Πνευματικά Κείμενα

Ὁ βίος καὶ τὰ βασανιστήρια τῆς Ἁγίας, τῶν δύο υἱῶν της καὶ τῶν πέντε ἀδελφῶν της, ὅπως περιγράφονται στὸ συναξάρι της εἶναι συγκλονιστικὰ καὶ θαυμαστά.
Ἡ Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν τιμᾶ ὡς μεγαλομάρτυρα καὶ ἰσαπόστολο καὶ ἑορτάζει τὴν μνήμη της στὶς 26 Φεβρουαρίου καὶ τὴν Ε΄ Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα, «Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος», κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶ τὸν μετ’ αὐτῆς διάλογο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ καινούργια ζωὴ τῆς Ἁγίας ξεκίνησε ἀπὸ τὴν συνάντηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστὸ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ καὶ περιγράφεται ἐκτενῶς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Εὐαγγελιστὴ στὸ δ΄ κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Ἰωάννην Εὐγγελίου, στίχοι 5 ἔως 42.
Σύμφωνα μὲ τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπή, ὁ Χριστὸς φεύγοντας ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ κατευθυνόμενος πρὸς τὴν Γαλλιλαία ἔπρεπε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Σαμάρεια. Ὅταν ἔφθασε στὴν πόλη Συχὰρ ὅπου πλησίον εὑρίσκεται τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, τὸ ὁποῖον εἶχε ἀφήσει ὡς κληρονομιά στὸν υἱὸν του Ἰωσήφ, ὁ Χριστὸς «κεκοποιακῶς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας» ἐκάθισε νὰ ξεκουρασθῆ.

Ἐκεῖνη τὴ στιγμὴ ἦλθε ἡ Σαμαρείτιδα «ἀντλῆσαι ὕδωρ» καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ἐζήτησε «δός μοι πιεῖν» α) ὡς τέλειος ἄνθρωπος ὑποκείμενος εἰς τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» καθὼς διψοῦσε καὶ β) ὡς Θεὸς-Παντογνώστης ἀντιλαμβανόμενος τὴν καλὴ της προαίρεση δημιουργεῖ προϋποθέσεις γιὰ πρόσκληση σωτηρίας.
Ὁ Θεὸς «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».

Γιὰ τὸν καθένα μας καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἐποχὲς, οἱ συναντήσεις μὲ τὸν Χριστὸν εἶναι ἀπροσδόκητες. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐνυπάρχει σὲ κάθε γεγονός, σὲ κάθε στιγμή, σὲ κάθε αἴσθηση χαρᾶς καὶ εὐλογίας ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε συναίσθηση δυσκολιῶν, ἀκόμη καὶ ἁμαρτίας καὶ ἀποτελεῖ πρόσκληση-παρουσία Του καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντιπαρερχόμεθα αὐτὲς τὶς συναντήσεις ἐπιπόλαια, ἀλλὰ νὰ τὶς ἀντιμετωπίζουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ σκοπιμότητες, ἐγωϊσμούς, ἀδυναμίες καὶ παράπονα, μὲ εὐθύνη ἐγρήγορση, νήψη καὶ μετάνοια καὶ μὲ ἀναζήτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ἐκφράζει μὲ ἀπορία «πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος;». Μὲ τὴν ἀπάντησίν της ποὺ ἐκφράστηκε ἡ ἁπλότητα καὶ ὁ αὐθορμητισμὸς της προσήλκυσε τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ ἡ ἀγάπη Του πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀναγγέλοντας «εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν», τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», ἀναφέρεται στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ λάβει ἡ ἀνθρωπότητα. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ, ἀναφέρεται: «καὶ ρανῶ ἔφ΄ ὑμᾶς ὕδωρ καθαρόν, καὶ καθαρισθήσεσθε ἀπὸ πασῶν τῶν ἀκαθαρσιῶν ὑμῶν, καὶ καθαριῶ ὑμᾶς» (Ἰεζ. 36,25).

Ἀλλὰ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης καὶ σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου του συμβολίζει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὐ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ἰω. 7,38-39). Αὐτὴ ἡ πηγὴ τοῦ «ζῶντος ὕδατος» εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία «Πεντηκοστή», κατὰ τὴν ὁποία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται καὶ ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, διὰ τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, μυστικὰ καὶ ἀκατάπαυστα.

Ἐν συνεχεία ἀπαντώντας στὴν πίστη της πρὸς τὸν Μεσσία: «οἶδα ὅτι ὁ Μεσσίας ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα», δὲν ἀποκαλύπτει μόνον τὸν ἑαυτὸν Του: «ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι» ἀλλὰ καὶ καθορίζει τὴν πνευματικὴ λατρεία ὅτι: «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».

Ὁ κάθε πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισμά του ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ θέμα τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς λατρείας τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ ὑπερτονίζεται, ἀπὸ ἀρκετοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ, ὡς ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἑρμηνεύουν τὸ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία» ὡς τὴ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κέντρο τῆς πνευματικῆς λατρείας εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς λατρείας, τῆς προσφορᾶς, τῆς ἀναίμακτης ἱερουργίας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ «θύτης» καὶ τὸ «θύμα», ὁ «προσφέρων» καὶ ὁ «προσφερόμενος». Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος λαμβάνει τοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς θυσίας, μετέχοντας ἐνσυνείδητα, μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης, στὴ Θεία Εὐχαριστία, γενόμενος «σύσσωμος καὶ σύναιμος Χριστοῦ.

Ἡ δυνατότητα τῆς «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία» λατρείας τοῦ Θεοῦ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ φανερώθηκε στὸν κόσμο τὸ προαιώνιο μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τὸ σχέδιο δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ εὐθύνη μας σήμερα, ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ καθενὸς μας, ἰδιαίτερα αὐτὸν τὸν καιρὸν ποὺ ζοῦμε πολὺ δυσερμήνευτα γεγονότα, εἶναι ἡ βίωση αὐτῆς τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τοῦ αὐθεντικοῦ βιώματος, ἡ φανέρωσίς Του σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Γένοιτο.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς