Πνευματικά Κείμενα

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

Ὁ προαιώνιος καὶ ὑπερούσιος καὶ ὑπεράγαθος Λόγος, ἀπὸ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία κι᾽ εὐσπλαγχνία γιὰ χάρι μας ἠθέλησε νὰ περιβληθῇ τὴν ἰδική μας εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φύσι ποὺ εἶχε συρθῇ κάτω στοὺς μυχοὺς τοῦ ἅδη, νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ καὶ νὰ τὴν ἀναβιβάσῃ πρὸς τὸ ὑπερουράνιο ὕψος τῆς βασιλείας καὶ θεότητός Του. Γιὰ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὴν φύσιν μας καθ᾽ ὑπόσταση, ἐπειδὴ χρειαζόταν σαρκικὸ πρόσλημμα, εὑρίσκει πρέπουσα ὑπηρέτρια καὶ χορηγὸ ἀμόλυντης φύσεως τὴν ἀειπάρθενη, ποὺ πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλους τούς ἐκλεγμένους καὶ θαυμαστοὺς καὶ περιβόητους ὁ Θεὸς ἐξέλεξε γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ σύνεσή της καὶ τῆς ὁποίας σήμερα ἑορτάζομε τὴν παράδοξη εἴσοδο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων.

 

Αἰτία τῆς ἀμαύρωσις τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ τῆς καταπτώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπῆρξε ὁ φθόνος τοῦ μισόκαλου. Στὴν ἀρχὴ ἐφθόνησε τὸν Ἀδάμ, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ζῇ στὸν τόπο τῆς ἄφθαρτης τρυφῆς καὶ νὰ περιλάμπεται μὲ θεοειδῆ δόξα καὶ νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ ὅπου αὐτὸς ἀπεῤῥίφθηκε. Ἀπὸ φθόνο ὁ μισόκαλος ἐξεμάνη ἐναντίον τοῦ Ἀδάμ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ πρόσωπο, ἐχρησιμοποίησε τὸν δόλο καὶ τὴν πονηρία.

Ἐὰν ὁ Ἀδάμ, κρατῶντας δυνατὰ τότε τὴν θεία ἐντολή, ἀπέῤῥιπτε τὴν ἐχθρικὴ πονηρὰ συμβουλή, καταντροπιάζοντας τὸν δόλιο προσβολέα, θὰ ἦτο νικητής. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος, ὑποκύπτοντας ἑκουσίως, ἐνικήθηκε καὶ ἀχρειώθηκε, κι᾽ ἔτσι, ἀφοῦ ἦταν ῥίζα τοῦ γένους, καταλήξαμε ὅλοι θνητοὶ καὶ ἡ κτίσις συστενάζει. Ἐχρειαζόταν, λοιπόν, τὸ γένος μας νέα ῥίζα, δηλαδὴ νέο Ἀδάμ, ἀναμάρτητο, ἀλλὰ κι᾽ ἐντελῶς ἀνεξαπάτητο καὶ ἀήττητο, ποὺ ὄχι μόνο ζῆ ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ, ὥστε νὰ μεταδίδῃ ζωὴ, καὶ ἐπὶ πλέον μπορεῖ νὰ συγχωρῇ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ καθιστᾶ ἀθώους τοὺς μεταγενεστέρους ἐνόχους.

Γι᾽ αὐτὸ ὁ Παῦλος, ἡ μεγάλη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, βοᾷ λέγοντας, «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς ζωντανὴ ψυχή, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς πνεῦμα ζωοποιὸ» (Α´ Κορ. 15, 45). Ἀναμάρτητος ὅμως καὶ ζωοποιὸς καὶ ἱκανὸς νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες δὲν εἶναι κανεὶς πλὴν τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὁ νέος Ἀδὰμ ἦταν ἀναγκαῖο νὰ εἶναι ὄχι μόνο ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, νὰ εἶναι κυριολεκτικῶς ζωὴ καὶ σοφία, δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία, ὥστε νὰ διενεργήσῃ τὴν ἀνακαίνισι καὶ ἀναζώωσι τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ μὲ ἔλεος καὶ σοφία καὶ δικαιοσύνη.

Ἦταν δὲ θέμα ἀκριβοῦς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἴδια ἡ ἡττηθεῖσα καὶ ὑποδουλωθεῖσα ἑκουσίως ἀνθρώπινη φύσις νὰ ξαναπαλαίσῃ γιὰ τὴ νίκη καὶ ν᾽ ἀπωθήσῃ τὴ δουλεία ἑκουσίως. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς εὐδόκησε ν᾽ ἀναλάβῃ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ τὴ φύσι μας, ἑνούμενος μὲ αὐτὴν παραδόξως καθ᾽ ὑπόστασι, ἀπὸ μιὰ τελείως ἀμόλυντη καὶ καθαρωτάτη παρθένο, ἡ ὁποία καὶ προωρίσθηκε κι ἐφανερώθηκε γιὰ τὴν κυοφορία καὶ τὴ γέννησι Ἐκείνου ποὺ εἶναι καὶ ἐραστής της καὶ δοτὴρ τῆς καθαρότητος καὶ ἀποτελέσθηκε τὸ Μέγα Μυστήριο τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως.

Αὐτὰ τὰ γεγονότα ποὺ συνετέλεσαν σ᾽ αὐτὸ τὸ Μέγα Μυστήριο ἑορτάζονται ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα μὲ εὐχαριστίες καὶ ὕμνους. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἐκ Θεοῦ καὶ Θεός, καὶ Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ ὑψίστου Πατρός, συνάναρχος καὶ συναΐδιος, γίνεται υἱὸς ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἴδιος χθὲς καὶ σήμερα, καθὼς καὶ στοὺς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), ἄτρεπτος κατὰ τὴν θεότητα, ἄμεμπτος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. «Αὐτὸς μόνος», ὅπως ἤδη προεμαρτύρησε ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 53, 9), «δὲν διέπραξε ἁμαρτία καὶ δὲν εὑρέθηκε δόλος στὸ στόμα του».
Ἦλθε ὁ Θεὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦλθε ἀπὸ παρθένο ἁγνὴ καὶ ἁγία, μᾶλλον δὲ πανυπέραγνη καὶ ὑπεραγία, προορισομένη πρὸ αἰώνων καὶ ἐκλεγμένη ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεγμένους ἀπὸ αἰῶνες αὐτὴν τὴν ὑμνουμένη τώρα ἀπὸ ἐμᾶς ἀειπάρθενο κόρη.
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ κόρη εἶχε ἔνοικη τὴν θεοειδῆ χάρι παραπάνω ἀπὸ ὅλους, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀξιώσῃ τὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλους, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ νὰ πείσῃ γι᾿ αὐτὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄
Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις.
Ἐν ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται.
Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν· Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις.

Διὰ τοῦτο ἂς μετοικίσωμε κι᾽ ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπὸ τὴ γῆ στὰ ἄνω· ἂς μεταφερθοῦμε ἀπὸ τὴν σάρκα στὸ πνεῦμα· ἂς μεταθέσωμε τὸν πόθο ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ μόνιμα· ἂς καταφρονήσωμε τὶς σαρκικὲς ἡδονές, ποὺ ἔχουν εὑρεθῇ ὡς δέλεαρ κατὰ τῆς ψυχῆς καὶ παρέρχονται γρήγορα· ἂς ἐπιθυμήσωμε τὰ πνευματικὰ χαρίσματα ποὺ μένουν ἄφθαρτα· ἂς ὑψώσωμε καὶ ἂς ἀνεβάσωμε τὴ στάσι καὶ τὴν διάνοιὰ μας ἀπὸ τὴν κάτω τύρβη· στὰ οὐράνια ἄδυτα, τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου τώρα κατοικεῖ ἡ Θεοτόκος.

Τὰ ἄσματά μας καὶ οἱ δεήσεις μας πρὸς Αὐτὴν ἄς συμβάλλουν νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ παρόντα καὶ μὲ τὴ μεσιτεία της νὰ γίνωμε κληρονόμοι τῶν μελλόντων καὶ μενόντων ἀγαθῶν, μὲ τὴ χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἐγεννήθηκε ἀπὸ Αὐτὴν γιὰ μᾶς, στὸν Ὁποῖον πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ συναΐδιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Νοέμβριος 2018