Περί ελεημοσύνης (του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου)

Πραγματικὰ εἶναι μεγάλο ἀγαθὸ καὶ δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλεημοσύνη καὶ μᾶς ἐξομοιώνει, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατό, μὲ τὸν Θεό, ὅταν τὴν ἀσκοῦμε.
Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι σπουδαιότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὸ νὰ ἀνασταίνει κανεὶς νεκρούς. Γιατί εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο νὰ δώσεις τροφὴ στὸν πεινασμένο Χριστὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀναστήσεις νεκροὺς στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πρώτη ἐσὺ εὐεργετεῖς τὸ Χριστό, στὴν δεύτερη ὁ Χριστὸς ἐσένα. Καὶ ἀμείβεται κανεὶς ὅταν εὐεργετεῖ καὶ ὄχι ὅταν τὸν εὐεργετοῦν.
Ἐλεημοσύνη εἶναι ὅταν τὴν κάνεις μὲ προθυμία, ὅταν τὴν κάνεις μὲ γενναιοδωρία, ὅταν δὲν νομίζεις πὼς δίνεις ἀλλὰ πὼς παίρνεις, ὅταν τὴν κάνεις σὰν νὰ σὲ εὐεργετοῦν, σὰν νὰ κερδίζεις, σὰν νὰ μὴ χάνεις.
Δὲν βλέπεις πὼς ὅλοι χρειαζόμαστε τοὺς ἄλλους; Ὁ στρατιωτικὸς τὸν τεχνίτη, ὁ τεχνίτης τὸν ἔμπορο, ὁ ἔμπορος τὸ γεωργό, ὁ δοῦλος τὸν ἐλεύθερο, ὁ οἰκοδεσπότης τὸν ὑπηρέτη, ὁ φτωχὸς τὸν πλούσιο, ὁ πλούσιος το φτωχό, ἐκεῖνος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ, τὸν ἐλεήμονα, ὁ ἐλεήμονας τὸν ἐλεούμενο. Γιατί ὁ ἐλεούμενος ἐξυπηρετεῖ μεγάλη ἀνάγκη, πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες. Πραγματικά, ἂν δὲν ὑπῆρχαν φτωχοί, θὰ χάναμε τὸ σπουδαιότερο μέσο τῆς σωτηρίας μας, γιατί δὲν θὰ εἴχαμε ποῦ νὰ δώσουμε τὰ χρήματα. Ἑπομένως καὶ ὁ φτωχός, ποὺ θεωρεῖται πὼς εἶναι ὁ πιὸ ἄχρηστος ἀπὸ ὅλους, εἶναι πιὸ χρήσιμος ἀπ’ ὅλους.
Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῆς ἐλεημοσύνης. Ὁδηγεῖ εἰς τὸν οὐρανὸν μὲ πολλὴν παρρησίαν ἐκείνους ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Διότι εἶναι γνώριμος εἰς τοὺς θυρωροὺς τοῦ οὐρανοῦ, εἰς τοὺς φυλάσσοντας τὰς θύρας τοῦ νυμφῶνος, ὄχι δὲ μόνον γνώριμος, ἀλλὰ καὶ σεβαστή. Καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἀναγνωρίσει, ὅτι τὴν τιμοῦν, θὰ τοὺς ὁδηγήσει μὲ πολλὴν παρρησίαν καὶ κανεὶς δὲν θὰ φέρει ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ ὅλοι ὑποχωροῦν.
Κάμε τὸν Θεὸν ὀφειλέτη σου, καὶ τότε ζήτησε ἀπ’ αὐτόν. Δάνεισε, καὶ τότε ζήτα, γιὰ νὰ πάρεις μὲ τόκο. Αὐτὸ τὸ θέλει καὶ ὁ Θεός, δὲν τὸ ἀποφεύγει. Ἂν τοῦ ζητᾶς, μαζὶ μὲ ἐλεημοσύνη, ποὺ ἔκαμες, χρωστᾶ χάρη. Ἂν ἀπαιτεῖς, μὲ ἐλεημοσύνη, δανείζεις καὶ παίρνεις καὶ τόκους. Ναὶ παρακαλῶ. Δὲν εἰσακούεται κανεὶς σηκώνοντας τὰ χέρια. Ἅπλωσε τὰ χέρια σου, ὄχι στὸν οὐρανό, ἀλλὰ στὰ χέρια τῶν φτωχῶν. Ἂν ἁπλώσεις τὸ χέρι στὰ χέρια τῶν φτωχῶν, ἄγγιξες τὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί αὐτὸς ποὺ κάθεται ἐκεῖ, αὐτὸς παίρνει τὴν ἐλεημοσύνη. Ἂν ὑψώσεις τὰ χέρια ἄκαρπα, σὲ τίποτε δὲν ὠφελήθηκες.
Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καὶ τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς στὸ χῶμα ἔχουν πιὸ δύσκολο κόπο ἀπ’ αὐτή, ὅμως τίποτε δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρὸ καὶ δυνατὸ στὸ νὰ σβήσει τὴ φωτιὰ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Αὐτὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα, στήνει τοὺς ἐραστές της κοντὰ στὸν ἴδιο τὸ βασιλιά. Καὶ πολὺ σωστά. Γιατί ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καὶ τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς στὸ χῶμα σταματάει μόνο γύρω ἀπ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἀσκεῖ καὶ δὲν ἔσωσε κανέναν ἄλλο. Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, ἁπλώνεται σὲ ὅλους καὶ ἀγκαλιάζει τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε τὰ κατορθώματα ἐκεῖνα ποὺ ἁπλώνονται σὲ πολλοὺς εἶναι πολὺ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ σταματοῦν γύρω ἀπὸ ἕναν.


Μὴ βλέπεις τὸ φτωχὸ ποὺ παίρνει, ἀλλὰ τὸ Θεὸ ποὺ ἀνταποδίδει, ὄχι ἐκεῖνον ποὺ δέχεται χρήματα ἀλλὰ αὐτὸν ποὺ γίνεται ὑπεύθυνος γιὰ τὸ χρέος. Καὶ γι’ αὐτὸ ἄλλος παίρνει καὶ ἄλλος ἀνταποδίδει, γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσει σὲ ἐλεημοσύνη καὶ σὲ συμπόνια ἡ φτώχεια καὶ ἡ συμφορὰ ἐκείνου, ποὺ δέχεται, ἐνῷ ὁ πλοῦτος αὐτοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἀνταποδώσει ἐγγυώμενος τὴν πληρωμὴ καὶ τὴν ἐξόφληση ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ μεγάλη προσαύξηση, θὰ μᾶς δώσει ἐλπίδα γιὰ τὸ δάνειο καὶ τὸ κέρδος καὶ θὰ συμβάλει στὸ νὰ γίνει μὲ περισσότερη γενναιοδωρία ἡ ἐλεημοσύνη. Γιατί πές μου, ποιός, ἐνῷ πρόκειται νὰ πάρει ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ ἐλπίζει ὁπωσδήποτε στὴν ἀνταπόδοση, δὲν θὰ τὰ προσφέρει ὅλα;
Ὅταν ὅμως μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ἐπιτυγχάνονται τόσα βραβεῖα καὶ τόσες ἀμοιβὲς καὶ τόση συγχώρηση ἁμαρτημάτων, πές μου, ποιά δικαιολογία θὰ ἔχουν ἐκεῖνοι ποὺ λυποῦνται τὰ χρήματα καὶ καταποντίζουν τὴν ψυχὴ τοὺς μέσα στὰ ἁμαρτήματα; Καὶ ἂν τίποτε ἄλλο δὲν σὲ παρακινεῖ καὶ δὲν σὲ συγκινεῖ γιὰ συμπόνια καὶ γιὰ ἐλεημοσύνη, σκέψου τὸν ξαφνικὸ θάνατο καὶ ἀφοῦ ἀναλογισθεῖς ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν δώσεις στοὺς φτωχούς, ὅταν ἔρθει ὁ θάνατος καὶ χωρὶς τὴ θέλησή σου θὰ τὰ παραχωρήσεις στοὺς ἄλλους, τουλάχιστον ἔτσι γίνε τώρα φιλάνθρωπος.
Χρησιμοποίησε τὰ χρήματά σου γιὰ φιλανθρωπία καὶ θὰ γίνεις ὅμοιος μ’ Αὐτὸν ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο, ὅσο εἶναι δυνατὸ βέβαια νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ τὸ Θεό.
Καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ βλέπω νὰ δέχεστε μὲ πολλὴ προθυμία πάντοτε τοὺς λόγους γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πιὸ συχνά σας προτρέπω γι’ αὐτήν. Οἱ φτωχοὶ εἶναι γιατροὶ τῶν ψυχῶν μας, εὐεργέτες καὶ προστάτες, γιατί δὲν δίνεις τόσο, ὅσο παίρνεις. Δίνεις χρήματα καὶ παίρνεις τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀνακουφίζοντας τὴ φτώχεια, καὶ συμφιλιώνεις τὸν Κύριον μὲ τὸν ἑαυτό σου. Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ἴση ἡ ἀνταπόδοση; Αὐτὰ εἶναι στὴ γῆ, ἐκεῖνα στὸν οὐρανό. Αὐτὰ χάνονται, ἐκεῖνα παραμένουν. Αὐτὰ καταστρέφονται, ἐκεῖνα δὲν παθαίνουν καμιὰ φθορά.
Ἂς μὴ νομίζουμε, λοιπὸν, ὅτι ἐλαττώνεται ἡ περιουσία μας, ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη. Γιατί δὲν ἐλαττώνεται, ἀλλὰ αὐξάνεται. Δὲν ξοδεύεται, ἀλλὰ περισσεύει, καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται εἶναι ἕνα εἶδος ἐμπορίας καὶ σπορᾶς. Ἢ καλύτερα εἶναι ἐπικερδέστερο καὶ ἀσφαλέστερο καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά. Γιατί ἡ ἐμπορία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῆς θάλασσας καὶ ἀπὸ ναυάγια πολλά, καὶ ἡ σπορὰ ἐπίσης ἀπὸ ξηρασίες καὶ πλημμύρες καὶ ἀπὸ καιρικὲς ἀνωμαλίες, ἐνῷ τὰ χρήματα ποὺ κατατίθενται στὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἁρπάξει ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ ἔλαβε ἐκεῖνα ποὺ δόθηκαν μιὰ φορά, ἀλλὰ μένουν καὶ μᾶς ἐξασφαλίζουν πολὺ καὶ ἀνέκφραστο τὸν καρπὸ καὶ φέρνουν πλούσιο τὸ θερισμὸ στὸν κατάλληλο καιρό. «Ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ οἰκονομία», λέγει, «θὰ θερίσει καὶ μὲ οἰκονομία, καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ ἀφθονία, θὰ θερίσει καὶ μὲ ἀφθονία» (Β΄ Κορ. 9, 6).


Ἐπεξεργασία κειμένου: π. Σάββας Γεωργιάδης
Ἀναγνώστηκε στὴν σύναξη τῶν ἐθελοντριῶν καὶ συνεργάτιδων τοῦ Ενοριακού Φιλοπτώχου Ταμείου καὶ τοῦ Κέντρου Ἐνοριακῆς Ἀγάπης.
Νοέμβριος 2016