Εκτύπωση

Στὴν προηγούμενη συνάντηση εἴχαμε ἀφερθεῖ στὴν σχέση μας μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ προσπαθήσαμε νὰ κατανοήσουμε ποιοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοι, ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγαπήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸν (πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι-καὶ ἅγιοι γίνεσθαι ὅτι Ἐγὼ Ἅγιος εἰμί) καὶ ἀγάπησαν τὸν Θεὸν μὲ τὸν πνευματικόν τους ἀγώνα καὶ τὴν μετάνοιάν τους, ἀλλὰ καὶ ὅτι σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἁγιότητα καὶ μὲ εἰδικὸν τρόπο ὁ καθένας μας καλούμεθα καὶ δυνάμεθα καὶ μεῖς νὰ γίνουμε φίλοι τοῦ Θεοῦ καὶ φίλοι τῶν Ἁγίων.
Εἴδαμε ἀκόμη ὅτι οἱ Ἅγιοι κατόρθωσαν νὰ περάσουν στὴν «ἄλλη προοπτικὴ» μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ εὐλογημένο «παιχνίδι τῆς χαρᾶς», ποὺ τὰ λεγόμενα παράλογα ἀποδεικνύονται ἀληθινὰ καὶ τὰ θεωρούμενα λογικὰ, ψευδῆ, μὲ τὸ νὰ γίνουν «παιδιά»καὶ νὰ ἐμπιστεύονται τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔλεος Του ὁλοκληρωτικὰ, «ἔχει ὁ Θεός», «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν» καὶ μὲ τὸ νὰ γίνονται λειτουργούμενοι, μετὰ τῶν Ἀγγέλων, τῆς Παναγίας μας Μητέρας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ὁμοῦ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ μὲ πεποίθησιν ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς εἶ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν.

Ἀπόψε ἀφοῦ ἐπικαλεσθοῦμε τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων ποὺ ἑορτάζουν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα καὶ ἰδιαιτέρως τῶν ἁγίων Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ καὶ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς Μεγαλομάρτυρος καὶ πανσόφου, ὅπου ὁ ἅγιος Ἰάκωβος διὰ τοῦ "μὲ συγχωρεῖτε" καὶ ὅτι αὐτὸ ἐκφράζει καὶ ἡ ἁγία Αἰκατερίνη μὲ τὸν συνδυασμὸ καὶ τῆς κοσμικῆς σοφίας καὶ τῆς πίστεως, ἔχουν πολλὰ νὰ μᾶς διδάξουν. Θὰ προσπαθήσουμε μὲ τὸν λόγον τοῦ ἀειμνήστου Φώτη Κόντογλου, ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Μυστικὰ Ἄνθη» νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν κατανόηση τῶν δυσκολιῶν στὸ νὰ μποῦμε καὶ μεῖς σ’αὐτὸ τὸ «ἱερὸ παιχνίδι τῆς χαρᾶς», τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας, ἐγκαταλείποντας τὴν ἀποστασία μας καὶ ποὺ φτάσιμο αὐτοῦ τοῦ παιχνιδιοῦ εἶναι ὁ ἁγιασμὸς μας -ἅγιοι γίνεσθε- καὶ ἀντιφεγγίσματα εἶναι ὁ ἡρωϊσμός, ἡ προσφορά, ἡ ποίηση, ὁ ἔρωτας.

1) Οἱ ἄνθρωποι σήμερα θέλουμε τὸν Θεὸν γιὰ ὑπηρέτη μας γιὰ νὰ μᾶς βοηθάει στὴν ἀποστασία μας, στὶς ἀδυναμίες μας, στὰ θελήματά μας καὶ ὄχι νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ γίνουμε Ἅγιοι.
2) Δοξασμένος δὲν εἶναι ὁ ἥρωας, ὁ θυσιαζόμενος, ὁ προσφερόμενος, ἀλλά ὁ ὲπιτυχημένος, ὁ κυρίαρχος, ὁ ὑπερέχων, ὁ δυνατός, ὁ νόμος καὶ ὄχι τὸ φιλότιμο.
3) Δὲν διδάσκουμε στὰ παιδιά μας, στοὺς μαθητές, στοὺς πολίτες τὴν εὐαισθησία, τὸ φιλότιμον, ἀλλὰ τὸ ὄφελος, τὸ κέρδος, τὸν στόχο ἤ τὸν κίνδυνο, τὸν τρόμο, τὴν ἀπειλὴ, τὸν νόμον, τὶς διαταγές, τὶς ἀποφάσεις.
4) Οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔπαυσαν καὶ νὰ ἐρωτεύονται, νὰ ἀγαποῦν τὸν ἄλλον περισσότερο τοῦ ἑαυτοῦ τους , νὰ ζοῦν γιὰ τὸν ἄλλον, νὰ χαίρονται ἐπειδὴ χαίρεται ὁ ἄλλος, ἀλλὰ βλέπουν τὸν ἄλλον μόνον ὡς ἀντικείμενο τῆς δικῆς τους ἡδονικῆς ἀπόλαυσης, τῆς κατώτερης ἔκφρασης εὐχαρίστησης. Θεωρεῖται ἔρωτας ἠ σεξομανία. Παύσαμε νὰ λειτουργοῦμε ἐσωτερικά, ἀπολέσαμε τὶς εὐαίσθητες αἰσθήσεις μας.

Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸν μᾶς κατέστησε τυφλοὺς ὄχι μόνον ἀπὸ πνευματικὲς ἐμπειρίες, ἀλλὰ καὶ ξηροὺς καὶ κενοὺς καὶ ἀπὸ τὶς ἁπλὲς φυσικὲς ἀνθρώπινες εὐαισθησίες, ποὺ εἶναι τὰ ἀναφεγγίσματα τοῦ ἁγιασμοῦ, οἱ ἐκφράσιες τῆς ὀρθῆς πορείας πρὸς τὸν ἁγιασμό μας, ἡ ἐπιβεβαίωση ὅτι εὑρισκόμεθα μέσα στὸ παιχνίδι τοῦ ἁγιασμοῦ μας.
Ὁ ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, πάντα ἐπίκαιρος καὶ ἱκανὸς νὰ μιλάει στὸν καθένα προσωπικά, περιγράφοντας τὴν ἐποχὴ μας σὰν νὰ ζοῦσε σήμερα το 2021, γράφοντας σχετικά:

Ἀγωνία, πίστη καὶ ἀπιστία
 «Βαρὺν ἀγέρα ἀνασαίνουμε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Ὅλη ἡ οἰκουμένη βρίσκεται σὲ ταραχὴ καὶ σὲ ἀκαταστασία, ὁ ἕνας φοβᾶται περισσότερον ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ὅλοι τρέμουμε ἀπὸ τὸν φόβον μας μὴν τύχει καὶ στερηθοῦμε τὴν ψεύτικη εὐτυχία μας καὶ τὴ σαρκικὴ μας καλοπέραση. Ἀπελπισία καὶ ἀγωνία πνίγει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ μὲ κάνει νὰ θυμηθῶ τὰ παρακάτω λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, ἀποψυχούντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ».
Ὡστόσο, ἐνῶ τὰ προμηνύματα δείχνουνε πὼς ὁ κόσμος κατρακυλᾶ στὴν ἀπόγνωση μὲ μιὰ γρηγοράδα φριχτή, ἀντὶ νὰ μᾶς κάνουνε νὰ μετανοήσουμε, μᾶς κάνουνε πιὸ ἄπιστους. Σὲ καιρὸ ποὺ τρέμουμε ἀπὸ τὸν φόβο μας, ἀλληλοκατηγορούμεθα καὶ παραπονούμεθα καὶ στὸν Θεό.
Ὕστερα καὶ ἀπὸ τόσα φοβερὰ προμηνύματα, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀλλάζουμε τὸν πονηρὸ δρόμο μας. Δὲν τὸν ἀλλάζουμε, γιατὶ δὲν πιστεύουμε ἀληθινὰ στὸν Θεό, γιὰ νὰ ξεσκοτισθοῦμε. Τὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀποστασίας πλακώνει τὸν κόσμο.
Σύμφωνα μὲ ὅσα μαθαίνουμε, σὲ ὅλες τὶς χῶρες τῆς οἰκουμένης ἡ ἀπιστία ὁλοένα καὶ πληθαίνει, ἀδιάφορο μὲ ποιὸ σύστημα κυβερνιέται ἡ καθεμιὰ ἀπ’ αὐτές. Στὴν ἀρχὴ τὸ σαράκι τῆς ἀμφιβολίας, ποὺ τὸ θρέφουνε οἱ ἀδιάκοπες καυχησιὲς τῆς πλανεμένης ἐπιστήμης ποὺ παρουσιάζει μὲ τυμπανοκρουσίες πὼς ἐξουσιάζει τὸν κόσμο καὶ πὼς αὐτὴ εἶναι Θεὸς παντοδύναμος, μᾶς ξεμακραίνει ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα εἰς τὸν Θεόν. Τὴν ἀμφιβολία στὶς ψυχὲς δυναμώνουνε κι οἱ ἄνθρωποι τῆς θρησκείας, κληρικοὶ καὶ θεολόγοι, μὲ τὶς χλιαρὲς διδασκαλίες τους καὶ μὲ τὴ ζωή τους, ποὺ δείχνει πώς, κατὰ βάθος, πολὺ λίγοι ἀπ’ αὐτοὺς ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴν ἀληθινὴ φωτιὰ τῆς πίστης εἰς τὸν Θεὸν καὶ πὼς μ’ ὅλα ποὺ λένε «οὐκ ἐπιζητοῦσι τὴν μέλλουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μένουσαν».
Ἡ ἐπιστήμη ἔμαθε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ζητοῦνε ἀποδείξεις γιὰ κάθε πρᾶγμα. Ἔτσι καὶ γιὰ τὴ θρησκεία ζητοῦνε ἀποδείξεις. Φαντάσου μὲ τί τρόπο νοιώθουνε τὸν Θεό, ὥστε νὰ γυρεύουνε νὰ Τὸν βροῦνε μὲ τὴ χημεία, μὲ τὰ μαθηματικά, μὲ τὴ φυσική! Ποῦ νὰ νοιώσουνε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέγει: «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι», καὶ τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου ποὺ λέγει: ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου «ναὸς Θεοῦ ἐστί». Δὲν εἴμεθα σὲ θέση, οἱ δυστυχισμένοι, νὰ νοιώσουμε τέτοια νοήματα.
Ἡ κοσμικὴ γνώση εἶναι βαρειὰ καὶ χοντροειδὴς κι ἔκανε βαρειὲς καὶ χοντρὲς τὶς διάνοιες τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων, συνηθίζοντάς τους σὲ χεροπιαστὲς ἀποδείξεις. Τοὺς ἔκανε νὰ μὴ μποροῦνε νὰ ξεχωρίσουνε τὰ πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ὑλικά. Γι’ αὐτό, θέλουνε νὰ πιάσουνε, πρῶτα, μὲ τὰ χέρια τους καὶ τὸν Θεό, κι ὕστερα νὰ τὸν πιστέψουνε. Ποῦ νὰ καταλάβουνε πὼς ἡ πίστη εἶναι γιὰ ἀνώτερες ἀναζητήσεις, δὲν χρειάζεται γιὰ τὰ πράγματα ποὺ τὰ πιάνουμε μὲ τὰ χέρια μας, ποὺ τὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας καὶ τ’ ἀκοῦμε μὲ τ’ αὐτιά μας. «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Πράγματα ποὺ δὲν βλέπονται καὶ ποὺ δὲν ἀκούγονται, μ’ ἕναν λόγο ποὺ δὲν παίρνουνε εἴδηση οἱ αἰσθήσεις, τέτοια πράγματα δὲν μπορεῖ ἀκόμα νὰ τὰ ἐλέγξει ἡ κοσμικὴ γνώση-ἐπιστήμη καὶ ν’ ἀποδείξει πὼς ὑπάρχουν. Σὲ ἄλλο μέρος ὁ ἴδιος Ἀπόστολος λέγει: «Διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους». Δηλαδή: «Μὲ τὴν πίστη περπατοῦμε, μὲ τὴν πίστη πορευόμαστε, κι ὄχι μὲ τὴ γνώση, μὲ τὴν παρατήρηση, μὲ τὴν ἔρευνα». Ἡ πίστη δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀποδείξεις. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας. Ἡ πίστη χαρίζεται καὶ στοὺς ταπεινοὺς καὶ σὲ κείνους ποὺ πορεύονται σὰν νὰ μὴ γνωρίζουν τίποτα. Γιὰ τοῦτο κι οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουμε σὲ μεγάλη ὑπόληψη τὴν ἐγκόσμια κι ὑλικὴ γνώση καὶ περηφανευόμαστε γι’ αὐτή, δὲν εἴμεθα σὲ θέση μήτε ἀπὸ μακρυὰ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὴν πνευματικὴ γνώση καὶ ποὺ δύνανται καὶ οἱ πλέον ἁπλοϊκὲς καὶ ταπεινὲς ψυχές νὰ ἀποκτήσουν.
Ἡ πίστη εἶναι σὰν τὸν Χριστό, ποὺ γεννήθηκε σ’ ἕνα μαντρὶ κι ὄχι σὲ παλάτια. Ἡ πίστη, οὖσα ταπεινή, θέλει φάτνη νὰ φωλιάσει καὶ ν’ ἀναπαυθεῖ.
Αὐτὰ ποὺ εἴπαμε δείχνουνε πὼς ἡ σαρκικὴ μόνον γνώση, δηλαδὴ ἡ ἐπιστήμη χωρὶς Θεό, ποὺ δουλεύει μόνον μὲ τὴν ἀπόδειξη καὶ μὲ τὴν ἀνάλυση, ἔκανε τὸν ἄνθρωπο ἀνίκανο νὰ νοιώσει τὰ πνευματικὰ πράγματα, νὰ ἀντιληφθῆ ὅ,τι ὑπάρχει πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ βρίσκεται παραπέρα ἀπὸ ὅσο φτάνουνε οἱ αἰσθήσεις του. Κι ἐνῶ ἔχει τὴν ἰδέα πὼς εἶναι παντογνώστης καὶ πὼς τὰ βλέπει καὶ τὰ ἀκούει ὅλα, ἐκεῖνος ὁ δυστυχισμένος εἶναι τυφλὸς καὶ κουφὸς σὲ κάποια πράγματα ποὺ δὲν κατανοοῦνται καθόλου μήτε ἀπὸ τὰ σαρκικὰ μάτια, μήτε ἀπὸ τὰ σαρκικὰ αὐτιά, μήτε ἀπὸ τὸ διαπεραστικὸ ἀλλὰ πεπερασμένο μυαλό, μήτε ἀπὸ τίποτα ἀπ’ ὅλα τὰ μηχανικὰ ἐργαλεῖα ποὺ εἶναι ἀρματωμένος ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ παρέχουν δυνατότητα προσέγγισης τῶν πνευματικῶν πραγμάτων!
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο, ποὺ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴν τὸ πάρουνε εἴδηση ποτὲ οἱ σπουδαῖοι καὶ οἱ τετραπέρατοι τοῦ κόσμου τούτου, ἐπειδὴ τοὺς τυφλώνει ἡ περηφάνεια. Νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ ἀφεθοῦν στὸ «ἱερὸ παιχνίδι» τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Χριστὸν καὶ τοὺς Ἁγίους καὶ ὅσα γνωρίζονται καὶ βιώνονται μέσα σ’αὐτό, γιὰ τοῦτο εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές Του: «Τὰ δικά σας τὰ μάτια εἶναι καλότυχα, γιατὶ βλέπουνε, καὶ τ’ αὐτιά σας, γιατὶ ἀκοῦνε. Σᾶς λέγω ἀληθινὰ πὼς πολλοὶ σπουδαῖοι καὶ σοφοὶ ἄνθρωποι ἐπιθυμήσανε νὰ δοῦνε αὐτὰ ποὺ βλέπετε καὶ δὲν τὰ εἴδανε, καί ν’ ἀκούσουνε αὐτὰ ποὺ ἀκούσατε καὶ δὲν τ’ ἀκούσανε». Κι ἄλλη φορά, σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι εἶπε: «Σὲ εὐχαριστῶ, Πατέρα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατὶ ἔκρυψες τὰ μυστήριά Σου ἀπὸ σοφοὺς καὶ σπουδασμένους, καὶ τὰ φανέρωσες στοὺς νηπίους καὶ ταπεινούς.
Ἕνας νέος γράφει τὰ παρακάτω: «Μᾶς εἶναι ἀδύνατο νὰ κατανοήσουμε ἕνα Θεὸ τόσο ἀπροσπέλαστον σὲ μᾶς. Ἡ θρησκεία μας δὲν μπόρεσε ἤ δὲν θέλησε νὰ μᾶς φέρει σὲ ἐπαφὴ μαζί Του».
Ὁ δυστυχισμένος αὐτὸς νέος θαρρεῖ πὼς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὸν Θεὸ ψάχνοντας καὶ ἐρευνῶντας μὲ τὸ μυαλό, καὶ ζητῶντας ἀποδείξεις. Μὲ ἄλλα λόγια, μ’ ἕναν τρόπον ἐξωτερικό, μηχανικό. Γιατὶ δὲν διδάχθηκε καὶ δὲν γνωρίζει πὼς ὁ Θεὸς βρίσκεται μέσα μας, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ λέγει: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι», καὶ κατὰ τὸν ἄλλο λόγο ποὺ λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Ἐμφανὴς ἐγενήθην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν», ποὺ θὰ πεῖ: Φανερώθηκα σὲ κείνους ποὺ δὲν ρωτᾶνε μὲ πονηρὴ περιέργεια ἄν ὑπάρχω, καὶ βρέθηκα ἀπὸ κείνους ποὺ δὲν ψάχνουνε νὰ μὲ βροῦνε μὲ κάποιον τρόπο , μὴ πνευματικὸν, «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ οἱ προσκυνοῦντες (ἀναζητοῦντες) Αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεί δεῖ προσκυνεῖν».
Ὁ Θεὸς βρίσκεται μὲ τρόπο πνευματικὸ κι ὄχι μὲ τὸν τρόπο ποὺ πορεύεται ἡ ἀνθρώπινη γνώση. Μὲ τὸν τρόπο τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς πρακτικῆς λογικῆς ποὺ συνηθίζουνε καὶ πολλοὶ κληρικοὶ καὶ θεολόγοι, ποὺ δὲν ἔνοιωσαν πὼς ἡ πίστη δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ λογικὴ τοῦ πειράματος καὶ τῆς παρατήρησης μόνον, καὶ πὼς δὲν γεννιέται καὶ δὲν στερεώνεται μὲ ἀποδείξεις. Ἐπιχειροῦν π.χ. νὰ «ἀποδείξουν» πὼς ὑπάρχει Θεὸς φέρνοντας ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴ φυσική, ἀπὸ τὴν ἱστορία κι ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀνθρώπινες γνώσεις. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θέλουνε νὰ κατηχήσουνε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, νοιώθει ἴσα – ἴσα πόσο ἀδύνατα εἶναι αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ πόσο ἀνίκανα νὰ τὸν κάνουνε νὰ πιστέψει καὶ ἀπομακρύνεται ἀκόμη περισσότερον.
Κι ἄν καμιὰ φορὰ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θέλησε κάποιος νὰ τὸν κάνει νὰ πιστέψει μὲ τοὺς τρόπους τῆς ἐγκόσμιας γνώσης, νομίσει πὼς πίστεψε στὸν Θεό, ὁ Θεὸς ποὺ σχημάτισε μέσα στὸ μυαλό του, εἶναι ἕνα ψεύτικο ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ, ἕνα γέννημα τοῦ λογικοῦ του, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὶς λογικὲς ἀποδείξεις ποὺ δέχτηκε, ἕνα ὁμοίωμα ποὺ δὲν ἔχει καμιὰ ὁμοιότητα μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μὲ τὸ μυαλό, ἀλλὰ νοιώθεται μὲ τὴν καρδιά. Ἡ ἐπιστήμη κι ἡ ἐπίγεια γνώση δὲν ἔχουνε καμιὰ σχέση μὲ τὴν καρδιά.
Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια ποὺ καταλαβαίνει ἡ ἐπιστήμη καὶ στὴν ἀλήθεια ποὺ νοιώθει ὁ πιστός, εἶναι κι ἀπομένει πάντα ἡ ἴδια στὸν αἰῶνα.
Ὁ σημερινὸς πιστὸς εἶναι ἴδιος μὲ τὸν πιστὸ ποὺ ἔζησε πρὸ χιλιάδων χρόνων, ὁ ἴδιος μὲ τὸν Ἀβραάμ. Ὅπως κι ὁ ἄπιστος. Ἡ φύση τῆς πίστης καὶ τῆς ἀπιστίας δὲν ἀλλάζει ποτὲ καὶ μὲ τίποτα κι οὔτε μετατοπίζονται τὰ σύνορά τους. Γιὰ τοῦτο λέγω πὼς παραλογίζονται ὅσοι λένε πὼς ἡ ἐπιστήμη μὲ τὶς ἐφευρέσεις της καὶ μὲ τὶς ἀνακαλύψεις της δυνάμωσε τὴν ἀπιστία τους. Καμιὰ ἐφεύρεση καὶ καμιὰ ἀνακάλυψη δὲν θὰ μπορέσει νὰ φανερώσει στὸν ἄνθρωπο αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Μήτε νὰ κρύψει ἀπὰ τὰ μάτια τοῦ πιστοῦ αὐτὰ ποὺ βλέπει κατακάθαρα πέρα ἀπὸ κεῖ ποὺ φτάνουνε τὰ σαρκικὰ μάτια, τὰ σαρκικὰ αὐτιά, καὶ τὸ χωματένιο μυαλό.
Εἴπαμε πὼς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι κινδυνεύουν νὰ κάνουν θρησκεία τους τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴ γνώση καὶ ἐπειδὴ μάθανε νὰ ζητᾶνε χεροπιαστὲς ἀποδείξεις, ζητᾶνε καὶ γιὰ τὸν Θεὸ τέτοιες ἀποδείξεις.
Ἕνας ἅγιος λέγει: «Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει μέσα του τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ γνώση φαίνεται ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πίστη». «Ὅταν ἡ στέρησις τῆς χάριτος πληθυνθῆ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, τότε δι’ αὐτὸν ἡ γνῶσις μείζων ἐστι τῆς πίστεως». Ἐδῶ εἶναι ἕνα ἐπικίνδυνο σημεῖο καὶ μπορεῖ νὰ ἰσχύσει τὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου «Πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία ἐστί». Ἡ παιδεία, ἡ μόρφωση εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος κάθε ἐπιστήμης καὶ ἐδῶ τὸ πρόβλημα, ἡ παιδεία πόσο διδάσκει μαζί μὲ τὶς ἐπιστήμες τὴν ἀρετὴ-πολὺ δυσανάλογα, μήπως μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, προάγουμε ἀντὶ ἐπιστῆμες πανουργίες;
Μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδέα πώς μὲ τὴν κοσμικὴ γνώση καὶ μόνο καὶ μὲ τὴν ἐπιστήμη πλούτηνε πνευματικά, στ’ ἀλήθεια φτώχηνε μ’ αὐτή, κατάντησε πάμφτωχος, γιατί, μὲ τὸ νὰ καταγίνεται μέρα – νύχτα μὲ τὴ γνώση, ποὺ ἀποχτιέται μὲ μιὰ μηχανικὴ κι ἀντιπνευματικὴ λειτουργία, ἀδυνάτισε τὶς πνευματικὲς δυνάμεις του, θόλωσε τὰ πνευματικὰ μάτια του, βούλωσε τὰ πνευματικὰ αὐτιά του, ἔχασε, μ’ ἕναν λόγο, τὴν πνευματικὴ ἐκείνη εὐαισθησία ποὺ εἶχε παλαιότερα, κι ἡ πνευματικὴ κεραία του δὲν εἶναι πιὰ σὲ θέση νὰ πιάσει κάποια μυστηριώδη κύματα καὶ κάποια ὑπερφυσικὰ μηνύματα ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο. Ἀπόμεινε ἱκανὸς μοναχὰ γιὰ τὴν ὑλικὴ γνώση, ποὺ τὴ θεωρεῖ καὶ πνευματικὴ γνώση, μὴν ξέροντας τί εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡ πνευματικὴ γνώση, δηλαδὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ξεχωρίσει τὴν πίστη ἀπὸ τὴ γνώση κι ἀρνιέται κάθε πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γνωριστεῖ μὲ τὸν τρόπο ποὺ γνωρίζει ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση, δηλαδὴ μὲ τὴν παρατήρηση καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξη, ποὺ θέλει τὴ συγκατάθεση τοῦ μυαλοῦ.
Ἡ πίστη ὅμως ἐνεργεῖ τὴν ὁδοιπορία της ἀπάνω ἀπὸ τὴ φύση. Ἡ γνώση δὲν τολμᾶ νὰ παραδεχτεῖ κάποιο πράγμα ποὺ ὑπερβαίνει τὴ φύση, ἀλλὰ μακραίνει ἀπ’ αὐτό. Ἡ πίστη ὅμως τὸ ἐπιτρέπει μὲ εὐκολία, καὶ λέγει: «Ἀπάνω στὴν ὀχιὰ καὶ στὴ δεντρογαλιὰ θὰ πατήσεις, καὶ θὰ καταπατήσεις τὸ λιοντάρι καὶ τὸν δράκοντα». Πίσω ἀπὸ τὴ γνώση μπορεῖ νὰ ἀκολουθεῖ ὁ φόβος, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὴν πίστη ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ἐλπίδα. Γιατί, ὅσο πορεύεται καθένας μὲ τοὺς τρόπους τῆς γνώσης, τόσο περισσότερο δένεται ἀπὸ τὸν φόβο καὶ δὲ μπορεῖ νὰ γλυτώσει ἀπ’ αὐτόν. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν πίστη, γίνεται παρευθὺς ἐλεύθερος κι αὐτεξούσιος, καὶ γυιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ πολιτεύεται μὲ ἐξουσία σ’ ὅλα τὰ πράγματα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τὴν πίστη, εἶναι Θεὸς κατὰ χάριν καὶ μεταχειρίζεται ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς κτίσης. Γιατὶ ἡ πίστη ἔχει ἐξουσία νὰ δημιουργήσει καινούρια κτίση, κατὰ μίμηση τοῦ Θεοῦ. Καὶ πολλὲς φορές, μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα ἀπὸ τὰ ἀνύπαρκτα. Ἡ γνώση ὅμως, δίχως ὕλη δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα.
Γιὰ τοῦτο, ἡ γνώση φυλάγεται ἀπὸ τὰ ἐπικίνδυνα τῆς φύσης, καὶ δὲν τολμᾶ νὰ περάσει ἀπὸ μέσα τους. Ἡ πίστη ὅμως τὰ περνᾶ μὲ ἐξουσία. Ἐπειδή, πολλοὶ μὲ τὴν πίστη μπήκανε στὴ φλόγα καὶ βάλανε χαλινάρι στὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς καὶ δὲν πάθανε τίποτα κι ἀπάνω στὴ θάλασσα βαδίσανε, σὰν νἄτανε ξηρά. Κι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαν’ ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἐνάντια στοὺς τρόπους τῆς κοσμικῆς γνώσης καὶ δείχνουνε πὼς ἡ κοσμικὴ γνώση μόνη εἶναι μάταια κι ἀδύνατη στοὺς τρόπους καὶ στοὺς νόμους της.
Ἡ γνώση ἔχει πάντα μέσα της τὸν φόβο. Ἐνῶ ἡ πίστη δὲν φοβᾶται. Γι’ αὐτὸ λέγει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς ὁ Πέτρος σὰν φοβήθηκε, ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Κι ὁ Παῦλος λέγει: «Οὐκ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας εἰς φόβον, ἀλλ’ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας».
Ὤ πίστις! Ὤ πλοῦτος ἀνέκφραστος μὲ τοὺς θαυμαστοὺς θησαυρούς. Μὲ πόσο θάρρος καὶ μὲ πόση ἀγαλλίαση κι ἐλπίδα γίνεται ἡ συνοδοιπορία μαζί σου!
Μὲ τὴν πίστη μαθαίνουμε ἐκεῖνα τὰ ἀκατανόητα κι ὄχι μὲ τὴν ἐξέταση καὶ μὲ τὴ δύναμη τῆς κοσμικῆς γνώσης.
Μπροστὰ στὴν κραταιὰ κι ἀκατάλυτη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ κόσμος τοῦτος κι ἡ γνώση του εἶναι ἴσκιοι θαμποὶ καὶ ψεύτικοι, «τύποι ἀφεγγεῖς καὶ σκιαὶ παρηγμέναι».

Ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ὁ κατακλυσμὸς πληροφοριῶν καὶ ἐμπειριῶν ἀπὸ πλευρᾶς κοσμικῆς γνώσης, καὶ τῆς τεχνολογικῆς παιδείας, ἔχει δημιουργήσει μιὰ ἄκρως ἐπικίνδυνη δυσαρμονία στὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος ἀμέσως ἤ ἐμμέσως ἐξ αἰτίας τῆς μονομεροῦς κοσμικῆς γνώσεως ἔχει ἀναπτύξει ἀνάγκες-ἀποφάσεις-εὐχαριστήσεις γνώσεως μόνον τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ τοῦ ἔξω ἀνθρώπου καὶ ὁ ἔσω ἄνθρωπος τῶν αἰσθημάτων καὶ τῆς καρδιᾶς καὶ ἀκόμη βαθύτερα τῆς ψυχῆς νὰ μένη ἰσχνός, ἀνήμπορος ἀκόμη καὶ ἀνυποψίαστος γιὰ τὴν παρουσία τοῦ ἀπείρου καὶ αἰωνίου πνευματικοῦ κόσμου.
Καὶ ναὶ μὲν στὴν πραγματικότητα εἶναι ψευτοδίλημα ἡ ἀντίθεσης πίστεως καὶ ἐπιστήμης, ὅμως λόγῳ τῆς λαθεμένης γενικώτερης παιδείας (οἰκογένεια-σχολεῖο—μέσα ἐνημέρωσης-λογοτεχνία-κοινωνικὸς περίγυρος-Ἐκκλησία) ὑπάρχει ἡ δυσαρμονία κοσμικῆς γνώσεως καὶ πνευματικῆς ἐμπειρίας πολὺ ἐπικίνδυνη καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα ἄν θέλετε ἀς ἐστιάσουμε ἀπόψε τὴ συζήτησή μας.

Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε τὸ συμπέρασμα ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ὑφίσταται οὐσιαστικὰ ἀντίθεσις μεταξὺ πίστεως καὶ ἐπιστήμης, παρὰ τὸ φαινόμενον ὅτι ὑποβόσκει μιὰ ἀντιπαλότητα ἡ ὁποία ἐκφράζεται καὶ ἀνοικτὰ εὐκαίρως ἀκαίρως;
Αὐτὸ συμβαίνει, ἀλλὰ δὲν ἀφορᾶ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ κάποιους ἐκπροσώπους ἑκατέρωθεν ποὺ ἔχουν λανθασμένες τοποθετήσεις. Ὁ γνήσιος ἐπιστήμων ἤ ὁ διανοούμενος ἤ ὁ ἐρευνητὴς δὲν ἀπορρίπτει τὸ ἀπροσδόκητο, τὸ θαῦμα, ἄν τὸ συναντήσει, διότι ἡ διανόηση καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν κλείνουν ποτὲ δρόμους καὶ τρόπους ἔρευνας καὶ οὔτε τελματώνονται σὲ τελεσίδικες συνταγὲς καὶ λύσεις.
Ἀλλὰ καὶ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζὴσει μόνο μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις, ἀλλὰ ἀπαιτοῦνται ἠθικὴ, αἴσθηση τοῦ ὡραίου, τοῦ δικαίου τοῦ ἅγιου, εἶναι ἀναγκαία ποιότητα ζωῆς.
Διότι ὅποιος δὲν ἐρωτεύεται, δὲν φιλοτιμεῖται, δὲν προθυμοποιεῖται, δὲν συμπονεῖ, δὲν χαίρεται, δὲν λυπεῖται δὲν εἶναι πλήρης, εἶναι ἀνάπηρος, εἶναι ἠμιθανής.
Τέτοιοι εἴμεθα τὶς περισσότερες στιγμὲς τῆς ζωῆς μας σήμερα οἱ ἄνθρωποι, ἀνέραστοι καὶ ἀνέορτοι, ζώντας χωρὶς ἀγάπη καὶ χωρὶς χαρὰ, φοβισμένοι, κατηφεῖς, καχύποπτοι καὶ ἀνεύθυνοι.
Ἀνάγκη ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας!
Ἄμεση ἀναζήτηση ἀγαπητικῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς , τὸν Θεόν, τοὺς Ἁγίους τοὺς ὅποιους ἀνθρώπους, τὴν ὅλη κτίση καὶ πάντοτε μὲ σεβασμό, μὲ διάκριση καὶ μὲ φρόνηση γιὰ νὰ μποῦμε καὶ πάλι ζωντανὰ στὸ εὐλογημένο «παιχνίδι τῆς χαρᾶς» ποὺ ἡ διάρκειά του εἶναι αἰώνια. Ἀμήν.


Ἐπιμέλεια-Διασκευή κειμένων π. Γεώργιος Καλαντζῆς