Ο Άγιος Γεράσιμος γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας και ήταν απόγονος της αριστοκρατικής Οικογενείας των Νοταράδων. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Kαλή. Ο προπάππος του Λουκάς Νοταράς - τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου - ήταν συγγενής εκ μητρός με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το μαρτυρικό Αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Αφού έλαβε πλουσιοτάτη παιδεία, περιόδευσε σε όλους τους ιερούς τόπους της Ελλάδας. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσκύνησε τους τάφους των προγόνων του. Κατόπιν μετέβη στο Άγιο Όρος και εκάρη Μοναχός όπου και σώζεται το σπήλαιο της ασκήσεώς του στην έρημο της Καψάλας (κελλίον Μεγάλου Βασιλείου).

Στους Αγίους Τόπους χειροτονείται ιερεύς και χειροθετείται Αρχιμανδρίτης υπηρετώντας επί 12 έτη στην Αγιοταφική Αδελφότητα και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Επιθυμώντας περισσότερη ησυχία πέρασε στην Κρήτη και κατέληξε στην Ζάκυνθο όπου και παρέμεινε επί ένα δωδεκάμηνο.

Το 1555 έρχεται στην Κεφαλονιά. Ασκήτευσε στο σπήλαιο, στην περιοχή "Λάσση" του Αργοστολίου, επί πέντε έτη. Το 1560 έφτασε στα Ομαλά, όπου και ανακαίνισε το ξωκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ιδρύοντας παράλληλα γυναικεία κοινοβιακή Μονή με πολυμελή αδελφότητα ονομάζοντάς την "Νέα Ιερουσαλήμ".

Χαρακτηριστική είναι η φράση του Αγίου με την οποία νουθετούσε έως εσχάτου αναπνοής: "Τεκνία ειρηνεύετε εν εαυτοίς και μη τα υψηλά φρονείτε".

Εκοιμήθη το έτος 1579 στις 15 Αυγούστου, για λόγους όμως εκκλησιαστικής οικονομίας μετετέθη την επόμενη. Μετά 2 έτη, στις 29 Οκτωβρίου, έγινε η ανακομιδή του λειψάνου. Με την επέμβαση των Παπικών οι Βενετσιάνοι διέταξαν την Β' ταφή. Στις 20 Οκτωβρίου του επομένου έτους έγινε η Β' ανακομιδή του λειψάνου του.

Έκτοτε το ιερό λείψανο παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών και εκτίθεται προς προσκύνηση μέσα σε τζαμένια λειψανοθήκη που ενσωματώνεται σε μεγαλύτερη, ασημένια, περίτεχνη λάρνακα, η οποία είναι τοποθετημένη πάνω από τον τάφο του Αγίου. 

Ἡ ἱστορία τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γερασίμου ξεκινάει στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα, λαμβανομένου ὑπ’ ὅψιν ὅτι ἀπὸ τὸ 1926 εἶναι ἐνορία καὶ ὑπάρχουν πολλές πηγές ποὺ στοιχειοθετεῖται.

Κατά τὰ ἔτη 1945 – 1947, τὸ ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἱερέως Σπυρίδωνος Ζέγγου, ἀνέλαβε καὶ συνέχισε τὴν ἐπέκταση τοῦ μέχρι τότε Ναϊδρίου, καθ’ ὅσον στὴν συνοικία εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ νέοι κάτοικοι καὶ ὅ χῶρος του ἦταν ἀνεπαρκὴς γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό τους. 

Οἱ ἐργασίες ξεκίνησαν, ἔχοντας ἐθελοντὲς πάρα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Κουπονίων, ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ὅλοι σχεδὸν οἱ τεχνίτες τῆς συνοικίας προσῆλθαν καὶ προσέφεραν ἐθελοντικὰ τὶς γνώσεις τους καὶ τὴν ἐργασία τους. Συγκροτήθηκε δὲ, ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν συγκέντρωση χρημάτων, ποὺ θὰ βοηθοῦσαν στὸ κόστος τῆς κατασκευῆς. Στὴν προσπάθεια αὐτὴ, συνέβαλαν ἐργοστάσια παραγωγῆς τσιμέντου, καθὼς καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Συγκοινωνιῶν, με τὴν δωρεὰ καὶ παροχὴ τσιμέντου καὶ σιδήρου ἀντίστοιχα. Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε ἡ κατασκευὴ τοῦ Ναοῦ ἐντὸς διετίας. 

Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1961 ἀποφασίστηκε ἡ κατασκευὴ τοῦ τέμπλου, ἡ ὁποία ἀνατέθηκε στὸν καλλιτεχνικὸ διδάσκαλο τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν, κο Φιλιππότη. Τὸ τέμπλο σχεδιάστηκε πανομοιότυπο μὲ τὸ τέμπλο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου, που βρίσκεται στὸ Προκόπι Εὐβοίας, τὸ ὁποίο εἶχε καλλιτεχνηθεῖ καὶ κατασκευασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο.

Τὸ 1962 ἀνατέθηκε ἡ Ἁγιογράφηση τοῦ Ἱεροῦ Βήματος στὸν ἁγιογράφο κ. Μαυρικάκη, ἡ ὁποία ὁλοκληρώθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 1964 μὲ τὴν ἁγιογράφηση τοῦ Παντοκράτορος στὸν τροῦλο τοῦ Ναοῦ.

Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἁγιογραφήσεως ὁλόκληρου τοῦ Ναοῦ ἔγινε τὸν Μάιο τοῦ 1969.

Ἀπὸ τότε μέχρι καὶ σήμερα, συνεχίστηκαν οἱ ἐργασίες καὶ οἱ ἐπεκτάσεις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, λόγω τῆς αὐξημένης προσέλευσης τῶν κατοίκων της συνοικίας τῶν Ἄνω Ἰλισίων.

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου