Πνευματικά Κείμενα

Τὴν ἀρετή τῆς ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ τὴν ἔχει κατατάξει ὁ Θεὸς σ’ αὐτὲς ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ μᾶς ἄφησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς Ἱερὰ Παρακαταθήκη, βοήθεια καὶ ὁδηγὸ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα μας πολλές ἀναφορὲς καὶ παραβολὲς γι’ Αὐτὴν. Ὄλοι οἱ Χριστιανοὶ γνωρίζουν φυσικὰ γιὰ τὴν ἀρετὴ αὐτή, ποὺ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φιλανθρωπία, πολλοὶ ὅμως μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ὁ φτωχὸς ποὺ μᾶς ζητᾶ λίγη τροφή, ὁ ἀσθενὴς ποὺ βρίσκεται στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ δὲν ἔχει τὰ ἀπαραίτητα ἢ κάποιον νὰ τοῦ σταθεῖ, ὁ φυλακισμένος ἀδελφός μας ποὺ διάφορες συγκυρίες μπορεῖ νὰ τὸν ὁδήγησαν ἐκεῖ καὶ ἔχει ἀνάγκες οἰκονομικές, ἔνδυσης ἢ μιᾶς καλῆς κουβέντας, εἶναι χτυπήματα στὴν πόρτα μας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ ἀνοίγοντάς την, δεχόμαστε τὸν ΙΔΙΟ στὴ ζωὴ καὶ στὴν καρδιά μας.
Πολλὴ διδακτικὴ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων. Ἀπ’ αὐτὲς οἱ πέντε, ἂν καὶ εἶχαν καταφέρει νὰ βγοῦν νικήτριες στὸ δύσκολο δρόμο τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἐγκράτειας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν εἶχαν τὸ ἀπαιτούμενο λάδι, δηλαδὴ δὲν ἔπρατταν ἐλεημοσύνη καὶ δὲν ἔδειχναν ἀγάπη στὸν πλησίον τους, ἄκουσαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριόν μας τὸ «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ΟΥΚ ΟΙΔΑ ΥΜΑΣ», καὶ δυστυχῶς, δὲν ἀξιώθηκαν τῆς Οὐράνιας Βασιλείας.

Ἂς μὴν περιφρονοῦμε, λοιπόν, τοὺς ἐνδεεῖς καὶ φτωχοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἂς τοὺς βοηθᾶμε πάντοτε, ὅπως διδασκόμεθα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἁγίων μας καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Ἐλεήμονος, ποὺ ἑορτάζει στὶς 12 Νοεμβρίου.

Ἂν μὴ τὶ ἄλλο, ἂς σκεφτοῦμε πὼς μὲ τὴν ἐλεημοσύνη μας καὶ αὐτοὺς βοηθᾶμε ἀλλὰ καὶ εἰσιτήριο γιὰ τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ἐξασφαλίζουμε καὶ γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας ἐργαζόμαστε καὶ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων μας ἀνακουφίζουμε.
Σήμερα δέ, ποὺ οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολὺ μεγάλες καὶ ἡ φτώχεια περισσεύει, ἡ ἀρετὴ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη καὶ χρήσιμη.

Ἀλλά, ἐὰν ἡ ἀνωτέρω ἐλεημοσύνη εἶναι τόσο πολὺ χρήσιμη καὶ ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη καὶ ἀπαραίτητη εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία μας ἡ πνευματικὴ ἐλεημοσύνη. Διότι, ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, ἐὰν ὅταν βοηθάει κάποιος τὸ σῶμα, παρ’ ὅλο ποὺ εἶναι θνητό, ἐκτελεῖ θεάρεστο ἔργο, πόσο μᾶλλον, πολὺ περισσότερο, ὅταν βοηθάει τὴν ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀθάνατη.
Γιατὶ σήμερα, ποὺ ἡ ἀγάπη τείνει νὰ ψυγεῖ καὶ ἡ μοναξιὰ ἔχει «εἰσχωρήσει» σ’ ὅλες τὶς ἡλικίες καὶ τὰ κοινωνικὰ στρώματα, εἰδικὰ στὶς μεγαλουπόλεις, ἡ ἐκδήλωση ἁπλοῦ ἀλλὰ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος πρὸς τὸ συνάνθρωπο, μία ἐπίσκεψη, ἕνας λόγος παρακλητικός, εἶναι ἱκανὰ νὰ δώσουν τόση δύναμη, ὅση δὲν θὰ τοῦ ἔδιναν πλῆθος ὑλικῶν ἀγαθῶν.

Ἔτσι, δὲν ὑπάρχει ἐλαφρυντικὸ καὶ γιὰ ὅσους λένε πὼς δὲν ἔχουν χρήματα νὰ κάνουν ἐλεημοσύνη. Ἕνας παρηγορητικὸς λόγος, ἂν καὶ ἀνεκτίμητης ἀξίας, δὲν κοστίζει τίποτε. Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι περίσσευμα ΑΓΑΠΗΣ.


ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ἔμενε μὲ τὸν ὑποτακτικό του σὲ μιὰ καλύβη, ὄχι μακριὰ ἀπὸ ἕνα κεφαλοχώρι. Κάποτε, ἔπεσε στὸν τόπο μεγάλη δυστυχία κι ὁ φτωχὸς κόσμος πέθαινε, σχεδόν, ἀπὸ τὴν πεῖνα. Πολλοὶ στὴν ἀπελπισία τους πήγαιναν καὶ κτυποῦσαν στὴν καλύβη τοῦ ἐρημίτη. Ἐκεῖνος, πάλι, ποὺ ἦτο πολὺ ἐλεήμων, ἔδινε μὲ τὴν καρδιά του ἀπ’ ὅ,τι τύχαινε νὰ ἔχει. Ὁ ὑποτακτικὸς, ὅμως, ποὺ ἔβλεπε μὲ τρόπο τὸ ψωμί τους νὰ λιγοστεύει, εἶπε μιὰ μέρα στενοχωρημένος στὸ Γέροντα:

– Ἀββά, δὲ μοῦ ξεχωρίζεις τὰ ψωμιὰ ποὺ μοῦ ἀναλογοῦν;
Ἐκεῖνος τὸ ἔκανε, χωρὶς νὰ εἰπεῖ τίποτε, κι ἐξακολούθησε νὰ δίνει ἀπὸ τὰ δικά του στοὺς φτωχούς. Μὰ κι ὁ Θεός, ποὺ εἶδε τὴν καλή του προαίρεση τὰ εὐλόγησε κι ὅσο ἐκεῖνος ἔδινε, τόσο αὐτὰ ἐπληθύνονταν.

Ὁ ὑποτακτικὸς, στὸ μεταξύ, ἔφαγε τὰ δικά του. Ὅταν πιὰ δὲν τοῦ ἔμειναν παρὰ λίγα ψίχουλα, πήγε στὸν Γέροντά του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τρῶνε πάλι μαζί. Ἐκεῖνος τὸν δέχτηκε χωρὶς νὰ φέρει ἀντίρρηση.
Τώρα, ὅμως, εἶχαν αὐξηθεῖ καὶ οἱ ζητιάνοι, κι ὁ ὑποτακτικὸς ἄρχισε πάλι νὰ δυσανασχετεῖ. Μιὰ μέρα κτύπησε ἡ πόρτα. Ἦταν ὁ ἀπαραίτητος φτωχός. Ὁ ὑποτακτικὸς κατσούφιασε.

– Δῶσε του ἕνα καρβέλι, πρόσταξε ὁ Γέροντας, ποὺ ἔκανε πὼς δὲν εἶδε τὸ μορφασμό του.
– Μοῦ φαίνεται πὼς δὲν ἔχομε πιὰ νὰ φᾶμε οὔτε ἐμεῖς. Εἶπε φωναχτὰ ὁ ὑποτακτικός, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει κι ὁ ζητιάνος.
– Πήγαινε καὶ ψᾶξε καλά, πρόσταξε ὁ Γέροντας.

Σηκώθηκε ἐκεῖνος, ἀπρόθυμα, νὰ πάει στὸ κελαρικό. Μὰ τρόμαξε ν’ ἀνοίξει τὴν πόρτα. Τὸ βρῆκε γεμᾶτο ὡς ἐπάνω ἀπὸ καλοψημένα φρέσκα καρβέλια.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἀπόκτησε μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἅγιο Γέροντά του κι ἔγινε πρόθυμος στὸ ν’ ἀνακουφίζει τοὺς φτωχούς.

ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΥΣ κάθε Κυριακὴ μετὰ τὴ Λειτουργία μάζευε τοὺς φτωχοὺς τῆς ἐνορίας του καὶ τοὺς μοίραζε τὰ χρήματα, ποὺ μάζευε τὸ «κιβώτιο τῶν πτωχῶν».

Μία Κυριακὴ πῆγε μιὰ γυναῖκα μὲ παλιὰ ξεσκισμένα ροῦχα καὶ μὲ ὕφος κακομοίρικο. Ὁ ἱερεὺς τὴ λυπήθηκε. Ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ κιβώτιο μὲ τὴν πρόθεση νὰ τῆς δώσει ὅσα χρήματα χωροῦσε ἡ παλάμη του. Ὅταν τὸ τράβηξε ἔξω, εἶδε πὼς εἶχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε νὰ τῆς τὰ δώσει, γιατὶ πίσω της περίμενε ἄλλη νὰ πάρει φιλοδώρημα. Αὐτὴ φοροῦσε περιποιημένα φορέματα. Ὁ ἱερεὺς σκέφτηκε πὼς ἦταν ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ χωρὶς λόγο ζητιανεύουν. Θὰ τῆς ἔδινε λίγα, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀφήσει νὰ φύγει ἔτσι καὶ τῆς ἔμενε ἡ ντροπή. Ἔβαλε πάλι τὸ χέρι του στὸ κιβώτιο κι ἡ φοῦχτα του γέμισε χρυσὰ νομίσματα.

Σὰν εὐλαβὴς ποὺ ἦτο, κατάλαβε τὴ θεία ἐπέμβαση. Ζήτησε, λοιπὸν, πληροφορίες καὶ γιὰ τὶς δύο ἐκεῖνες γυναῖκες. Ἔμαθε, τότε, πὼς ἡ μία, ποὺ φαινόταν καλοντυμένη, ἦταν ἀπὸ καλὴ οἰκογένεια, ποὺ τελευταῖα ἀπὸ διάφορα ἀτυχήματα φτώχυνε καὶ ὑπέφερε πολύ. Ἀπὸ ἀξιοπρέπεια φοροῦσε περιποιημένα ροῦχα. Ἡ ἄλλη ἔβαζε κουρέλια, ὅταν ἔβγαινε νὰ ζητιανέψει, γιὰ νὰ τῆς δίνουν εὐκολότερα.

Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει.

Ὁ Θεὸς εἶναι τόσο δίκαιος ποὺ δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει τί ἔχουμε ἀλλὰ τί δώσαμε…
1. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει τί μάρκα αὐτοκίνητο ὁδηγοῦμε. Θὰ μᾶς ρωτήσει πόσους ἀνθρώπους μεταφέραμε μὲ τὸ αὐτοκίνητό μας, ὅταν δὲν εἶχαν μέσο συγκοινωνίας νὰ μετακινηθοῦν.
2. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει πόσα τετραγωνικὰ εἶναι τὸ σπίτι μας. Θὰ μᾶς ρωτήσει πόσους ἀνθρώπους φιλοξενήσαμε σ’ αυτό.
3. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει γιὰ τὰ ἐπώνυμα καὶ ἀκριβὰ ροῦχα ποὺ ἔχουμε στὶς ντουλάπες μας. Θὰ μᾶς ρωτήσει πόσους φτωχοὺς ντύσαμε.
4. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει πόσο μεγάλο μισθὸ παίρνουμε. Θὰ μᾶς ρωτήσει ἐὰν συμβιβάσαμε τὸν χαρακτῆρα μας γιὰ νὰ τὸν ἀποκτήσουμε.
5. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει τὸν τίτλο ἢ τὰ ἀξιώματα τῆς ἐργασίας μας. Θὰ μᾶς ρωτήσει ἐὰν ἐκτελέσαμε τὴν ἐργασία μας μὲ ἦθος καὶ μὲ προσοχή.
6. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει πόσους φίλους ἔχουμε. Θὰ μᾶς ρωτήσει μὲ πόσους ἀνθρώπους εἴμαστε φίλοι.
7. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει σὲ ποιά γειτονιὰ μένουμε. Θὰ μᾶς ρωτήσει πῶς φερθήκαμε στοὺς γείτονές μας.
8. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει γιὰ τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός μας. Θὰ μᾶς ρωτήσει γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας.
9. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει σὲ πόσα μέρη τοῦ κόσμου ταξιδεύσαμε καὶ διασκεδάσαμε. Θὰ μᾶς ρωτήσει ἐὰν ἐπισκεφτήκαμε φτωχικὲς συνοικίες καὶ ἂν προσφερθήκαμε νὰ βοηθήσουμε.
10. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει ἂν εἴμαστε ἐπώνυμοι καὶ ἰσχυροί. Θὰ μᾶς ρωτήσει ἂν εἴμαστε ταπεινοὶ καὶ ἐὰν συγχωροῦμε τὸν πλησίον…

Κλείνουμε τὶς ταπεινὲς αὐτὲς σκέψεις μας, μὲ κάτι πολὺ αἰσιόδοξο ἀπὸ τὰ σπουδαῖα λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου: «…κἂν πολλὰς ἔχῃς ἁμαρτίας, ἐλεημοσύνη δὲ ἡ συνήγορος, μὴ φοβοῦ· οὐδεμία γὰρ αὐτῇ τῶν ἄνω δυνάμεων ἀντιτάσσεται· χρέος ἀπαιτεῖ, ἴδιον ἔχει χειρόγραφον μετὰ χεῖρας βαστάζουσα… Ὥστε οὖν ὅσας ἔχεις ἄλλας ἁμαρτίας, ἡ ἐλεημοσύνη σου βαρεῖ τας ὅλας». Δηλαδή, «…κι ἂν ἀκόμα ἔχεις πολλὲς ἁμαρτίες, μὴ φοβᾶσαι, ἐφ᾿ ὅσον ἔχεις συνήγορο τὴν ἐλεημοσύνη· γιατὶ καμιὰ οὐράνια δύναμη δὲν ἀντιστέκεται σ’ αυτήν· ἀπαιτεῖ τὸ χρέος, ἔχει δικό της χειρόγραφο ποὺ τὸ κρατᾶ στὰ χέρια της… Ὥστε, λοιπόν, ὅσες ἄλλες ἁμαρτίες ἔχεις, ἡ ἐλεημοσύνη σου τὶς ἰσοζυγίζει ὅλες». (Περὶ Μετανοίας, Ὁμιλία γ΄).


Ἀποσπάσματα ἀπό: "Tὸ Γεροντικὸν-Ὁμιλίες Πατέρων περὶ Ἐλεημοσύνης", Μοναχῆς Θεοδώρας Χαμπάκη.
Διασκευὴ κειμένων π. Σάββας Γεωργιάδης