Πνευματικά Κείμενα

Μέρος Πρώτον: Πνευματικὴ μέθοδος συνεργασίας τοῦ πνεύματός μου μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα

Ὁ Θεός καὶ οὐράνιος Πατὴρ θέλησε καὶ δημιούργησε τὸν ὑλικὸ κόσμο. Προϋπάρχοντος τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ κόσμου, δημιουργεῖ ἐν συνεχείᾳ τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐμφυσᾶ εἰς αὐτὸν «πνοὴν ζωῆς». Ἔτσι, τὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καθίσταται «εἰς ψυχὴν ζῶσαν», μοναδικὸ καὶ ὕψιστο ὄν, ὁ ἄρχων καὶ ὁ λόγος ὑπάρξεως τῆς κτίσεως, με ἀναπόφευκτη πιὰ συγκυρία, συμπόρευσι καὶ ἕνωσι τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τήν ἄρρηκτη συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου.

Ἑπομένως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς ἕνα ἐκ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνεργεῖ στὴν γέννηση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν, δίδει τὸ ἐμφύσημα στὴν μητρικὴ γαστέρα στὸ ὑλικὸ ποὺ προσλαμβάνεται ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ τὸ συλληφθὲν ἔμβρυο εἶναι πλέον σάρξ, ἐκτὸς ἀπὸ χοῦς.

Συνεπῶς, κατὰ τὴν γέννηση τοῦ καθενός μας ὑφίστανται ταυτόχρονα ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ θεϊκὲς ἐνέργειες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ σύμπραξις τοῦ ἀνθρώπου σύμφωνα μὲ τὸ πρωταρχικὸ ρῆμα καὶ βούλημα τοῦ Θεοῦ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» καὶ μᾶς χαρίζεται γνῶσιν τὲ ἀσφαλῆ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἀποκτοῦμε ἀπὸ τὴν σύλληψη καὶ κυοφορία μας, λαμβάνοντας τὸ ἐμφύσημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ φέροντας ἀδιαλείπτως τὰ στοιχεῖα τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως.

Τὸ ἔμβρυο ἔχει γνώση τῶν ἀπορρήτων του Θεοῦ, καὶ συμμετοχὴ σὲ ὅσα συμβαίνουν στὴν μητέρα, ἡ ὁποία γνῶσις-συμμετοχή ἐν συνεχείᾳ καλλιεργεῖται. Χαίρεται ἡ μητέρα; Ἀγαλλιᾶ καὶ ἀνασαίνει τὸ ἔμβρυο. Ἡ ἐπιστήμη σήμερα μὲ τὰ ὄργανά της μπορεῖ ἐπακριβῶς νὰ παρακολουθήση τὴν πλήρη κοινωνία τῶν βιωμάτων, ἐνεργημάτων καὶ αἰσθημάτων μητρὸς καὶ κυοφορουμένου.
Τὸ ἔμβρυο ἔχει λοιπὸν τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιατί φέρει τὸ θεῖο ἐμφύσημα, ἔχει ὅμως παράλληλα καὶ τά πάθη τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς.
Ἄρα, ὅλοι ἐξ ὑπαρχῆς, ἀπὸ τὴν σύλληψή μας φέρουμε τὴν φυσικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ἐν συνεχείᾳ, προσκτώμεθα καὶ γνώση ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, ἀπὸ τὴν διαπαιδαγώγηση τῶν γονέων μας, ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ στὸ σχολεῖο μας, ἀπὸ τὸ εὐρύτερο περιβάλλον μας, ἀπὸ ὁ,τιδήποτε καὶ αὐτὴ ἡ γνῶσις εἶναι ἡ κοινωνικὴ καὶ μεθεκτική, ποὺ προστίθεται στὴν φυσικὴ γνώση.

Ὁ ἅγιος ὅμως δὲν ἀναφέρεται σὲ αὐτὴ τὴν γνώση, τὴν φυσική καὶ τὴν μεθεκτικὴ ἤ ἐπίκτητη, ἀλλὰ στὴν ἀσφαλῆ, στὴν ἀληθῆ καὶ βεβαία, σὲ αὐτὴ ποὺ δὲν αἴρεται ἀλλὰ εἶναι ἐξασφαλισμένη, ὁριστική, πιστοποιημένη, γιατί τὴν πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός καὶ ὁ ἄνθρωπος συνειδητά συνεργεῖ, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀποκτᾶται μὲ τὸ νὰ ἀκούσης ἢ νὰ διαβάσης ἢ ὅ,τι καὶ ἐὰν κάνης, ἀλλὰ μὲ τήν νήψι καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν σχέσι μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς τὴν ψιθυρίζη μέσα μας.

Ὁ νέος δὲ ὑπὸ Θεοῦ πλασθεὶς καί γιά τόν Θεόν πεπλασμένος ἄνθρωπος ἐνδύεται μέ τήν βάπτισή του τήν θεότητα, «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθημεν, Χριστόν ἐνεδύθημεν», τήν χαρισματική ζωή, ὁπότε τό Ἅγιον Πνεῦμα γίνεται ὁ κλῆρος τῆς ὑπάρξεώς του καὶ ἔτσι, ὁ «χοῦς τῆς γῆς» γίνεται μέ τήν νῆψι σπινθηροβόλος ζωή.

Ὄντως ἡ νῆψις εἶναι μέγα χάρισμα, θαυμαστή λειτουργία, πραγματική εὐεργεσία, ἀστήρευτος πλοῦτος, μυστηριώδης σχέσις τοῦ ἀνθρώπου μετά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος Θεὸς σαρκώνεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νηπτικοῦ, ὅπως σαρκώθηκε στὴ γαστέρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἔχουμε λοιπόν τρεῖς πηγές γνώσεως, τήν φυσικὴ τήν ἀπὸ ἑμβρύου, τήν ἐπίκτητη τήν ἐκ τῆς ποικίλης διαπαιδαγωγήσεως καὶ τήν ὀντολογικὴ γνώση τήν διὰ τῶν Ἱερῶν Μηστυρίων καὶ διὰ τῆς νήψεως τῇ συνεργίᾳ τοῦ νηπτικοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δωρουμένη.

Καί τώρα ὁ λόγος γιὰ τὴν νῆψι, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀόριστη ἔννοια ἀλλὰ ἐνέργεια, συνειδητή πρᾶξις ζωῆς, ἡ πρᾶξις τῆς ζωῆς μας.
Ἡ λέξις νῆψις παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα νήφω, ποὺ σημαίνει παρατηρῶ προσεκτικά, ἀγρυπνῶ· ἡ ψυχή μου δὲν καθεύδει, ἀλλὰ ζωηρῶς παρακολουθεῖ.
Ἀγρυπνητικῶς παρατηρῶ κάποιον ἢ κάτι – κατασκοπεύω – φρουρῶ καὶ συμμετέχω στὶς κινήσεις του, γιὰ νὰ εἶμαι ἐνήμερος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴ τῶν ἐνεργειῶν του.
Ἡ λέξις νῆψις λοιπὸν ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀδιαλείπτου ἀγρυπνίας, ποὺ εἶναι καθαρὴ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, καὶ μέθοδος πνευματική.
Ἡ νῆψις, μέθοδος πνευματική, ἀπαλλάσσει, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του, ἀπὸ τὰ ἐμπαθῆ νοήματα, λογισμούς, καὶ τὰ πονηρὰ ἔργα.

Στὴν καθημερινὴ ζωή μας, μέθοδος εἶναι ὁ τρόπος, ἡ ὁδός, τὸ σύστημα ποὺ ἀκολουθοῦμε, γιὰ νὰ πετύχωμε κάτι.
Παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα μεθοδεύω, ποὺ σημαίνει, ὁδεύω μετὰ ἀπὸ κάποιον, παίρνω κάποιον κατὰ πόδας -ἐν προκειμένῳ τὸν ἴδιον τὸν Θεὸν- τὸν ἀκολουθῶ, τὸν παρακολουθῶ.
Ἄρα, ἡ λέξις μέθοδος ἀποδίδει τὴν ἀκριβῆ ἔννοια τοῦ οὐσιαστικοῦ νῆψις, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἡ πρᾶξις ποὺ δὲν τὴν κάνω μόνος μου, ἀλλὰ παρακολουθώντας κάποιον ἄλλον.
Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται, νὰ χαίρεται, νὰ ἀκολουθεῖ, νὰ συμπορεύεται μαζί νὰ συνυπάρχει μὲ τὸν συνάνθρωπό του, ὁ ἀκοινώνητος, ὁ κοινωνικῶς ἀνυπόστατος, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρρωστημένης ψυχικῆς μονώσεως, δέσμιος τῆς φιλαυτίας του καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, εἶναι ἀνίκανος νὰ κάνη νῆψι.

Οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι ἀποτελοῦμε μὲν κάποια κοινωνία, ἀλλὰ πνιγμένοι στὴν καθημερινότητα τῶν κοσμικῶν μεριμνῶν, ἐγκλωβισμένοι σὲ ἕνα πλέγμα ἄγχους καὶ ἀνασφάλειας δυσκολευόμεθα νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς μας, τὴν ἀναζήτηση καὶ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ νὰ πραγματώνουμε τὴν ἐνέργεια τῆς νήψεως στὴν ζωή μας.
Παρά ταῦτα ἐπειδὴ ἡ νῆψις, ἡ ἐγρήγορσις τοῦ νοός, ἡ κατ’ ἐξοχήν λειτουργία τοῦ πνεύματός μας, το κυνηγητό και ἡ παρακολούθησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ὅ,τι ἀνώτερο ἔχει χαρίσει στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὁ Θεός, ποὺ μᾶς κάνει μετόχους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ). Μὲ τὸ ὁποῖον ὁ νοῦς μας, τό πνεῦμα μας, τό νοερό συστατικό μᾶς ἐγγίζει πρός τόν Θεόν καί μᾶς ἑνώνει μαζί Του, ἀενάως καί αἰωνίως, ἄς ἀγωνιζόμεθα ὅσον εἶναι δυνατόν.

ἀπὸ τό βιβλίο περί νήψεως τοῦ πατρός Αἰμιλιανοῦ, ἑρμηνεία στὸν ἅγιο Ἡσύχιο
διασκευὴ π. Γεώργιος Καλαντζῆς
Μάϊος 2017