούς, γιά νά γαληνέψη λίγο, μέχρι πού ἀναπαύθηκε, καί ἅς εὐχηθοῦμε ὁ Θεός νά τόν ἀναπαύση πραγματικά.
Ἡ ἀδικία ταλαιπωρεῖ καί τούς ἀπογόνους
– Γέροντα, ὅταν ἔφυγα γιά μοναχή, οἱ δικοί μου φέρθηκαν ἄδικα. Μπορῶ νά ζητήσω αὐτό ποῦ μου δίνεται ἀπό τόν νόμο;
– Ὄχι, δέν ταιριάζει.
– Φοβᾶμαι μήπως τούς βρῆ κανένα κακό ἀπό τήν ἀδικία.
– Νά, αὐτό εἶναι τό καθαρό φιλότιμο! Ἄν ἤμουν ἐγώ στήν θέση σου, θά τούς ἔλεγα: “Ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου δέν θέλω τίποτε. Τό μερίδιο ὅμως πού μου ἀνήκει, θά ἤθελα νά τό μοιράσετε μέ τά χέρια σας στούς φτωχούς. Δῶστε πρῶτα στούς φτωχούς συγγενεῖς. Σᾶς τό λέω αὐτό, γιά νά μή φθάση στά παιδιά σας ἡ ὀργή τοῦ Θεού”. Γιατί μπορεῖ καμμιά φορᾶ ὁ πατέρας νά δώση κάτι γιά τήν ψυχή του, γιά νά γίνη λ.χ. ἕνα Ἵδρυμα, καί νά μήν ἀφήση κάτι στό παιδί του.
Αὐτός πού μᾶς ἀδικεῖ, μᾶς εὐεργετεῖ
– Γέροντα, πῶς νά βλέπουμε αὐτόν ποῦ μᾶς ἀδικεῖ;
– Πῶς νά τόν βλέπουμε; Σάν ἕναν μεγάλο εὐεργέτη μας, πού μᾶς κάνει καταθέσεις στό Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς κάνει πλούσιους αἰώνια. Μικρό πράγμα εἶναι αὐτό; Τόν εὐεργέτη μας δέν τόν ἀγαποῦμε; Δέν τοῦ ἐκφράζουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας; Ἔτσι καί αὐτόν πού μᾶς ἀδικεῖ νά τόν ἀγαποῦμε καί νά τόν εὐγνωμονοῦμε, γιατί μᾶς εὐεργετεῖ αἰώνια. Οἱ ἄδικοι ἀδικοῦνται αἰώνια, ἐνῶ ὅσοι δέχονται μέ χαρά τήν ἀδικία δικαιώνονται αἰώνια.
Ἕνας εὐλαβής οἰκογενειάρχης δοκίμασε πολλές ἀδικίες στήν δουλειά του. εἶχε ὅμως πολλή καλωσύνη καί ὅλα τα ὑπέμεινε χωρίς νά γογγύση. Ἦρθε κάποτε στό Καλύβι καί μοῦ τά εἶπε. Μετά μέ ρωτάει: “Τί μέ συμβουλεύεις νά κάνω;” “Ἔτσι νά κάνεις, τοῦ λέω, νά ἀποβλέπης στήν θεία δικαιοσύνη καί στήν θεία ἀνταπόδοση καί νά ὑπομένης. Τίποτε δέν πάει χαμένο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀποταμιεύεις στό Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ. Στήν ἄλλη ζωή σίγουρα θά ἔχης νά λάβης γι’ αὐτήν τήν δοκιμασία πού περνᾶς. Ἀλλά νά ξέρης, ὁ Καλός Θεός καί σ’ αὐτήν τήν ζωή ἀμείβει τόν ἀδικημένο. Ἄν ὄχι πάντοτε τόν ἴδιο, ὁπωσδήποτε τά παιδιά του. Ξέρει ὁ Θεός. Ἔχει πρόνοια γιά τό πλάσμα Του.” Ἅμα κάνη κανείς ὑπομονή, ἔρχονται τά πράγματα στήν θέση τους. Τά οἰκονομάει ὁ Θεός. Χρειάζεται ὅμως ὑπομονή χωρίς λογική. Ἀφοῦ ὁ Θεός βλέπει, παρακολουθεῖ, νά παραδίνεται ἐν λευκῶ στόν Θεό. Βλέπεις, ὁ Ἰωσήφ δέν μίλησε, ὅταν τόν πούλησαν οἱ ἀδελφοί του γιά δοῦλο. Μποροῦσε νά πῆ: “Εἶμαι ἀδελφός τους”. Δέν μίλησε ὅμως, καί μετά μίλησε ὁ Θεός καί τόν ἔκανε βασιλιά. Ἅμα ὅμως κανείς δέν κάνη ὑπομονή, εἶναι βάσανο. Ἀπό ‘κεῖ καί πέρα θέλει νά τοῦ ἔρχωνται τά πράγματα ὅπως τοῦ ταιριάζει, ὅπως ἀναπαύεται. Καί ἀνάπαυση φυσικά δέν βρίσκει καί οὔτε τοῦ ἔρχονται ὅλα ἔτσι ὅπως τά θέλει.
Ἐάν κανείς ἀδικηθῆ σ’ αὐτήν τήν ζωή ἀπό ἀνθρώπους ἤ ἀπό δαίμονες, δέν ἀνησυχεῖ ὁ Θεός, γιατί κέρδος προξενεῖται στήν ψυχή. Πολλές φορές ὅμως λέμε ὅτι μᾶς ἀδικοῦν, ἐνῶ στήν οὐσία ἀδικοῦμε ἐμεῖς. Ἐδῶ θέλει προσοχή νά πιάνουμε τόν ἑαυτό μας.

Λόγοι Α΄ Ἁγίου Παϊσίου, Κεφάλαιο 4
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001,

Ἐπεξεργασία κειμένου: π. Σάββας Γεωργιάδης

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου