Πνευματικά Κείμενα

Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γεννήθηκε τὸ 949 στὴν Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας (Ἀσία) καταγόμενος ἀπὸ τάξη εὐγενῶν.
Σὲ ἡλικία ἕντεκα χρονῶν ἔρχεται στὴν Κων/πολη γιὰ νὰ σπουδάσει, ὑπὸ τὴν κηδεμονία τοῦ θείου του Βασιλείου, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλή θέση.
Ἀργότερα ἀρνεῖται τὴν τιμὴ τῆς γνωριμίας μὲ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὴ συνέχιση τῆς σπουδῆς του σὲ ἀνώτατες σχολές, χάριν τῆς ἄτακτης νεανικῆς του ζωῆς, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ: Γεώργιος τίς, νέος τὴν ἡλικίαν, οἰκῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὡραῖος τῷ εἴδει καὶ φαντασιῶδες τὸ τὲ σχῆμα καὶ τὸ ἦθος κεκτημένος καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπολήψεις πονηρὰς ἔχειν...
Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ κατάστασή του αὐτὴ τὸν ἄφηνε βαθιὰ ἀνικανοποίητο καὶ γράφει ἀργότερα ἀναπολώντας αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς ζωῆς του:
«Εὐχαριστῶ σοι, Δέσποτα, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς, εἰς κρημνὸν ἐμαυτόν, τῆς σῆς δεσποτείας ἀποσκιρτήσας, ἀπέρριψα, ἀλλὰ διὰ σπλάγχνα ἐλέους Σου κακεῖθεν μὲ ἀνήγαγες».

 

Πιθανὸν ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση πνευματικῶν βιβλίων, ἄρχισε νὰ ἀναζητᾷ μιὰ φωτισμένη μορφή, ποὺ θὰ τὸν συμφιλίωνε μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Κύριέ μου, ἐλέησόν με».
Τελικὰ βρῆκε τὸν ἅγιο ἄνθρωπο ποὺ ζητοῦσε, στὸ πρόσωπο τοῦ Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς, μοναχοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Στουδίου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε γιὰ μελέτη τὸν «Πνευματικὸ Νόμο» τοῦ Μάρκου, ἀσκητικοῦ συγγραφέα (τοῦ 5ου αἰῶνα).

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση τοῦ προκάλεσε ἡ φράση: Ζητῶν θεραπείαν, ἐπιμέλησαι τῆς συνειδήσεως καὶ ὅσα λέγει ποίησον καὶ εὑρήσεις ὠφέλειαν. Καὶ οὐδέποτε ἔκτοτε ἐκοιμήθη, ἐλεγχούσης αὐτὸν τῆς συνειδήσεως.
Αὐτὴ ὅμως ἡ πρώτη περίοδος τοῦ ἔνθεου ἐνθουσιασμοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ φωτισμοῦ δὲν κράτησε πολὺ καὶ ὁ νέος μας ξαναγύρισε στὴν κοσμικὴ καὶ ἄστατη ζωὴ ποὺ ζοῦσε πρίν, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ:
«Εἰς πλείονα δὲ μᾶλλον κακὰ, ὑπὲρ τὰ συμβάντα μοὶ πρώην περιέπεσον. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἅγιον ἐκεῖνον, τὸν τότε μὲ ἐλεήσαντα, ὡς ἕνα τῶν τυχόντων ἀνθρώπων ἔβλεπον».

Παρ’ ὅλη τὴ χαλάρωση ἀπὸ τὴν ὁποία πέρασε ὁ Συμεὼν κατάφερε νὰ διατηρήσει τὴν ἁγνότητά του, ὅπως μᾶς τὸ ὑπονοεῖ ὁ ἴδιος:
Θεέ μου, τὰς πράξεις δὲ τὰς μυσαρὰς Σὺ ἐκ τῆς καρδίας μου ἀπήλειψας, καὶ μῖσος ἐνεποίησας πρὸς ταῦτα τῇ ψυχῇ μου. Πρὸς ἔτι φαίνεται ὅτι δὲν διέκοψε ὁλότελα τὶς σχέσεις του μὲ τὸν πνευματικό του πατέρα.
Οὐ γὰρ ἀπέστην ὁ ἀνάξιος τελείως ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ γινόμενα ἐξηγόρευον, εἰ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ὁ ἀσυνείδητος οὐκ ἐφύλαττον.
Τὴ δεύτερη καὶ ὁριστικὴ ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ ὁ Συμεὼν τὴν ἀποδίδει σὲ μιὰ ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ.
Σὺ ὁ εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, σπλαχνισθείς με, οὐ παρεῖδες με, ἀλλὰ κακεῖθεν μὲ, βιαίως σύρων, τοῦ βαθυτάτου ἐκείνου λάκκου ἐξήγαγες, καὶ ἐξ οἴκου γονικοῦ μου ἀποχωρίσας, μὲ προσήγαγες τῷ σῷ Πατρί, Χριστέ μου.

Αὐτὴ ἡ θαυματουργικὴ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν «βαθύτατον λάκκον» ἀντιστοιχεῖ στὴν ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν νὰ ἐγκαταλείψει πιὰ ὁριστικὰ τὸν κόσμο καὶ νὰ γίνει μοναχὸς σὲ ἡλικία εἴκοσι ἑπτὰ ἐτῶν περίπου, στὴν Ἱ.Μ. Στουδίου, ὅπου βρῆκε τὸν παλιό του πνευματικὸ πατέρα, τὸν Συμεὼν τὸν Εὐλαβῆ, καὶ ἔγινε ἀμέσως ὁ πιστὸς μαθητής του.
Ἐκδιωχθεὶς ἐκ τῆς Ἱ.Μ. Στουδίου, μπῆκε πάλι ὡς δόκιμος στὸ γειτονικὸ μικρὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ἀλλὰ παρέμενε κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς. Στὸ νέο του μοναστῆρι ὁ Συμεὼν ἔγινε σύντομα μοναχός, χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια παραμονῆς, σὲ ἡλικία τριάντα ἑνὸς χρονῶν, τὸ 980, ἐκλέχθηκε ἡγούμενος ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Μάμαντος μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ τοῦ πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη.
Αὐτὰ εἶναι συνοπτικὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἀναφέρει ὁ Νικήτας Στηθάτος στὸν Βίο του, ἐνῶ τὰ γραπτά τοῦ ἴδιου μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ἐσωτερικὴ πλευρὰ αὐτῶν τῶν γεγονότων.
Ὁ Συμεὼν περιγράφει μὲ ζωντανὲς εἰκόνες τὸν ἐσωτερικό του δρόμο ὑπογραμμίζοντας πὼς παρ’ όλους τοὺς πολυάριθμους μυστικοὺς φωτισμοὺς δὲν ἔχει γνωρίσει ἀκόμη τὸν Θεόν.
Γιὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν σημαντικὴ εἶναι μιὰ προσωπικὴ συνάντηση μὲ τὸν Χριστό, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὸ Φῶς καὶ στὴν κοινωνία μαζί Του.
« Ἐγώ εἰμὶ ὁ Θεὸς ὁ διὰ σὲ γεγονὼς ἄνθρωπος καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν ἀδελφός μου καὶ συγκληρονόμος μου καὶ φίλος μου».

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν βεβαιώνει ποικιλότροπα, πὼς αὐτὴ ἡ μυστικὴ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ ἔγινε γι’ αὐτὸν στὴ συνέχεια, μιὰ κατάσταση μόνιμη, τὴν ὁποιάν τοῦ ἦταν τελείως ἀδύνατο νὰ κρατήσει μυστικὴ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον καὶ ἀπὸ τὴ μεγάλη του ἐπιθυμία νὰ κάνει ὅλο τὸν κόσμο μέτοχο αὐτῆς τῆς Χάριτος.
«Ποῦ δυνάμεθα τὸ τοσοῦτον μέγεθος τῶν εὐεργεσιῶν σιωπᾶν;».
Ἐδῶ ἀγγίζουμε μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς στιγμὲς τῆς προόδου στὴ μυστικὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα μας.
Ἀπὸ τότε ἄρχισε ἀσκητικὲς ἐργασίες: ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ἄσκηση ταπείνωσης καὶ θερμὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ μαζὶ μὲ τὸν διακαὴ πόθο του ὅπως ὅλος ὁ κόσμος γίνῃ μέτοχος αὐτῆς τῆς Χάριτος καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, μεταμόρφωσε ὅλο του τὸ εἶναι, ὥστε νὰ γίνει ὁ «πτωχὸς φιλάδελφος», ποὺ δέχεται τὴν ἐλεημοσύνη γιὰ νὰ φανερώσει τὴν πηγή της καὶ ποὺ καλεῖ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τρέξει νὰ βρεῖ τὸν μόνο Ἐλεήμονα.

Τὰ κείμενά του, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε πάλι τὶς ἴδιες τὶς εἰκόνες τοῦ Συμεών, εἶναι πραγματικὰ ἀνοιχτὲς παλάμες, μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες δείχνει τὰ χρυσὰ νομίσματα τῶν πνευματικῶν του ἐμπειριῶν σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀμφισβητοῦν τὴ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστὸ σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή.

Ναί, ἀδελφοί μου, δράμετε ταῖς πράξεσι πρὸς Τοῦτον,
Μὴ λέγετε, ἀδύνατον λαβεῖν τὸ Θεῖον Πνεῦμα,
Μὴ λέγετε, χωρὶς Αὐτοῦ δυνατόν το σωθῆναι.
Μὴ λέγετε, ὅτι Θεὸς οὒχ ὁρᾶται ἀνθρώποις,
Μὴ λέγετε, οἱ ἄνθρωποι φῶς θεῖον οὒχ ὁρῶσιν,
ἢ ὅτι καὶ ἀδύνατον ἐν τοῖς παρούσι χρόνοις!
Ἀλλὰ καὶ λίαν δυνατὸν τοῖς θέλουσιν ὑπάρχει,
πλὴν ὅσοις βίος κάθαρσιν τὴν τῶν παθῶν παρέσχε
καὶ καθαρὸν εἰργάσατο τῆς διανοίας ὄμμα.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ»
Διασκευὴ π. Γεώργιος Καλαντζῆς