Πνευματικά Κείμενα

Οἱ ἄνθρωποι καταδίκασαν τὸ Θεὸ σὲ θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως, διὰ μέσου τῆς Ἀνάστασής Του, «καταδικάζει» τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἀθανασία. Γιὰ τὰ κτυπήματα, τοὺς ἀνταποδίδει τὶς σφικτὲς ἀγκαλιές. Γιὰ τὶς ὕβρεις, τὶς εὐλογίες. Γιὰ τὸ θάνατο, τὴν ἀθανασία. Ποτὲ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσο μίσος πρὸς τὸ Θεό, ὅσο, ὅταν Τὸν σταύρωσαν. Καὶ ποτὲ δὲν ἔδειξε ὁ Θεὸς τόση ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὅση ὅταν ἀναστήθηκε. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νὰ καταστήσουν τὸ Θεὸ θνητό, ἀλλ' ὁ Θεὸς διὰ (μέσου) τῆς Ἀνάστασής Του κατάστησε τοὺς ἀνθρώπους ἀθάνατους. «Ἀνέστη» ὁ σταυρωμένος Θεὸς καὶ θανάτωσε τὸ θάνατο. Ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει πλέον.

Τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατὶ ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιὰ ἔννοια ἐορτάζομεν, καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι κάνουμε θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν...; Τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο.

Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: «νικήθηκε ὁ θάνατος». Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρο, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικὸ Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα - Πάσχα σημαίνει διάβαση – στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ «θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μετόχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀναστάσεως, στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λέμε θριαμβευτικά: «Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι».

Χωρὶς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ οὔτε ἡ ἀποστολικότητα τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τὸ μαρτύριο τῶν Μαρτύρων, οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν, οὔτε ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων, οὔτε ἡ ἀσκητικότητα τῶν Ἀσκητῶν, οὔτε ἡ θαυματουργικότητα τῶν θαυματουργῶν, οὔτε ἡ πίστη τῶν πιστευόντων, οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων, οὔτε ἡ ἐλπίδα τῶν ἐλπιζόντων, οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων, οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων, οὔτε ἡ πραότητα τῶν πράων, οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων, οὔτε ἡ εὐσπλαχνία τῶν εὔσπλαχνων, οὔτε ὁποιαδήποτε χριστιανικὴ ἀρετὴ ἤ ἄσκηση. Ἐὰν ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ σὰν Ἀναστημένος δὲν εἶχε γεμίσει τοὺς μαθητὲς Του μὲ τὴ ζωοποιὸ δύναμη καὶ τὴ θαυματουργικὴ σοφία, ποιὸς θὰ μποροῦσε αὐτοὺς τοὺς φοβισμένους καὶ δραπέτες νὰ τοὺς συγκεντρώσει καὶ νὰ τοὺς δώσει τὸ θάρρος καὶ τὴ δύναμη καὶ τὴ σοφία γιὰ νὰ μπορέσουν τόσο ἄφοβα καὶ μὲ τόση δύναμη καὶ σοφία νὰ κηρύττουν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν Ἀναστημένο Κύριο καὶ νὰ πηγαίνουν μὲ τόση χαρὰ στὸ θάνατο γι’ Αὐτόν; Καὶ ἄν ὁ Ἀναστημένος Σωτήρας δὲν τοὺς εἶχε γεμίσει μὲ τὴ θεία δύναμή Του καὶ σοφία, πὼς θὰ μποροῦσαν ν’ ἀνάψουν μέσα στὸ κόσμο τὴν ἄσβεστη πυρκαγιὰ τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστης, αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καὶ φτωχοὶ ἄνθρωποι; Ἐὰν ἡ Χριστιανικὴ πίστη δὲν ἦταν πίστη τοῦ Ἀναστημένου καὶ κατὰ συνέπεια τοῦ αἰώνια ζῶντα καὶ ζωποιοῦντα Κυρίου, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐμπνεύσει τοὺς Μάρτυρες στὸν ἄθλο τοῦ μαρτυρίου, καὶ τοὺς Ὁμολογητὲς στὸν ἄθλο τῆς ὁμολογίας, καὶ τοὺς Ἀσκητὲς στὸν ἄθλο τῆς ἄσκησης καὶ τοὺς Ἀνάργυρους στὸν ἄθλο τῆς ἀναργυρίας, καὶ τοὺς Νηστευτὲς στὸν ἄθλο τῆς νηστείας καὶ ἐγκράτειας, καὶ ὁποιοδήποτε Χριστιανὸ σὲ ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικὸ ἄθλο;

Ὅλα αὐτὰ εἶναι λοιπὸν ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ καὶ γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Γιατὶ ὁ θαυμαστὸς καὶ γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστημένος Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξη κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ στὴ γῆ νὰ νικήσει καὶ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο, καὶ νὰ κατασταθεῖ μακάριος καὶ ἀθάνατος, συμμέτοχος στὴν Αἰώνια Βασιλεία τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὁ Ἀναστημένος Κύριος εἶναι τὰ πάντα, μέσα στὰ πάντα, γιὰ ὅλους τοὺς κόσμους: Ὅ,τι τὸ Ὡραῖο, τὸ Καλό, τὸ Ἀληθινό, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνο, τὸ Θεῖο, τὸ Σοφό, τὸ Αἰώνιο. Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρὰ μας, ὅλο τὸ Ἀγαθὸ μας, ὅλη ἡ Ζωὴ μας, ἡ Αἰώνια Ζωὴ σὲ ὅλες τὶς θεῖες αἰωνιότητες καὶ ἀπεραντοσύνες.

Γι’ αὐτὸ καὶ «πάλιν καὶ πολλάκις», καὶ ἀναρίθμητες φορές: Χριστὸς Ἀνέστη!

Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Σάββας Γεωργιάδης