Πνευματικά Κείμενα

Στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγ. Συμεὼν ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος ἦταν γενικῶς σὲ ἄθλια κατάσταση καὶ μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν κτισμάτων σὲ ἐρείπια. Μὲ ἔκπληξη ἔβλεπε κανεὶς μὲ πόση ἐπιτυχία, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, εἶχε ἀναλάβει ὄχι μόνο τὴν γενικότερη ὀργάνωση ἀλλὰ καὶ τὶς ἐργασίες τῆς ὑλικῆς ἀνοικοδόμησης τῶν κτισμάτων. Ἡ πνευματικὴ ἀνακαίνιση τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Συμεὼν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἐντυπωσιάζουν καὶ ἡ πρώτη Κατήχηση «Περὶ Ἀγάπης» ποὺ ἐκφώνησε ὁ Συμεὼν κατὰ τὴν ἐκλογή του ὡς ἡγουμένου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σὰν μιὰ καλὴ ἔκθεση τοῦ προγράμματός του.

Λύπη μὲ κατέχει, ὅτι ὁδηγεῖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ ταπεινὸς (προκριθείς). Ἀλλὰ παρακαλῶ πάντας ὑμᾶς, μὴ εἰς τὸν διακεχυμένον μου βίον ὁρᾶν, ἀλλ’ εἰς τὰ τοῦ Κυρίου προστάγματα καὶ εἰς τὰς τῶν πατέρων ἡμῶν διδασκαλίας. Σπουδάσωμεν, ὥσπερ διὰ πάντων, οὕτω καὶ διὰ τῆς εἰς ἀλλήλους ἀγάπης θεραπεύειν τὸν Θεόν, ἀλλήλους διεγείροντες, πρὸς ζῆλον καὶ μίμησιν τοῦ καλοῦ.

Ὅλος ὁ λόγος -ὅλη ἡ προσπάθειά του- ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ δείξει στοὺς μοναχοὺς πὼς ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἡ ἀδιάκοπη συνέργεια ὅλων γιὰ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα τῆς ἀγάπης. Τὸ ἐγκώμιο τῆς ἀγάπης παίρνει τὴ μορφὴ ἑνὸς θεόπνευστου ὕμνου πρὸς τὴν προσωποποιημένη Ἀγάπη.

Ὁ Συμεὼν γνώριζε πολὺ καλὰ τὶς δυσκολίες τῆς συνεργασίας καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸν στηριγμόν, καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει κανέναν ἁμαρτωλό, ἂν στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ χωρὶς «δισταγμὸν καρδίας».

Ὦ Θεέ μου, ... ἱκάνωσον τοῦ μακροθύμως φέρειν πάντα πειρασμὸν καὶ λύπην.

Αὐτὸ ὅμως ποὺ κυρίως τὸν συνέχει εἶναι ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του καὶ προσεύχεται ὅπως σωθεῖ μὲ τοὺς ἀδελφούς του.
Οὓς τέταγμαι ποιμαίνειν, ἀκατακρίτως μετελθεῖν ἑνὸς ἑκάστου.
Καὶ τοῖς χοροῖς τῶν ἐκλεκτῶν, συγκαταρίθμησον ὁμοῦ μετὰ τῶν μαθητῶν μου.

Ὁ Συμεὼν δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἀσκητικοὺς συγγραφεῖς καθώς, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι, τονίζει κι αὐτὸς τὴν ἀναγκαιότητα σκληρῆς δουλειᾶς καὶ ἀγῶνα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόκτηση τῶν πνευματικῶν δωρεῶν.
Στὴ διδασκαλία του ὁ Συμεὼν κήρυττε πάντα τὴν δυνατότητα τῆς μυστικῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὴν παροῦσα ζωή, μὲ ἐπίγνωση ὅμως ὅτι ἡ ὁδός εἶναι στενὴ καὶ τεθλιμμένη, σταυρὸς καὶ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες.
Ὁ Συμεὼν δηλώνει πὼς ἀρχίζουμε νὰ συμμετέχουμε στὴν ἀνάσταση ἤδη ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο (ἀπεντεῦθεν ἤδη). Ἤδη ἀπὸ δῶ ἀρχίζουμε νὰ βλέπουμε τὸν Χριστό.
Διδασκαλία ἐμπνευσμένη καὶ ἀπὸ τὰ παλαιὰ πνευματικὰ ρεύματα, ὅπως ἀπὸ τὶς Πνευματικὲς Ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου· ὁ τρόπος ὅμως τῆς ἐπίγειας ζωῆς ποὺ παρουσιάσθηκε ἀπὸ τὸν Συμεὼν φαινόταν ἀσυνήθιστος καὶ καινούργιος γιὰ τὴν ἐποχή του.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά του εἶναι ὁ συνδυασμὸς ἑνὸς ζωντανοῦ συναισθήματος τῆς δικῆς του ἀναξιότητας μὲ τὴν καθαρὴ συνείδηση τῆς εὐθύνης του ὡς ἡγουμένου καὶ τῆς ὑπερβολικῆς ἀγάπης γιὰ τὰ πνευματικά του παιδιά.
Ὅσο ὅμως κι ἂν αἰσθάνεται ἀνάξιος, ὁ Συμεὼν κρίνει ἀναγκαῖο νὰ διευκρινίσει γιατί ἀναγκάζεται νὰ τοὺς ἀπευθύνει τὸ λόγο καὶ νὰ ἐξηγήσει γιατί στὴ διδασκαλία του μιλάει τόσο συχνὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὶς ἐμπειρίες του.

Ἐγὼ μὲν καὶ τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι ἐκ πλημμελοῦς καὶ ρᾳθύμου προαιρέσεως τὲ καὶ διαθέσεως ἀεὶ ἀσθενῶν, σιωπᾶν ἐβουλόμην καὶ μόνα τὰ κατ’ ἐμαυτὸν ἐπισκέπτεσθαι. Ἀλλ’ ἐπεὶ, εἰς κεφαλὴν τοῦ σώματος ὑμῶν τοῦ ἁγίου, παρ’ ὑμῶν ἐξελέγην, ἀνάγκη μοὶ ἐστὶ τοῦ παρακαλεῖν τὴν ἀγάπην ὑμῶν, εὔχησθε ὑπὲρ τῆς ἐμῆς ἀθλιότητος, καὶ τὴν ὁδὸν ὁδεύων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ ὑμῖν τοῖς ἀγαπητοῖς μου ἀδελφοῖς, συναυλίζωμαι. Ὥσπερ τὸ ὑπὸ τοῦ τεχνίτου κατασκευασθὲν ὄργανον, οὒχ ὅταν ἐκεῖνο βούληται, ἀλλ’ ὅταν ὑπὸ τοῦ πνεύματος κρούηται (ὄργανον ὁ Συμεὼν, Μουσικὸς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα). Καὶ τοῦτό ἐστι τῆς ἐμῆς ψυχῆς ἡ δαπάνη καὶ οὐκ ἐᾷ μὲ ἀναπαυθῆναι ἢ χαρῆναι.

Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Συμεὼν νὰ θέλει νὰ ἀκολουθεῖ τοὺς παλαιοὺς Πατέρες στὴ μυστική τους πορεία φαινόταν σὲ πολλοὺς σὰν μιὰ ἀπαίτηση πολὺ ὑπερβολική. Ἀντίθετα ὅμως γιὰ τὸν Συμεὼν αὐτὸ ἀποτελοῦσε ἕναν ἀπαράβατο ὅρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πίστευε πὼς ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη αἵρεση ἦταν νὰ νομίζει κανεὶς πὼς ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει στὸ κάθε παρὸν τὴν ἴδια πληρότητα χαρισμάτων, ποὺ εἶχε στοὺς παλαιοὺς χρόνους. Κατὰ συνέπεια, αὐτὰ τὰ χαρίσματα εἶναι πάντα ἐξασφαλισμένα σὲ ὅσους σήμερα, ὅπως καὶ ἐχθές, τὰ ἀναζητοῦν μὲ ταπείνωση καὶ πνεῦμα θυσίας. Σ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν μποροῦσε νὰ μὴ δημιουργηθεῖ ἔντονη ἀντίθεση.

Ἀλλὰ περὶ ἐκείνων λέγω, τοὺς λέγοντας μὴ εἶναι τινὰ ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις καὶ ἐν μέσῳ ἡμῶν τὸν δυνάμενον φυλάξαι τὰς εὐαγγελικὰς ἐντολὰς καὶ κατὰ τοὺς ἁγίους γενέσθαι πατέρας· οὐ μερικὴν τινὰ αἵρεσιν κέκτηνται, ἀλλὰ πάσας, καὶ ἀνατρέπει (-ουν) πάσας τὰς θείας Γραφάς. Ταῦτα τοιγαροῦν κτῆσαι, καὶ γενήσεταί σοι πηγὴ δακρύων ἡ νυνὶ πετρώδης ὑπάρχουσα ψυχή. Εἰ δὲ σὺ μὴ θέλεις θλιβῆναι καὶ στενοχωρηθῆναι, μὴ λέγε κὰν τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον.

Ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τοῦ Συμεὼν στὰ πνευματικὰ δάκρυα σὰν μέσο ἀπαραίτητο γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ στὴ συνέχεια τῆς θέας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑνώσεως μὲ Αὐτόν, προκαλοῦσε ἰδιαίτερα τὴν εἰρωνία καὶ τὴν ἐχθρότητα αὐτῶν ποὺ διαφωνοῦσαν. Ὁ ἴδιος δηλώνει πὼς τὸ χάρισμα τῶν δακρύων δίνεται σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ἀναζητοῦν πραγματικὰ καὶ συμπληρώνει ὅτι ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ δυσκολία στὸ νὰ ἔρθουν δάκρυα δὲν εἶναι χαρακτηριστικὰ ὁρισμένων ἐκ φύσεως, ἀλλὰ προέρχονται ἀπὸ ἀμέλεια καὶ πνευματικὴ νωθρότητα.
Ἄνευ γὰρ ὕδατος ἀμήχανον ἐκπλυθῆναι τὸ ρερυπωμένον ἱμάτιον, καὶ δίχα δακρύων ἀμηχανέστερον ἀποπλυθῆναι καὶ καθαρθῆναι κηλίδων καὶ μολυσμῶν τὴν ψυχήν. Μὴ προφασιζώμεθα προφάσεις ψυχοβλαβεῖς καὶ ματαίας, μᾶλλον δὲ εἰπεῖν εἰς ἅπαν ψευδεῖς καὶ τῆς ἀπωλείας προξένους, ἀλλ’ ἐκζητήσωμεν τὴν βασιλίδα ταύτην τῶν ἀρετῶν (τὴν κατάνυξιν) ὁλοψύχως...

Στὰ παραπάνω ἀποσπάσματα μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε τὸ πέρασμα, μὲ τρόπο πολὺ φυσικό, ἀπὸ τὶς ἀσκητικὲς συμβουλὲς στὶς ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις. Μιὰ παρόμοια ὀργανικὴ σύζευξη θεμάτων ἀσκητικῆς μὲ θέματα μυστικὰ εἶναι συνηθισμένη στὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Συμεών, γεγονὸς ἀκατανόητο γιὰ τοὺς πολλοὺς.
Μὴ τί κατακρίνατε, ὡς μεγαλορρημονοῦντας ἡμᾶς; Οὕτω μὲ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κινεῖ πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἐμοῦς πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἀποκαλύψαι τὴν ἄφατον πρὸς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα καὶ ἀγάπην.

Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, αὐτὸς ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ γεμάτος ἀπὸ ἀγάπη, ποὺ σταυρώνεται γιὰ τὴ σωτηρία τῶν παιδιῶν του, ἦταν καὶ παραμένει ἕνας μεγάλος πνευματικὸς ἀναμορφωτής. Στὸ πρόσωπό του καὶ στὰ ἔργα του τὸ θεωρητικὸ καὶ ἀναχωρητικὸ ρεῦμα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας ἑνώνεται ὀργανικὰ μὲ τὴν κοινοβιακὴ καὶ πρακτικὴ παράδοση. Ἡ φλογερὴ ἀγάπη του καὶ ἡ μέριμνα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του, ἡ φροντίδα του νὰ τοὺς κάνει μετόχους τῶν ἰδίων δωρεῶν τῆς Χάρης ποὺ εἶχε δεχτεῖ ὁ ἴδιος, δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ διαλέξει καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἀποτραβηγμένη καὶ σιωπηλὴ ζωὴ τοῦ «ἡσυχαστοῦ», ἀλλὰ τὸν ὁδήγησαν σὲ μιὰ ζωὴ δράσεως. Ἡ ἐπίμονη μέριμνα γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τῶν ἄλλων εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν δυσκολιῶν ποὺ συνάντησε μὲ τὴν ἰδιότητά του ὡς ἡγουμένου. Κι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ μέριμνα εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν ἔκανε, ὅπως μᾶς τὸ λέει ὁ ἴδιος στὴν Κατήχηση ποὺ ἀναφέρουμε πιὸ πάνω, «ζηλωτὴν μανικώτατον».

 

Διασκευὴ ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ»
ὑπὸ π. Γεωργίου Καλαντζῆ