Πνευματικά Κείμενα

«Ἄνθρωπος ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεί ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει», λέγει ὁ ψαλμός (Ψάλμ. 102, 15).

Συγκλονίζει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὁ πόνος. Εἶναι φωτιά, καμίνι, πού καίει καί κατακαίει. Εἶναι καταιγίδα καί τρικυμία. «Τά σπλάχνα μου καί ἡ θάλασσα ποτέ δέν ἡσυχάζουν», λέει ὁ Σολωμός. Εἶναι στιγμές πού οἱ δοκιμασίες ἔρχονται ἀπανωτές, ἡ μία μετά τήν ἄλλη ἤ καί ὅλες μαζί. Πολύ βαρύς τότε ὁ σταυρός. Ἡ ἀγωνία κορυφώνεται. Ἡ ψυχή φορτίζεται τόσο, ὥστε εἶναι ἕτοιμη νά λυγίση. Ὅλα φαίνονται μαῦρα, παντοῦ σκοτεινιά, παντοῦ ἀδιέξοδα. Λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τά καλά φύγανε· τά δεινά εἶναι γυμνά καί προκλητικά· τό ταξίδι γίνεται μέσα στή νύχτα· φάρος δέν φαίνεται πουθενά, καί ὁ Χριστός φαίνεται νά κοιμᾶται».

Τό μόνο πού ἀπομένει σέ τοῦτες τίς στιγμές εἶναι ἡ κραυγή, πού σάν παράπονο ἱκεσίας ἀπευθύνεται στόν Θεό· «Ἐλέησον μέ Κύριε ... ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα... ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεί κηρός τηκόμενος... Ἐλέησον μέ Κύριε, ὅτι θλίβομαι... ἐπελήσθην ὡσεί νεκρός... ἐγενήθη τά δάκρυά μου ἐμοί ἄρτος ἡμέρας καί νυκτός...» (Ψαλμοί).
Μεγάλο καί αἰώνιο τό πρόβλημα τοῦ πόνου. Τό μελέτησαν φιλόσοφοι καί κοινωνιολόγοι καί ψυχολόγοι καί ἄλλοι πολλοί. Τήν αὐθεντικώτερη ὡστόσο ἀπάντηση τήν δίνει ὁ χριστιανισμός, ἡ πίστις, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι διπλή...

Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι διπλή. Θεολογικά εἶναι ἡ συνέπεια τῆς πτώσεως καί ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας μας. Ἠθικά εἶναι εὐκαιρία τελειώσεως καί μέσον ἀπόκτησης τῆς ἀρετῆς.

«Θά σέβωμαι πάντα τόν Θεόν -λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος- ὅσα ἐνάντια κι ἄν ἐπιτρέπη νά μέ βροῦν. Ὁ πόνος γιά μένα εἶναι φάρμακο σωτηρίας». Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Ἐφ’ ὅσον μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Θεός τό στεφάνι τῆς Βασιλείας Του, ἀφορμή γιά ἀρετή ἄς γίνη ἡ ὅποια ἀσθένεια καί ὁ ὅποιος πόνος».
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ τόσο διωγμένος καί πονεμένος καί κατάστικτος ἀπό τά «στίγματα τοῦ Κυρίου», διδάσκει ὅτι ὁ Θεός ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά πονέση μέ τίς θλίψεις «ἐπί τό συμφέρον εἰς τό μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ» (Ἑβρ. 12, 10).
Χιλιάδες τρόπους ἔχει ὁ Θεός γιά νά σέ κάμη νά ἰδῆς τήν ἀγάπη Του. Ὁ Χριστός μπορεῖ νά μετατρέψη τή δυστυχία σέ μελωδικό δοξολογητικό τραγούδι. «Ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται», εἶπεν ὁ Κύριος (Ἰωάν. 16, 6).
Ὁποία ἡ μάχη, τοιαύτη καί ἡ νίκη. Στήν ἀγορά τοῦ οὐρανοῦ δέν ὑπάρχουν φθηνά πράγματα. Οἱ στιγμές τοῦ πόνου καί τῆς θυσίας εἶναι στιγμές εὐλογίας. Κοντά σέ κάθε σταυρό εἶναι καί μία ἀνάσταση.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ πόνου εἶναι ὁ ἄριστος ἀθλητής τῆς ζωῆς μέ τίς ἔνδοξες νίκες. Θά ἀκριβοπληρωθῆ μέ τά αἰώνια βραβεῖα, «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν», λέγει πρός Κορινθίους ὁ Παῦλος (Α΄ Κορινθ. 2, 9).
Ὅποιος ἀτενίζει καί ἀντιμετωπίζει τόν πόνο μέ τό πρῖσμα τῆς αἰωνιότητος, εἶναι ἤδη ἀπό τώρα νικητής. Εἶναι ὁ ἐκλεκτός, πού μέ τήν ἀκατάβλητη πίστη στόν Θεό ἔφθασε στήν χαρά, γεύθηκε τήν χρηστότητα τοῦ Κυρίου καί εἶναι ὑποψήφιος στεφανηφόρος. Μπορεῖ νά ἐπαναλάβη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τήν νικηφόρα κραυγή: «Τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἠγώνισμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, τήν πίστιν τετήρηκα· λοιπόν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ» (Β΄ Τιμ. 4, 7-8).

Μέ τέτοιες πνευματικές διαστάσεις ἡ ὑπέρβαση τοῦ πόνου εἶναι πραγματικότητα καί ἡ μεταμόρφωσή του σέ λυτρωτική χαρά. Εἶναι ἀλλοίωση πού ὀφείλεται στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μετακαίνιση (ξανάνιωμα) -παράλογο γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ ὀρθοῦ λόγου- φυσική συνέπεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἡ μετακαίνιση τούτη, ἄν γιά τόν ἄθεο ὑπαρξισμό εἶναι πρόβλημα ἄλυτο ἤ ὀνειροφαντασία, ὡστόσο γιά τόν ἄνθρωπο τῆς πίστεως εἶναι τό μέγα θαῦμα τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀλλοιώσεως.

Ὀφείλουμε, λοιπόν, νά ἀποδεχώμαστε τόν πόνο πού μᾶς ἐπισκέπτεται σάν μία εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τό σιτάρι συμπιέζεται καί λειώνει μέσα στήν γῆ, ἀλλά τότε καρποφορεῖ τήν ζωή. Πλούσια καί εὐλογημένη μπορεῖ νά εἶναι ἡ συγκομιδή τοῦ πόνου. Μεγάλη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στόν ἀγρό τῶν δακρύων.

Οἱ ἡμέρες πού διερχόμεθα ὅλοι μας εἶναι γενικώτερα μεγάλου φόβου καί πόνου. Καλούμεθα ὅλοι μας νά μήν μείνουμε στό πόνο ἀπό τόν φόβο γιά τούς ἑαυτούς μας, γιά δικούς μας, γιά τούς γιατρούς καί ὅλους ὅσοι ἐργάζονται στό τομέα τῆς ὑγείας, ἀλλά καιρός νά πονέσουμε, μετά δακρύων, γιά τίς ἁμαρτίες μας καί κυρίως γιά τήν ἀμετανοησία μας, γιά τό βόλεμά μας καί τήν ὁλιγοπιστία πού ἀγγίζουν τά ὅρια τῆς «βλαστημίας», τῆς «ὕβρις» πού εἶναι ἡ πραγματική ἀδυναμία νά ἀντιμετωπισθεῖ ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ.
Ἄς δοθοῦμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις στήν προσοχή, τήν νήψη καί κυρίως τήν προσευχή.
Φιλάνθρωπος ὁ Θεός ἡμῶν, δέν θά ἐπιτρέψει πειρασμόν γιά τόν καθένα μας πέραν τῶν δυνάμεών μας.

Πρίν σοῦ στείλει ὁ Θεός τό Σταυρό πού σηκώνεις,
Τόν κοίταξε μέ τά πάνσοφα μάτια Του
Τόν ἐξέτασε μέ τή θεία λογική Του,
Τόν ἐξέλεξε μέ τήν ἀτέλειωτη δικαιοσύνη Του
Τόν θέρμανε στήν γεμάτη ἀγάπη καρδιά Του
Τόν ζύγισε καλά μέ τά στοργικά Του χέρια, μήν τυχόν καί πέσει βαρύτερος ἀπ’ ὅσο μπορεῖς νά σηκώσεις.
Καί ἀφοῦ ὑπελόγισε τό θάρρος σου,
Τόν εὐλόγησε καί τόν ἀπέθεσε στούς ὥμους σου.
Μπορεῖς νά Τόν σηκώσεις,
Κράτησέ Τον κι ἀνέβαινε,
ἀπό τόν Γολγοθά στήν Ἀνάσταση.

Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας» τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Διασκευή π. Γεώργιος Καλαντζῆς