Πνευματικά Κείμενα

Ὁ Μέγας Φώτιος γεννήθηκε περὶ τὸ 180 μ.Χ. στὴν Κων/πόλη ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ποὺ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν τιμὴ καὶ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Πατὴρ ἦτο ὁ Ἅγιος Σέργιος καὶ μήτηρ του ἡ Εἰρήνη, ποὺ καταδιώχθηκαν ἐπὶ τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Θεοφίλου (829 - 842 μ.Χ.).

Ὁ ἱερὸς Φώτιος διακρινόταν γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ τὴν τεράστια μόρφωσή του. Ἡ χειροτονία του εἰς Ἐπίσκοπον ἔγινε τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 858 μ.Χ., ἀφοῦ προηγουμένως βέβαια ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀκολούθως ἔλαβε κατὰ τάξη τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης.

Ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἱερούργησε, ὡς ἄλλος Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἀναζωπύρωση τῆς ἱεραποστολικῆς συνειδήσεως, διότι γνώριζε ὅτι ὁ μέγιστος ἐχθρὸς ἑνὸς λαοῦ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς αὐτοσυνειδησίας του, ἡ φθορὰ τῆς πολιτισμικῆς του ἰδιοπροσωπίας καὶ ἡ ἀλλοίωση τοῦ ἤθους του.

Ὁ ἱερὸς Φώτιος διεξήγαγε μεγάλους καὶ ἐπιτυχεῖς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐναντίον τῶν Μανιχαίων, τῶν Εἰκονομάχων καὶ ἄλλων αἱρετικῶν καὶ ἐπανέφερε στοὺς κόλπους τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας πολλοὺς ἀπὸ αὐτούς.
Τὸ θεολογικό του ἔργο βεβαίωνε τὴν Ὀθρόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνεε τὴν Ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση γιὰ τὴν συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.

Σὲ οἱονδήποτε στάδιο τοῦ βίου καὶ ἂν παρακολουθήσουμε τον ἱερὸ Φώτιο, εἴτε στὴν βιβλιοθήκη, ἐπιδιδόμενο σὲ μελέτες, εἴτε ὡς καθηγητὴ τῆς φιλοσοφίας στὸ πρῶτο Πανεπιστήμιο τῆς Μεσαιωνικῆς Εὐρώπης, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ Δύση ἦταν ἀκόμη βυθισμένη στὸ τέλμα τῶν σκοτεινῶν αἰώνων, εἴτε ὑπουργούντα σὲ ἀξιώματα μεγάλα καὶ περιφανῆ της Πολιτείας, εἴτε κοσμοῦντα τὸν ἁγιότατα Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, εἴτε ἐξασκούμενο στὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία, εἴτε ὑφιστάμενο τὴν παραγνώριση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς σκληρὲς στερήσεις δύο ἐξοριῶν, παντοῦ ἀναγνωρίζουμε τὸν μαχόμενο ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς «ἀποστολικῆς τὲ καὶ πατερικῆς παραδόσεως» καὶ «τῆς προγονικῆς εὐσεβείας», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας του.
Ἡ ζωντανὴ Ὀρθόδοξη πίστη, κατὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα, ἡ πίστη τῆς ἀληθείας, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Χριστιανικῆς μας ὑποστάσεως καὶ ἐπιβάλλει τὴν συνεχῆ προσπάθεια γιὰ τὸ «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς «καινῆς κτίσεως», ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ δυναμικὴ γεφύρωση, σύνδεση καὶ ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ θείου καὶ ἀνθρώπινου στοιχείου.

Ἡ ἀληθινὴ Χριστιανικὴ ζωή, τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος, ποὺ εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ προσώπου μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, εἶναι ἡ γέφυρα ποὺ συνδέει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴν γῆ.
Σὲ μία ὁμιλία του ὁ Ἅγιος ἐξαίρει τὴ σπουδαιότητα τῆς συνεχιζόμενης ἀνελλιπῶς διαδοχῆς: Ἡ μία γενεά, μετὰ φόβου Θεοῦ, παραδίδει στὴν ἐπερχόμενη τὰ τῆς πίστεως πολύτιμα κεφάλαια ποὺ ἔλαβε, μὲ πλήρη συναίσθηση ὅτι καὶ ἡ ἐπερχόμενη θὰ διατηρήσει ἀλώβητη τὴν πίστη.
Ἡ ἑνότητα, ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας συμπληρώνονται καὶ καταξιώνονται μὲ τὴν ἀποστολικότητά της. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, γιατί συνεχίζει τὴν ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων Τοῦ μέσα στὸν κόσμο. Τὸ ἠθικὸ αἴτημα τῆς ἀποστολικότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὑποχρέωση γιὰ πιστότητα στὴν ἀποστολικὴ παράδοσή της. («Ταὐτὸ γὰρ τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, ταὐτὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ φρόνημα»).

Ὁ Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ὅτι κάθε ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀληθῆ πίστη ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴν πνευματικότητα, κατακρίνει «τὸ τῆς γνώμης ἀστήρικτον» καὶ καταδικάζει, ὡς «ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», κάθε ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν».
Ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς ἀντέκρουσε ὄχι μόνο τους εἰκονομάχους ἀλλὰ καὶ τὶς παπικὲς ἀξιώσεις καὶ τὸ γερμανοφραγκικὸ δόγμα τοῦ filioque, τὸ ὁποῖο διασαλεύει τὴν κοινωνία τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καὶ ἐνεργειῶν καὶ δὲν ἔχει θέση μέσα στὴν κοινωνία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινότητος τῶν ἀδελφῶν.

Ἡ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Φωτίου πρὸς τὸν καθένα μας σχετικὰ μὲ τὴν προσευχὴ ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἐσὺ πρόσεξε ἐπιμελῶς, γιὰ νὰ μὴν εἶσαι μόνο ἀκροατής, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεστὴς τῶν καλῶν καὶ ἀξιέπαινων πράξεων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν πνευματικῶν.
Ἡ προσευχή, ποὺ συνάπτει καὶ ἐξοικειώνει μὲ τὸν Θεὸ ἐπειδὴ εἶναι ἔνθεος συνομιλία καὶ συνάφεια νοερά, ἀποτελεῖ τὸ κάλλιστο καὶ πολυτιμότατο ὅλων τῶν ἀγαθῶν ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται ὄχι μόνο κάθε τελειότης καὶ κάθαρσις παθῶν ἀλλὰ καὶ κάθε εὐφροσύνη, κάθε μακαριότητα καὶ εὐτυχία βίου. Ἐπὶ πλέον λαμβάνομε δι’ αὐτῆς ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ ἐξασφαλίζομε τὶς ἀγαθοειδεῖς δωρεὲς μὲ ὅλα τὰ ἄλλα αἰτήματα ὅσα συμφέρουν σὲ μᾶς. Ἐὰν δὲ συμβαίνει νὰ γινώμαστε ἄξιοι ν’ ἀνταμείβωμε τὸν Εὐεργέτη μας μὲ τὴν δοξολογία καὶ τὴν εὐχαριστία γιὰ τὶς ἀνέκφραστες πράξεις καὶ δωρεές Του πρὸς ἐμᾶς, τότε ἐφ᾿ ὅσον στὴν προσευχὴ συμπεριλαμβάνωνται τόσο πολλὰ καὶ μεγάλα, πῶς λοιπὸν δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιδιδώμαστε σ’ αὐτὴν πρόθυμα, νὰ τὴν ἀγαποῦμε καὶ νὰ ἀσχολούμαστε μὲ αὐτήν;»

Ἡ δολοφονία τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τοῦ Γ΄, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 867 μ.Χ., ἀπὸ τὸν Βασίλειο Α΄ τὸν Μακεδόνα, συνοδεύτηκε καὶ μὲ κρίση στὴν Ἐκκλησία. Ὁ νέος αὐτοκράτορας τάχθηκε ὑπὲρ τῆς προσεγγίσεως Κων/πόλεως καὶ Ρώμης καὶ ἀναζήτησε ἐρείσματα στοὺς «Ἰγνατιανούς». Ὁ ἱερὸς Φώτιος ὑπῆρξε τὸ θῦμα αὐτῆς τῆς νέας πολιτικῆς σκοπιμότητας τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἐκθρόνισε τὸν Ἅγιο Φώτιο καὶ ἀποκατέστησε στὸν θρόνο τὸν Πατριάρχη Ἰγνάτιο, στὶς 23 Νοεμβρίου 867 μ.Χ.
Ὁ ἱερὸς Φώτιος, καθ’ ὅλη τὴν διαδικασία καὶ παρὰ τὴν προκλητικὴ στάση τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Πάπα, τήρησε σιγή, τοὺς ὑπέδειξε νὰ μετανοήσουν καὶ ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ τὴν ἀντικανονικὴ ποινή. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε καὶ ὑποβλήθηκε σὲ ποικίλες καὶ πολλαπλὲς στερήσεις καὶ κακουχίες. Ἐπακολούθησε συμφιλίωση τῶν δύο Πατριαρχῶν, Φωτίου καὶ Ἰγνατίου, ἀλλὰ ὁ θάνατος τοῦ Ἰγνατίου, στὶς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 877 μ.Χ. ἐπέτρεψε τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο μέχρι τὸ ἔτος 886 μ.Χ. κατὰ τὸ ὁποῖο ἐξαναγκάστηκε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸν διαδεχθέντα τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο, δευτερότοκο υἱό του Λέοντα ΣΤ΄ τοῦ Σοφοῦ.

Ὁ Ἅγιος Φώτιος κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 891 μ.Χ. ὄντας ἐξόριστος στὴν ἱερὰ μονὴ τῶν Ἀρμενιανῶν, ὅπως ἄλλοτε ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Χρυσόστομος στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου.
Τὸ ἱερὸ καὶ πάντιμο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Φωτίου ἐναποτέθηκε στὴν λεγόμενη μονὴ τῆς Ἐρημίας ἢ Ἠρεμίας, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Χαλκηδόνα καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τὸν ἑορτάζει στὶς 6 Φεβρουαρίου.