Πνευματικά Κείμενα

Μέ ἀφορμή τήν παρουσία τῶν Ἁγίων Λειψάνων καί τήν εὐλογία πού ὑπῆρξε ἐξ αὐτοῦ γιά ὅλους μας, θυμήθηκα κάτι πού εἶχα διαβάσει στόν Κόντογλου γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τό καταγράφω γιά μένα πρῶτα.

Οἱ πιό πολλοί ἀπό ἐμᾶς τούς Ἕλληνες, γιά νά μήν πῶ ὅλοι, δέν ἔχουμε ἰδέα ἀπό τό τί γίνεται στόν ἄλλο κόσμο γιά τή θρησκεία μας, γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ξέρουμε ὅμως, μικροί καί μεγάλοι, τούς θεατρίνους καί τούς τραγουδιστάδες, θηλυκούς καί ἀρσενικούς, τούς ἀνθρώπους πού κάνουνε κάθε λογής σκάνδαλα καί παληανθρωπιές.
Δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις πού θά θέλαμε νά κοιμηθοῦμε χωρίς νά βλέπουμε ἐφιάλτες, μά δέν μποροῦμε. Ἕνα ὄρνεο ἀνύσταχτο μᾶς τσιμπᾶ τήν καρδιά, καί μᾶς θυμίζει τό χάος πού μᾶς ζώνει: «Τί εἶσαι; Γιατί ζεῖς; Ποῦ πᾶς; Τί γίνεται στόν κόσμο μας; Τί εἶναι αὐτό τό βουβό μυστήριο πού μᾶς περιβάλλει;».


Μυριάδες τῶν μυριάδων ἄνθρωποι, ἀπό κάθε φυλή, βρίσκουνται σέ μεγάλη καί σκληρή ἀπορία: ἐάν πίσω ἀπό τίς μηχανές κι ἀπό τίς ἀνακαλύψεις γιά τήν ὑλική ζωή πετύχαμε τήν καλυτέρευσή της, ἐάν γνωρίσαμε περισσότερο φῶς. Ἴσια – ἴσια, μ’ αὐτά ἡ ἀγωνία μας γίνεται πιό
μεγάλη, γιατί βλέπουμε πώς μ’ ὅλη αὐτή τή φοβερή δραστηριότητα τοῦ μυαλοῦ καί τῶν ἐπιδιώξεών μας, τό σκοτάδι γίνεται πιό μαῦρο γύρω μας. Τί νά τά κάνουμε ὅλα αὐτά, ἀφοῦ στό τέλος δέν ἀπαντᾶμε στά ἐρωτήματα πού μᾶς σφίγγουνε σάν θηλιές γιά νά μᾶς πνίξουνε;
Ἀπ᾿ αὐτή τήν τραγική κατάσταση εἶναι ἀπαλλαγμένοι οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τήν ἀληθινή λύτρωση καί ἐλευθερία καί τήν πρόγευση τοῦ Παραδείσου.
Τόν λίγον καιρό πού ἔζησα κι ἐγώ μ’ αὐτή τήν ἁπλή καί μακαρισμένη ζωή, πετοῦσα σάν πουλί, ἔζησα ἐλευθερωμένος ἀπό τή ματαιότητα, εἶχα πετάξει ἀπό ἐπάνω μου «καινά καί παλαιά». Σάν νά ἐβγήκα ἀπό κάποιο λουτρό παλιγγενεσίας, σάν νά γεννήθηκα σέ μιά καινούρια ζωή, κατά τά λόγια πού εἶπε ὁ Χριστός στό Νικόδημο: «ἄν δέν γεννηθοῦμε ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Ἐάν ὁ ἄνθρωπος προσκολληθεῖ στόν Θεό καί δέσει σφιχτά τήν ἐλπίδα του σ’ Αὐτόν μονάχα, ἐάν ταπεινωθεῖ καί λογαριάζει τόν ἑαυτό του ὡς ‘τίποτα’, τότε θά νοιώσει νά τόν σκεπάζει ἡ θεϊκή εὐσπλαχνία καί νά τοῦ δίνει τέτοια δύναμη ὥστε νά μήν ὑπάρχει τίποτα πιά γιά νά τόν φοβερίζει, κι οὔτε καμμιά ἀνάγκη γιά νά τόν κάνει νά τή συλλογισθεῖ.
Ὅλα του φαίνονται σάν νά μήν ὑπάρχουνε, κι αὐτός ἐλαφρός σάν πνοή γεμάτη δύναμη, χαρά, ἐλπίδα καί ἀγάπη (γιατί ἡ ἀληθινή ἀγάπη βγαίνει ἀπό τήν πίστη κι ἀπό τήν ἐλπίδα), πετᾶ ὑψηλά, γλυτωμένος ἀπό τίς μάταιες φροντίδες τῆς σαρκικῆς διάνοιας, ἤγουν τή φιλοδοξία, τόν μωρό
ζῆλο κι ὅλες τίς ἄλλες μικρολογίες μέ τίς ὁποῖες εἶναι δεμένη ἡ ζωή μας. Αὐτή εἶναι μιά κατάσταση πρωτόγνωρη κι ἀπίστευτη, εἶναι ἡ εἴσοδος εἰς τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού λέγει ὁ Κύριος, καί πού δέν λέγεται μέ λόγια.

Γιά νά γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος πνευματικά καί γιά νά βγεῖ στό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, εἶναι ἀνάγκη νά ἀγωνισθῇ, νά πονέσει, ὅπως γίνεται μέ τή γέννα τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό λέγει ὁ Χριστός: «Στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν». Καί στίς Πράξεις τῶν
Ἀποστόλων διαβάζουμε ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Ὁ ἄνθρωπος πού ἐλπίζει μόνο σέ βοήθεια ἀπό τόν Θεό, καί δέν ἀναζητάει ἄλλη ζωή ἐκτός ἀπ’ Αὐτόν, καί καμμιά ἄλλη χαρά ἐκτός ἀπ’ Αὐτόν, καί καμμιά δικαιοσύνη ἐκτός ἀπ’ Αὐτόν, καί κρεμιέται μέ δάκρυα μονάχα σ’ Ἐκεῖνον, ἔχοντας «μονογενῆ ἐλπίδα», αὐτός βρίσκει ἔλεος καί
ἀναπαύεται ἀπό «τά τῆς ματαιότητος τῆς πολυμόχθου σαρκός». Γι’ αὐτόν «ἡ ἀγάπη ἡ ἐν Χριστῷ ἰσχυροτέρα ἐστι τῆς ἐνταῦθα ζωῆς», κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ.
Σ’ αὐτή τή μακάρια κατάσταση βρίσκονται οἱ ἅγιοι, ὄχι λίγες ὧρες τῆς ζωῆς τους, ἀλλά παντοτεινά. Καί γιά τοῦτο νοιώθουνε πώς ἀπό τοῦτον τόν κόσμο ἀπογευθήκανε, σάν ἕναν ἀρραβώνα, τή μακαριότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καί ἀγαποῦνε κάθε ἄνθρωπο καί κάθε πλάσμα, ἐπειδή ἡ τέλεια ἀγάπη προέρχεται ἀπό τή χαρά τῆς πίστης κι ἀπό τή βεβαιότητα κι ἀπό τή στερεή ἐλπίδα πού ἔχουνε μέσα στήν ψυχή τους.

Αὐτό τό ζήσαμε το 10ήμερο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 100χρονων μέ τήν παρουσία τῶν Ἁγίων Λειψάνων στό ναό μας. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ἁμαρτωλοί, μπορεῖ νά ἐλεηθοῦμε καί νά ἀξιωθοῦμε γιά λίγο αὐτή τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς, ν’ ἀπογευθοῦμε λίγο ἀπό τόν οὐράνιο ἄρτο. Μά ὕστερα πάλι, σάν ἀδύνατοι ἄνθρωποι πού εἴμαστε, ἀπό ἀμέλεια ξαναπέφτουμε στίς μέριμνες τοῦ βίου, καί χάνουμε ἐκείνη τήν εὐωδία τοῦ μυστικοῦ κόσμου στόν ὁποῖο ζήσαμε ἐκεῖνον τόν σύντομο διάστημα.
Καί ποθοῦμε θερμά νά ξαναμποῦμε πάλι στήν οὐράνια ἐκείνη πολιτεία καί τήν ἀναθυμόμαστε μέ δάκρυα, κι ὁλοένα ἐλπίζουμε νά τήν ξαναδοῦμε. Κι ἀποροῦμε πῶς τή χάσαμε καί πῶς καταντήσαμε πάλι μόνο “σαρκικοί”, καί θρηνοῦμε σάν τούς πρωτόπλαστους πού καθήσανε ἔξω ἀπό τόν παράδεισο, θρηνοῦντες (βλ. θρῆνος τοῦ Ἀδάμ) -θρηνοῦντες κι ἐμεῖς, ἀλλά ὄχι ἀπελπισμένοι- καί ἀναζητοῦντες νά ξαναμποῦμε μέσα.
Στούς σημερινούς ἀνθρώπους εἶναι σχεδόν ἄγνωστοι οἱ ἅγιοι. Ἔχουν καταντήσει μέσα μας σάν κάποια παραμυθένια πρόσωπα, σάν πλάσματα τῆς φαντασίας, χωρίς ὑπόσταση ἀληθινή, καί ὅμως αὐτοί ζοῦν ἀληθινά, παραδείσια ἀπό αὐτή τή ζωή. Εἴθε οἱ πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων καί οἱ
προσευχές τῶν φίλων τῶν Ἁγίων – τῶν Γεροντάδων νά γίνουν γιά τόν καθένα μας ἡ ἀπαρχή τῆς γνωριμίας μαζί τους.


Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πρώτη κι ἀπαραμόρφωτη μορφή τῆς Ἐκκλησίας, καί ἔγινε πάλι τό στήριγμα τῶν ἀνθρώπων πού ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας.
Στήν Εὐρώπη πολλοί θεολόγοι καί ἄλλοι ἄνθρωποι μελετοῦνε ἀχόρταγα τούς Ὀρθόδοξους Πατέρες, πού εἶναι πηγή ζωῆς γιά τούς πιστούς.

Οἱ Λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου καί ὄχι μόνον, ἀκόμα καί τῶν συγχρόνων ἁγίων: Ἁγίου Πορφυρίου, Ἁγίου Παϊσίου, εἶναι μεταφρασμένοι στά Ρωσικά, στά Γαλλικά, στά Γερμανικά, στά Ἐγγλέζικα καί ἄλλες γλῶσσες. Ὁ ἅγιος Συμεών, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, ὁ ἅγιος Μακάριος, ὁ ἅγιος Ἰσαάκ, ὅλοι οἱ βαθύτεροι μυσταγωγοί πού σταθήκανε στόν κόσμο, ἕως τό Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί τόν Μακάριο
Νοταρᾶ, καί τούς συγχρόνους ἁγίους, εἶναι «μαθόντες καί παθόντες» καί γι’ αὐτό εἶναι πειστικοί δάσκαλοι γιά ὅλους ἐμᾶς.


Ὑπάρχουνε, λοιπόν, πολλοί ἄνθρωποι πού διψᾶνε γιά ἀληθινή τροφή τῆς ψυχῆς καί προστρέχουν στά ὀρθόδοξα πνευματικά βιώματα, ὑπάρχουν ἄνθρωποι καί ἐκτός Ἑλλάδος πού διψοῦν αὐτή τή δίψα, στήν Ἀμερική, στή Γαλλία, στή Γερμανία κι ἀλλοῦ καί φανερώνεται ἔτσι πώς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πηγή ὅπου τρέχουνε νά ξεδιψάσουνε οἱ ἄνθρωποι.
Στόν πρόλογο τῆς «Φιλοκαλίας» ὁ Νίκων (Ρῶσος μοναχός, ὁ προλογίσας τήν ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας) γράφει ἀνάμεσα στά ἄλλα: «Οἱ βάσεις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Παραδόσεις της, προφορικές καί γραμμένες, στά ἔργα τῶν Πατέρων».
Ἀλλοῦ γράφει: «Ἐπειδή στίς ἡμέρες μας δέν βρίσκουμε εὔκολα πνευματικούς ὁδηγούς, γίνεται ἀπαραίτητη ἡ συνεχής μελέτη τῶν ἱερῶν αὐτῶν ἔργων, ὥστε ν’ ἀκολουθήσει κάποιος ἀκίνδυνα αὐτόν τόν θαυμάσιον δρόμο πού ἀνοίγει ἡ τέχνη τῶν τεχνῶν, ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν - ἡ ἐπιμέλεια τῆς πνευματικῆς τελειοποιήσεως. Γιά νά ἐπιτύχουμε σέ τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νά ζοῦμε ἀγόγγυστα, χωρίς παράπονα καί μιζέριες, καί νά ἔχουμε γνήσια ταπείνωση, εἰλικρίνεια, ἐγκαρτέρηση καί ἁγνότητα, προσοχή καί προσευχή καί συνεχή ἀναφορά στίς πρεσβεῖες τῶν
Ἁγίων».

«Μυστικά Ἄνθη» Φώτη Κόντογλου
διασκευή π. Γεώργιος Καλαντζῆς