Πνευματικά Κείμενα

Ἕνα καλό ξεκίνημα γιά τήν καινούργια χρονιά εἶναι νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι τό κέντρο γύρω ἀπό τό ὁποῖο στρέφεται σταθερά ἡ ζωή τῶν Ὀρθοδόξων παραμένει ἡ λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἰδιαίτερα ἡ θεία Λειτουργία.
Διά τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους φανερώνεται ὡς πραγματικότης, αἰσθητοποιεῖται καί ἀναγγέλλεται ὡς «ἐρχομένη» καί ὡς «ἐλθοῦσα», δοξολογικά, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού μεταβάλλει τή διάσταση τοῦ χρόνου, γινόμαστε αὐτόπτες μάρτυρες τῶν γεγονότων πού συνθέτουν τήν οἰκονομία τῆς Σωτηρίας – ἀπό τή Γέννηση ὡς τήν Πεντηκοστή καί τή Δευτέρα Παρουσία.
Μέσα σ’ αὐτό τό μυστήριο ἡ καθημερινότης μεταμορφώνεται, ὁ κόσμος γίνεται «Ἐκκλησία» καί ἡ ζωή ὑψώνεται ἀπό τό βιολογικό ἐπίπεδο τής συνυπάρξεως ἀτόμων σέ κοινωνία ἀγάπης-προσώπων, κατά τό πρότυπο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλές θεολογικές διατυπώσεις, ἀλλά ἡ ζωντανή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, πού αἰῶνες τώρα τήν βιώνει μέ τρόπο ἄμεσο ὁ λαός μας. Ἡ συνήθεια, ἐν τούτοις, ἡ ἐπιπολαιότης καί ἡ βιασύνη τῆς νευρικῆς τεχνολογικῆς ἐποχῆς μᾶς δημιουργοῦν συχνότατα ἕνα νέφος ὡσάν ἀπό καυσαέρια καί σκόνη Ἀφρικῆς, πού πλακώνει τή σκέψη καί τήν καρδιά καί δέν μᾶς ἀφήνει νά χαροῦμε τό φῶς, τή ζωογόνο πνοή, τούς ἀνοικτούς ὁρίζοντες τῆς λατρείας μας.
Ὅταν ἡ «λογική λατρεία», ἡ πνευματική διάσταση τῆς Ὀρθοδόξου χριστιανικῆς λατρείας παραθεωρεῖται, ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος ἀποδυναμώσεως, ἐκφυλισμοῦ τῆς λατρείας σέ τυπολατρία. Εὔκολα τότε ἀναπτύσσονται ποικίλες μορφές μιᾶς μαγικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία καιροφυλακτεῖ κρυμμένη σέ σκοτεινές γωνιές τοῦ ἀνθρωπίνου ὑποσυνειδήτου ἀπό πανάρχαιες ἐποχές.
Ἡ ὀρθόδοξη λατρεία διατηρεῖ μιά ἀκατάλυτη ἐπικαιρότητα καί ζωτικότητα γιά κάθε ἐποχή -ἀπό τήν ἀγροτική ὡς τήν ἠλεκτρονική- καί γιά κάθε ἀνθρώπινη κοινότητα -ἀπό τήν πιό ἁπλή ὡς τήν πιό δυναμική καί πολύπλοκη.
Βασικό χαρακτηριστικό της ὀρθοδόξου πνευματικότητος εἶναι τό λειτουργικό της ἦθος. Θεμελιακό, ὅμως, πρόβλημα παραμένει πῶς ἡ ἀκτινοβολία τοῦ λειτουργικοῦ αὐτοῦ ἤθους θά διαχέεται στό καθημερινό ἦθος τῶν πιστῶν καί πῶς θά γεφυρώνεται ἡ ἀπόσταση μεταξύ λατρευτικοῦ βιώματος καί κοινωνικοῦ βίου.
Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καί θεολογία ζητεῖ ἀπό τόν κάθε πιστό νά συνεχίζη, μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας στό ναό, μιά ἄλλη, προσωπική «λειτουργία», ἡ ὁποία νά καθιστᾶ μυστικά παρόντα τόν Χριστό στήν ἀσφάλτινη πραγματικότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ἔτσι ἡ λατρεία εἰσδύει στή ζωή, τήν καταυγάζει μέ τό ἐλπιδοφόρο φῶς της καί ἀποκαλύπτει τό νόημα καί τό ἔσχατο «τέλος» τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.
Οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησίες μέ τό φῶς καί τή ζεστασιά τους δημιουργοῦν οἰκειότητα καί συντροφικότητα μέ τό οὐράνιο. Καί τοῦτο γιατί κάθε κομματάκι τοίχου, ἀκόμα καί τίς ὧρες πού δέν γίνεται ἐκεῖ καμμιά ἀκολουθία, ζωντανεύει ἀπό τίς παρουσίες πού μαρτυροῦν οἱ εἰκόνες, καί τοποθετεῖται ὁ ἄνθρωπος σέ κοινωνία μέ τούς προγενέστερούς του: τούς ἀγγέλους, τούς προφῆτες, τούς ἀποστόλους, τούς μάρτυρες καί τούς ἁγίους. Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται αὐθόρμητα ἄνετα, σάν νά ἐπισκέπτεται τόν Θεό, περιτριγυρισμένος ἀπό τούς φίλους του Θεοῦ.
Στήν ἀρτοκλασία μέ τήν εὐλογία τοῦ ἄρτου, τοῦ οἴνου καί τοῦ ἐλαίου (στοιχείων ἀντιπροσωπευτικῶν της φύσεως) ἁγιάζεται ἡ ἀρχή τῆς καρποφορίας τῆς γῆς καί διδάσκεται στόν ἄνθρωπο ὅτι ἡ γῆ πού δουλεύει εἶναι ἅγια καί ὅτι τά προϊόντα πού ἀποσπᾶ ἀπό τά βάθη της δέν εἶναι ἁπλῶς χημικές ἑνώσεις, ἀλλά ἕνα ζωντανό δῶρο πού συμμετέχει στό μυστήριο τῆς λειτουργίας, κι ἀκόμα ὅτι καί ἡ καρποφορία τῆς γῆς ἔχει ἄμεση σχέση, ὄχι μόνο μέ τά λιπάσματα καί τίς ἐποχές, ἀλλά ἐπίσης καί μέ τήν πνευματικότητα τοῦ ἀνθρώπου (Γερόντισσα Μακαρία – συγκύπτουσα).
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἱερεύς σ’ αὐτό τό “βασίλειο Ἱεράτευμα”, εἶναι προορισμένος νά ἀποδώση/νά προσφέρει αὐτόν τόν κόσμο στόν Θεό ὡς εὐχαριστιακή προσευχή.
Φεύγοντας ἀπό τό ναό, ὁ ἄνθρωπος συνεχίζει τή δική του λειτουργία «ἔξω των τειχῶν». Τήν ὥρα τοῦ δείπνου, καθώς κόβει τό ψωμί, προφέρει τήν προσευχή πρό τοῦ φαγητοῦ. Ἡ πράξη τοῦ φαγητοῦ εἶναι πάντα μιά ἀνάμνηση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ξαναγυρίζοντας στόν καθημερινό του μόχθο κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, τό μόνο πού μπορεῖ νά πῆ ὁ ἄνθρωπος σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας εἶναι: «Ὅλα εἶναι δικά σου, Κύριε, καί ἐγώ εἶμαι δικός σου, δέξαι μέ»!
Οἱ μαθηταί παρακάλεσαν: «Δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι» καί ὁ Χριστός τούς χάρισε τό «Πάτερ ἡμῶν». Κάθε προσευχή ξεκινάει ἀπό μία ἀπό τίς τρεῖς αὐτές μορφές: τήν αἴτηση, τήν προσφορά, τήν δοξολογία: «Δῶσε μας τό ψωμί μας, δέξου τή συγγνώμη μας πρός τούς ἄλλους, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου».
«Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θέσσ. ε΄ 17), ἐπίμονα προτρέπει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιατί ἡ προσευχή εἶναι ἡ πηγή τῆς ὑπάρξεώς μας καί ἡ πιό οἰκεία μορφή τῆς ζωῆς μας. «Εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῶ» (Ματθ. στ΄ 6). Αὐτά τά λόγια μᾶς καλοῦν νά εἰσέλθουμε στόν ἑαυτό μας καί νά κάνουμε ἐκεῖ ἕνα ἱερό. Ὁ «ἱερός τόπος» εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά. Ἡ ζωή τῆς προσευχῆς, ἡ πυκνότητα, τό βάθος καί ὁ ρυθμός της εἶναι τό μέτρο τῆς πνευματικῆς μας ὑγείας καί μᾶς ἀποκαλύπτουν τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας.
Γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο ὑπάρχει δυσκολία πού προέρχεται ἀπό τή διάσταση μεταξύ καρδιᾶς καί διανοίας. Συνένωσε τά κομματιασμένα τμήματα τοῦ εἶναι σου, ξαναβρές τήν ἀκεραιότητα τοῦ πνεύματός σου.
Ἡ ἀληθινή προσευχή εἶναι μιά ἐξακολουθητική διάθεση, μιά κατάσταση τοῦ πνεύματος πού διαμορφώνει λειτουργικά ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή μας. Τό κατέχειν τήν προσευχή εἶναι ἀκόμα ἕνα σύμβολο, ἡ πραγματικότητα εἶναι, ἡ προσευχή νά εἶναι τό εἶναι. Ἡ προσευχή νά γίνει σαρκωμένη.
Ἡ προσευχή ἀπαιτεῖ τό δικό της ἀγώνα, πού δέν εἶναι ἄσχετος μέ τή «βία» πού ἁρπάζει τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τό σῶμα παίρνει ἐνεργό μέρος στό μαλάκωμα τῆς ψυχῆς: ἡ νηστεία, οἱ γονυκλισίες, οἱ μετάνοιες βοηθοῦν στή συγκέντρωση τοῦ πνεύματος, τό συντονίζουν σάν μουσικό ὄργανο.
Ἔχουμε πάντοτε ἀρκετό χρόνο γιά νά προσευχώμαστε. Πολύ περισσότερο ἀπ’ ὅσο φανταζόμαστε. «Πόσες στιγμές ἀπροσεξίας καί ἀποχαυνώσεως μποροῦν νά γίνουν στιγμές προσευχῆς, ἔτσι ὥστε νά γίνουμε ἄγρυπνοι, παρόντες στούς ἀνθρώπους καί στά γεγονότα. Ἀκόμα καί ἡ μέριμνα, ἡ ἀμφισβήτηση, ἡ ἐγκατάλειψη, ἡ ἐξάντληση ἄν ἀναχθοῦν σέ διάλογο μέ τόν Θεό, μποροῦν νά γίνουν στιγμές προσευχῆς» (Olivier Clement).

Διασκευή ὑπό τοῦ π. Γ. Καλαντζῆ
ἀπό τό βιβλίο «Ἡ προσευχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» τοῦ Π. Εὐδοκίμωφ