Πνευματικά Κείμενα

  Ὁ ἀληθινὸς καὶ ψεύτικος ἑαυτός

Ὑπάρχει ἕνας ἀληθινὸς καὶ ἕνας ψεύτικος ἑαυτός. Πρέπει νά ζοῦμε ἀναζητώντας τὸν ἀληθινὸ εἴτε τὸν ψεύτικο ἑαυτό μας, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὶς διαθέσεις, τὰ κίνητρα, τὶς σκέψεις, τὶς πράξεις, τὶς σχέσεις, τὴν ἴδια τὴν πνευματική μας ζωή.

                Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι ἡ πληγὴ τῆς ὑπερηφανίας -ὁ ψεύτικος ἑαυτός μας- εἶναι «μισανθρωπίας πρόσχημα, ὕψωμα ἀφ’ ἑαυτοῦ καταβαλλόμενον, φαντασία σκιώδης». Δηλαδή: εἶναι προτιθέμενο σχῆμα ποὺ καλύπτει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τῆς μισανθρωπίας· κτίσμα ψηλὸ ποὺ καταρρέει ἀπὸ μόνο του· φαντασία γεμάτη σκιές.

                Γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ γεννήτορας καὶ ὁ ὑποκινητὴς τῆς ὑπερηφάνειας, ποὺ συμπαρασύρει τὸν ἄνθρωπο στὸ παράλογο αὐτὸ πάθος νὰ γίνῃ θεὸς χωρὶς τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, αὐτεξούσιος ὤν, παραδιδόμενος ἐκουσίως στὴν ἐπιρροή τοῦ διαβόλου, ὑφίσταται ἀρνητικὲς ψυχικὲς διαδικασίες, ποὺ συντελοῦν στὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ὑπάρξεως, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, καθιστάμενος ἀνίκανος νὰ περιβάλῃ τὸν κόσμο μὲ τὴν ἀγάπη του.

                Κλείνεται στὸν ἑαυτό του, παίρνει ζωὴ ἀπὸ τὴν δική του πεπερασμένη ζωή, καὶ ἀρνεῖται νὰ δῆ τί συμβαίνει στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, τὸν φόβο, τὴν ἀγωνία, τὸ ἀδιέξοδό του.

                Ἡ φοβισμένη καὶ ἀνασφαλὴς αὐτὴ ψυχὴ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα ἄλλοθι καὶ βρίσκει καταφυγὴ καὶ ἐπισφαλὴ ἀσφάλεια σὲ μιὰ ἐξωτερικὴ εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅταν μάλιστα καταφεύγῃ στὴν τήρηση τῶν θρησκευτικῶν ἐντολῶν. Ἡ τυπικὴ ὅμως ἀρετή του δὲν εἶναι ἔκφραση ζωῆς ἐν Χριστῷ. Εἶναι προσπάθεια νὰ ἀναπληρωθῆ ἡ ἀπουσία τῆς ζωῆς.

                Ἡ συμβατικὴ χριστιανικὴ συνείδηση δὲν μπορεῖ εὔκολα νὰ δεχθῆ ὅτι καὶ οἱ ἀρετὲς μπορεῖ νὰ εἶναι καί ἁμαρτίες. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ καθημερινὴ ἐμπειρία μᾶς φανερώνουν ὅτι ὁ τύπος τοῦ δικαίου τῶν προσχημάτων ἀνθεῖ διαχρονικὰ καὶ πολὺ περισσότερο σὲ ἐποχὲς ποὺ τὸ αὐθεντικὸ καὶ τὸ ἀληθινὸ ὑποχωροῦν στὴν προέλαση καὶ διάδοση τοῦ ψεύτικου. Παντοῦ καὶ πάντοτε συναντᾶμε αὐτὸ ποὺ φαίνεται καὶ δὲν εἶναι, καὶ ὅμως διεκδικεῖ μὲ αὐθάδεια τὴν ἀλήθεια.

                Ἐὰν θέλουμε νὰ μιλήσουμε μὲ ὅρους ὄχι ἠθικοὺς ἀλλὰ ὑπαρξιακούς, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι γύρω μας καὶ μέσα μας, στὴν κοινωνία, στὴν ἱστορία καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός μας, ὑπάρχει μιὰ ἀντιπαράθεση ὄχι μόνον ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψεῦδος.

                Τὸ κακό, σὲ ὅποια μορφὴ κι ἂν ἐμφανίζεται, εἴτε ὡς μῖσος ἢ φθόνος ἢ ζήλεια ἢ φιλοχρηματία ἢ κενοδοξία ἢ δίψα τῆς ἐξουσίας, εἶναι ἕνα ψέμα, ποὺ μᾶς παρουσιάζει τὸν ἑαυτό μας καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα γύρω μας κατὰ ἕνα τρόπο τελείως ἀλλότριο τῆς πραγματικότητας. Γιὰ παράδειγμα, α) τὸ πάθος τοῦ πλούτου συντηρεῖται καὶ συντηρεῖ τὴν ψευδαίσθηση καὶ τὴν αὐταπάτη ὅτι ἡ ὁλοκλήρωση καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ὑλικὴ εὐμάρεια καὶ β) ἡ ἔπαρση μᾶς κάνει νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὸ ψέμα ὅτι εἴμεθα καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Στὸ βάθος ὅλων αὐτῶν βρίσκεται ἕνα πρῶτο καὶ μεγάλο ψέμα: ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνῃ θεὸς μὲ τὶς δικές του δυνάμεις χωρίς τόν Θεόν. Δὲν γνωρίζει τὴν ζωὴ α) ὡς κοινωνία καὶ ἀγάπη ἀλλὰ ὡς αὐτάρκεια καὶ κυριαρχικότητα καί β) ὡς ἐλευθερία ἀλλὰ ὡς φόβο καὶ ἀπειλὴ τῆς ἀτομικότητάς του.

Ὅσοι νομίζουν πὼς κατέχουν τὸν Θεό, Ἀρχιερεῖς, πρεσβύτεροι καὶ γραμματεῖς καί ὅλοι μας,
τὸν προτιμοῦμε μακρινό,σκληρὰ κυρίαρχο.
Κι ὅταν μᾶς πλησιάζει ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός,
πρᾶος στὴν καρδιὰ καὶ ταπεινός, στὴ φυλακὴ τὸν ρίχνουμε.
(Πατριάρχης Βαρθολομαίος)

                Ὁ Ἰησοῦς λέει: «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ἡμᾶς» (Ἰω. 8,32). Ἡ γνώση καὶ ἡ μετοχὴ στὴν ἀλήθεια εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας. Γιὰ νὰ γνωρίσουμε ὅμως τὴν ἀλήθεια, ὀφείλουμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ κάποιες «ἀλήθειες» ποὺ κατασκευάζουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ κατὰ συνέπεια γιὰ τὸν κόσμο μας, καὶ ποὺ σὰν φλοιὸς καλύπτουν τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων. Γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὀφείλουμε νὰ τὸν ἀπομονώσουμε ἀπὸ ὅλα τὰ γύρω ἀπὸ αὐτὸν πράγματα, ἤτοι τό ὄνομά μας, τὶς ἱκανότητές μας, τά ὅποια ὑπάρχοντά μας, ὑλικά καί πνευματικά, μὲ τὰ ὁποῖα εὔκολα ταυτιζόμεθα καὶ ἀποτελοῦν τὴν ταυτότητά μας, καὶ ἔτσι καταντοῦν νὰ εἶναι τὰ πράγματα ποὺ μᾶς περιβάλλουν φράκτης καὶ ἐμπόδιο καὶ ὄχι αὐτὰ ποὺ συμβάλλουν στὴν προσωπικότητα καὶ στὴν εὐτυχία μας. Ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπ’ ὅλα αὐτά προϋποθέτει ἀγώνα καί ἄσκηση καί συνειδητοποιοῦμε ἔτσι τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀσκήσεως, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης καὶ εὐαγγελικῆς διδασκαλίας καὶ ζωῆς.

                Εἶναι λίγο ὡς πολὺ γνωστὸ τί ὁρίζει ἡ ἄσκηση. Τὴν περιστολὴ τοῦ τρυφηλοῦ βίου, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν σιωπή, ἐὰν βέβαια δὲν χάνουν τὸ πνευματικό τους περιεχόμενο.

                Ἀλλὰ ποιό εἶναι τὸ πνευματικό τους περιεχόμενο; Εἶναι νὰ στρέψη κάτω στὴ γῆ τὸ βλέμμα ὁ πλούσιος, καὶ ὁ δυνατὸς καὶ ὁ σοφὸς καὶ ὁ ἐνάρετος, γιὰ νὰ δὴ τὴν πραγματικὴ ὑπόσταση τοῦ πλούτου, τῆς ἰσχύος, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀρετῆς του, στὰ ὁποῖα καυχᾶται. «Μιὰ ροπὴ καὶ πάντα ταῦτα θάνατος διαδέχεται». Καί ἔτσι νὰ ἀνακαλύψη τὴν πραγματικὴ ὡραιότητα καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἀξία τῶν πραγμάτων, νὰ δῆ πίσω ἀπὸ τὰ πράγματα τὸν δοτήρα τῆς ζωῆς. Καὶ τότε ὁ κόσμος, ὁ ἔξω καὶ ὁ μέσα κόσμος, θὰ γίνη διάφανος καὶ ἀποκαλυπτικός.

                Τὰ σωματικὰ ἔργα εἶναι ἀναγκαῖα. Ἀλλὰ μὴ στηρίζουμε σ’ αὐτὰ τὴν παραμικρὴ ἐλπίδα γιὰ τὴν σωτηρία μας, λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Πολλοὶ καὶ ἀπὸ τοὺς κακούργους καὶ ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς ἀνθρώπους ὑπέφεραν πολλὴ κακοπάθεια, ὡστόσο παρέμειναν ἴδιοι κι ἀπαράλλαχτοι, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν κακία τους. Ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαιτέρως ἐπιθυμεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἔχουμε εἶναι φρόνημα γεμάτο συντριβή, «καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη», ποὺ νὰ λέει τούτους τοὺς λόγους: «Ποιός εἶμαι ἐγώ, Κύριέ μου, ὥστε γιὰ χάρη μου νὰ ἔλθης στὴ γῆ, νὰ φορέσης σῶμα καὶ νὰ πεθάνης, γιὰ νὰ μὲ ἀπαλλάξης ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο καὶ νὰ μὲ κάνης κοινωνὸ τῆς δικῆς σου δόξης καὶ θεότητας;». Ὅταν λοιπὸν βιώσης τέτοιες σκέψεις, θὰ βρῆς τὸν Θεὸ νὰ σὲ ἀγκαλιάζη καὶ νὰ σοῦ χαρίζη φρόνημα ἐλεύθερο καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ ἰδιοτελεῖς ὑπολογισμοὺς καὶ πονηρίες. Θὰ σοῦ χαρίση τὴν γνώση καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι «ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ πίστη, ἡ πραότητα». Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται, ὄχι μὲ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ πεῖσμα, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση. Ἔτσι καὶ ἡ ἄσκηση νοεῖται σὰν μιὰ συνεχὴς προσπάθεια ταπεινώσεως, καθάρσεως καὶ ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στὸν ἑαυτό του.

                Συχνὰ ἡ ἀγνωσία τῆς ἀλήθειας, δηλαδή τοῦ Θεοῦ, παραγεμίζει τὴν ζωή μας μὲ μικρὰ καὶ μεγάλα εἴδωλα, καὶ τὸ πρῶτο εἴδωλο εἶναι ὁ φαρισαϊκός ἑαυτός μας πού δὲν ἔχει προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ οὔτε μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Παντοῦ καὶ πάντα διακρίνει τὸ κακὸ καὶ τὴν ἔλλειψη ἔξω ἀπ’ αὐτόν. Σύμφωνα μὲ τὴν γλῶσσα τῆς ψυχολογίας, προβάλλει πρῶτα τὸ κακὸ στὸν ἐξωτερικό του κόσμο καὶ κατόπιν τὸ πολεμᾶ ἢ τὸ ἀνέχεται στὰ πρόσωπα καὶ στὶς καταστάσεις γύρω του. Ἀλλά ὅπως συμπεραίνει σχετικὰ ὁ Ἅγιος Παΐσιος: «Λοιπόν, τὸ κακὸ βρίσκεται μέσα μας. Δὲν ἔχουμε ἀγάπη, γι’ αὐτὸ δὲν νιώθουμε ὅλους τους ἀνθρώπους ἀδελφούς μας καὶ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴ ζωή τους».

                Ὅταν ἡ πνευματικὴ ζωὴ χάνει τὸν στόχο της, γίνεται ζωὴ ἀσυμπαθὴς καὶ ἀπάνθρωπη. Γίνεται ὑποκριτικὴ καὶ ψεύτικη, ἕστω καὶ μὲ προσωπεῖο ἁγίου.

                Τελικῶς, πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ φρονεῖ καὶ πράττει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, παραμερίζοντας τὸ ἴδιον θέλημα. Αὐτὸ ἐκφράζει καὶ μιὰ εὐχὴ τῆς Θείας Λειτουργίας: «Λάμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, ἵνα ... πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τα πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττονες».

                Τὸ θεμέλιο τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους εἶναι τὸ ἀγαθὸ θέλημα τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀγάπης. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ὅτι τὸ ἴδιον θέλημα γεννάει τὶς φαντασίες, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο οὔτε νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του οὔτε νὰ πλησιάσει τὴν ἀλήθεια πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, κρυμμένος στὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ἀλλά κρυμμένος καὶ μέσα μας καὶ μέσα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς περιβάλλουν, καθ’ ὅτι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καί μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς δίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ πλησιαστεῖ καί νά βιωθεῖ αὐτή ἡ ἀλήθεια χρειάζεται τὴν σιωπή μας. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος μᾶς προτρέπει: «Σπούδασον εἰσελθεῖν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ἔνδοθέν σου καὶ ὄψει τὸ ταμεῖον τὸ οὐράνιον».

                Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ ἄσκηση, ὅπως τὴν περιγράφει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ὅταν ὁ νοῦς ξεφύγη ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τῆς τύρβης τῶν πραγμάτων, καὶ στραφῆ στὸν ἔσω ἄνθρωπο, βλέποντας ἀρχικά τὸ ἄσχημο προσωπεῖο ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν περιπλάνησή του στὸν κόσμο, σπεύδει μὲ τὸ πένθος νὰ τὸ ἀποβάλη». Ἔτσι ἀνοίγει τὸ δρόμο γιὰ τὴν ἀνακάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ προσώπου του.

                Ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ μπορεῖ ἀρχικῶς νὰ εἶναι ὀδυνηρή, ὅπως καὶ κάθε μορφὴ ἀσκήσεως. Ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη πορεία δὲν σταματᾶ σὲ μιὰ ψυχανάλυση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ὁδηγεῖ στὸ οὐράνιο ταμεῖο, ὅπου θὰ μπορούσαμε νὰ διακρίνουμε τρία ἐπίπεδα στὴν πορεία αὐτή:

                α) ἡ γνώση τῶν παθῶν, τῶν ἀδυναμιῶν, τῶν βαθύτερων διαθέσεων καὶ κινήσεων τῆς ψυχῆς μου

                β) ἡ αὐτογνωσία ὡς πλήρης αἴσθηση τῆς μηδαμινότητας τῆς ὑπάρξεώς μου: «ἐμνήσθην τοῦ προφήτου βοῶντος, ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός...».

                γ) ἡ αὐτογνωσία ὡς ἐμπειρία τῆς Χριστοποιήσεως τῆς ὑπάρξεως, ἐμπειρία ὅτι ἐγὼ ὁ εὐτελὴς ἀποκτῶ τὴν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ μεταμορφώνομαι ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν· ἐμπειρία ὅτι ἐγὼ γίνομαι πράγματι «ἐγὼ» μόνο σὲ σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μου.

                Ὅποιος ἀγωνιᾶ καὶ ἀγωνίζεται γι’ αὐτό θὰ πρέπη νὰ προσφύγη στὸν Δυνάμενον βοηθῆσαι κραυγάζοντας «φώτισόν μου τὸ σκότος» ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

                Ὁ ἄνθρωπος ποὺ φωτίζει τὸν κόσμο του μὲ τὸν λύχνο τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ζῆ τὴν ταπεινὴ ἀγάπη στὶς σχέσεις του μὲ τὸν ἔξω κόσμο.

                Παίρνει ἐπάνω του τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, κατὰ μίμησιν τοῦ Κυρίου του, μάχεται τὸ κακὸ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, βλέπη βαθύτερα τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ταπεινώνεται περισσότερο συναισθανόμενος τὴ μηδαμινότητά του καὶ θαυμάζει τὸ ἔργο τῆς ἀπερινόητης ἀγάπης Ἐκείνου.

                Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη ἔξω ἀπὸ τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης καὶ ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ σταυροῦ, ἀλλιῶς ὁδηγεῖ στὴν ἔπαρση καὶ τὴν ὑποκρισία. Κι ὅσο ἀφήνουμε τὸ θέλημά μας νὰ ὑπερυψώνεται «ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου» καὶ παραμερίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τόσο θὰ βιώνουμε τὴν Φαρισαϊκὴ ἀλλοφροσύνη.

                Ἂν μποροῦμε καθημερινὰ νὰ γκρεμίζουμε τὸ ψεύτικο περίβλημα, γιὰ νὰ ποῦμε στὸν Θεὸ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας «ἰδοὺ ἐγώ, λάλησον», τότε θὰ ὁδεύουμε πρὸς τὴν αἴσθηση τοῦ ἀληθινοῦ μας προσώπου.

                Ὁ Χριστιανισμὸς ζητᾶ νὰ εἴμεθα ἀληθινοί. Καὶ εἴμεθα ἀληθινοὶ ὄχι ὅταν ἀδιακρίτως λέμε ὅ,τι ἔχουμε μέσα μας ἢ ὅταν ἐνεργοῦμε κατὰ τὴν διάθεση τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ ὅταν ὁ νοῦς, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ λόγος μας ἀποτελοῦν μιὰ ἔκφραση ἀληθινῆς κοινωνικότητας.

                Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὸς ὁ ἄνθρωπος ὅταν δὲν βιώνη τὴν κοινωνικότητα καὶ ἂν δὲν ἀναφέρεται στὸν ἀληθινὸ Θεό, καί δὲν ἀναφέρεται στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἂν υἱοθετῆ μιὰ στάση καὶ ἕνα τρόπο βίου ἔξω ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ σταυροῦ, τὴν ὁδὸ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ποὺ φανερώνεται ὄχι στὰ λόγια ἀλλὰ στὰ πράγματα.

 

Διασκευή ἀπό σχετικό κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Κάτοπτρα ζωῆς», ἐκδόσεων Ἱ.Μ. Κουτλουμουσίου