Εκτύπωση

Πανανθρώπινος, ἀσφαλὴς ὁδηγὸς ἀληθινῆς γνώσεως καὶ σωτηρίας γιὰ τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ εἶναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» μὲ προορισμὸ τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», ὅλες οἱ τάσεις, ὅλα του τὰ ὅνειρα, ὅλες του οἱ ἐπιθυμίες, ὅλες του οἱ προσπάθειες, ἡ ὅποια ὁλοκλήρωσή του δὲν τὸν ἀναπαύουν, δὲν αἰσθάνεται ὁλοκληρωμένος, ἐὰν δὲν εὐρίσκεται στὸ χῶρο καὶ στὶς καταστάσεις, ποὺ κυριαρχεῖ ἡ Ζωὴ, ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Ἀλήθεια.
Ζωὴ, Ἀγάπη καὶ Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστὸς μας, ὁ Δημιουργὸς καὶ Θεὸς μας.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀναπαύεται, ὁλοκληρωτικὰ-ζωντανά, ἀληθινὰ παρὰ μόνον ἂν βρεθεῖ σ’ αὐτὴν τὴν πορεία πρὸς συνάντησιν μὲ τὸν Θεὸν, ὅταν πραγματώνει τὸνπροορισμὸ του τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν».

Αὐτὴν τὴν πορεία μᾶς τὴν δείχνουν δύο Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζουν αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
- Αὔριο ἑορτάζομε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη, λάτρη καὶ διδάσκαλο τῆς ἡσυχίας, τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. (Ὁ βίος του εἶναι γραμμένος ἀπό τὸν ἅγιο Κάλλιστο Α΄ πατριάρχη Κων/πόλεως, ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καὶ ἀπὸ ρώσσους, σέρβους καὶ βουλγάρους).
- Πρὸ ἑπτὰ ἡμερῶν, τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἑορτάσαμε καὶ πάλιν τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον, ἡ «Κλῖμαξ», ἔχει μεταφρασθεῖ σὲ περισσότερες ἀπὸ δέκα γλῶσσες καὶ εἶναι παραδεκτὴ ὡς ἀξεπέραστο ψυχολογικὸ ἔργο σὲ ὅλον τὸν κόσμο.
- Ἀπόψε θὰ προσπαθήσουμε ὅσο πιὸ περιληπτικὰ γίνεται νὰ προσεγγίσουμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία τους

      Ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης


Ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1255 σὲ χωρίον τι τῆς Ἀσίας, κείμενον πλησίον τῶν Κλαζομενῶν. Οἱ γονεῖς του ἦσαν μὲν πλούσιοι καὶ ἔντιμοι, ἀλλὰ θεοσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι, ὑφ’ ὧν καὶ ἐδιδάχθη καλῶς καὶ τὰ θεῖα καὶ ἱερὰ γράμματα.
Ὁ θεῖος οὗτος Γρηγόριος, κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ καὶ μὲ θαυμαστὸν τρόπον, μεταβὰς εἰς τὴν Κύπρον, συνεδέθη μὲ ἐνάρετόν τινα Μοναχόν, ὅστις ἐκάθητο εἰς «ἡσυχίαν». Ἀφ’ οὗ συνανεστράφη πνευματικῶς, ἀνεχώρησε καὶ μετέβη εἰς τὸ Σίναιον Ὄρος, ὅπου ἐπροχώρησεν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως μὲ αὐστηρὰν νηστείαν, ἀγρυπνίαν, ὁλονύκτιον στάσιν καὶ τὴν ἀκατάπαυστον ψαλμωδίαν καὶ προσευχήν. Εἰς δὲ τὴν ὑπακοήν, ἡ ὁποία εἶναι ρίζα καὶ μήτηρ τῶν ἀρετῶν καὶ εἰς τὴν ὑψοποιὸν ταπείνωσιν τόσον πολὺ ἐπιμελῶς προσπαθοῦσε, ὡς νὰ τὸν ἔβλεπε ἄνωθεν ὁ Θεός, ὥστε νὰ θαυμάζεται ἀπὸ τοὺς πατέρες.
Ἀλλ᾿ ὁ πονηρὸς διάβολος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἡσυχάση ἐξ αἰτίας τῶν τόσων τοῦ Ἁγίου ἀρετῶν, καὶ ἐνεφύτευσε κρυφίως εἰς τοὺς μοναχοὺς τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ἐξῆλθε κρυφίως ἀπὸ τὸ Μοναστήριον, παραλαβὼν μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸν σεβάσμιον Γεράσιμον, ὅστις κατήγετο ἀπὸ τὴν νῆσον τοῦ Εὐρίπου (τὴν Εὔβοιαν), καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ μετέβησαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εἰς προσκύνησιν τοῦ Ζωοδόχου Τάφου· ἐταξίδευσαν εἰς τὴν Κρήτην, εἰς ἕναν τόπον καλούμενον Καλούς Λιμένας.
Εἰς τὴν Κρήτην εὑρισκόμενος ὁ Ὅσιος ἤρχισε νὰ ἐρευνᾶ μὲ πολλὴν προθυμίαν, διὰ νὰ εὕρη τόπον ἥσυχον καὶ ἀτάραχον, ἵνα κατοικήση μετὰ τοῦ ὁσίου Γερασίμου καὶ πνευματικόν ὅστις νὰ τὸν ὁδηγήση εἰς ὅ,τι αὐτός δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδη ἤ εἰς ὅ,τι δὲν ἔτυχε νὰ διδαχθῆ πνευματικῶς μέχρι τότε.
Ὁ Ἀγαθός Θεός ὠκονόμησεν ἀποκαλύψας τὰ περὶ τοῦ θείου Γρηγορίου καὶ τοῦ εὐσεβοῦς πόθου του εἴς τινα ἀναχωρητήν, ὅστις ἡσύχαζεν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, πολὺ ἐνάρετον καὶ ἐστολισμένον μὲ ἔργα καὶ θεωρίαν, Ἀρσένιον τὸ ὄνομα, παρ’ οὗ ἐδιδάχθη τὰ περὶ φυλακῆς νοός, περὶ νήψεως καὶ προσοχῆς, περὶ νοερᾶς προσευχῆς καὶ διὰ ποίου τρόπου καθαρίζεται ὁ νοῦς διὰ μέσου τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν καὶ γίνεται ὅλος φωτεινός.
Μετὰ ταῦτα, ὁ Ὅσιος ἔκρινεν εὔλογον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, προκειμένου νὰ ἐπισκεφθῇ ὅλα τὰ ἐκεῖ Μοναστήρια, τὰς Σκήτας, τὰ Κελλία καὶ ὅλους τοὺς ἐκεῖ Ὁσίους Πατέρας χάριν εὐχῆς καὶ εὐλογίας.
Ἀφ’ οὗ δὲ περιῆλθεν ὅλον τὸ Ἅγιον Ὄρος, μετέβη εἰς τὴν Σκήτην τοῦ Μαγουλᾶ, ἥτις εὑρίσκεται ἀντικρὺ τῆς σεβασμίας Μονῆς τοῦ Φιλοθέου, ἔνθα εὗρε τρεῖς Μοναχούς, Ἠσαΐαν, Κορνήλιον καὶ Μακάριον, τοὺς ὁποίους ἀντελήφθη καταγινομένους ὄχι μόνον εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν θεωρητικήν τοιαύτην. Ἐκεῖ κοπιάζων πολὺ ὁμοῦ μετὰ τῶν μαθητῶν του, ἔκτισε κελλία ἵνα κατοικήσωσιν. Αὐτὸς δὲ εἰς ὀλίγην ἀπὸ ἐκεῖ ἀπόστασιν ὠκοδόμησεν Ἡσυχαστήριον, ἵνα συνομιλῆ μόνος μὲ μόνον τὸν Θεόν.

Συνάγων εἰς ἐαυτὸν ὅλας τὰς αἰσθήσεις του καὶ ἑνώνων τὸν νοῦν του μὲ τὸ πνεῦμα, προσηλώνων αὐτὸν εἰς τὸν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, μὲ κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας καὶ μὲ ἀναστεναγμοὺς ἐκ βάθους ψυχῆς, βρέχων ἅμα τὸ ἔδαφος τῆς γῆς μὲ θερμὰ δάκρυα, ἔλεγε πολὺ συχνὰ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος δὲν παρέβλεψε τὴν δέησίν του ἐπὶ πολύ, διότι «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουθενώσει» (Ψάλμ. ν’ 19), ἀλλὰ πολὺ ταχέως εἰσήκουσε τὴν δέησίν του. («Ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν» (Ψαλμ. λγ΄ 18)). Ὅθεν καὶ πυρωθεὶς κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀλλοιωθεὶς τὴν καλὴν καὶ παράδοξον ἀλλοίωσιν ἔγινεν ἔξω τῆς σαρκός καὶ τοῦ κόσμου τούτου, ἐπληρώθη ὅλος ἀπὸ τὴν θείαν ἀγάπην.
Γράφει ὁ συνασκητής του ἅγιος Γεράσιμος, ὅτι ἐρωτώμενος ἔλεγε: «Ἐκεῖνος ὅστις ὑψοῦται εἰς τὸν Θεόν, μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βλέπει ὡς εἰς καθρέπτην ὅλην τὴν κτίσιν φωτεινήν».

«Ἡ ψυχή, ὅταν ἀποδείξη ὅλην τὴν προθυμίαν της καὶ ἀγωνισθῆ διὰ μέσου τῶν πρακτικῶν ἀρετῶν, μετὰ λόγου καὶ διακρίσεως, τότε ὅλα τὰ πάθη, τὰ ὑποτάσσει, τὰ μεταμορφώνει καὶ τὴν περιτριγυρίζουν αἱ φυσικαὶ ἀρεταί, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον τὴν ἀκολουθοῦν ἀλλὰ καὶ τὴν διδάσκουν καὶ τὴν καθοδηγοῦν εἰς τὰς πνευματικάς ἀναβάσεις» καὶ εὶς τὴν ἀληθινὴν γνῶσιν τῆς φύσεως τῶν ὄντων.
«Τότε ὁ νοῦς μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλέπει φανερώτερα καὶ καθαρώτερα τὰς φύσεις τῶν ὄντων, ἀποκτᾶ ἀληθινὴ γνώση καὶ ὄχι καθώς φλυαροῦν οἱ ἔξω σοφοὶ, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὸ νὰ προστρέχουν εἰς τὴν σκιάν τῶν πραγμάτων μόνον, καὶ μὴ δυνάμενοι πάντοτε νὰ γνωρίζουν τὴν οὐσιώδη ἐνέργειαν τῆς φύσεως τῶν ὄντων (τῶν πραγμάτων καὶ τῶν γεγονότων), στεροῦνται τὴν ἀληθινὴ γνώση».
«Ἡ ψυχὴ ἐκείνου, ὅστις θέλει προσκολληθῆ εἰς τὸν Θεόν, ὅταν τρωθῆ ἀπὸ τὸν ἔρωτά Του καὶ ἀναβῇ ὑπεράνω ὅλης τῆς κτίσεως, ὅσον καὶ ἂν παραμένει κρυφὸς καὶ ἀκατάληπτος, δὲν δύναται οὐδόλως νὰ κρυβῆ, καθώς καὶ ὁ Κύριος ὑπεσχέθη, λέγων: «Ὁ πατήρ σου, ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. ς΄ 4,6). Καὶ ἀλλαχοῦ: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πΠατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς» (Ματθ. Ἐ΄ 16).

            Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς «Κλίμακος»

Ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ μόρφωσή του
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, γνωστὸς ὡς ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, καταγόταν πιθανότατα ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Παλαιστίνης ἢ τῆς Αἰγύπτου, ἐφόσον στὴν ἡλικία τῶν δεκαέξι μόλις ἐτῶν ἀνέβηκε στὸ ὄρος Σινᾶ, γιὰ νὰ γίνει μοναχὸς καὶ ὑπετάγη εἰς τὴν καθοδήσιν τοῦ γέροντος Μαρτυρίου, μὲ πλήρη ὑπακοή, ὥστε νὰ χαρακτηρίζεται ὡς ἔχων «ἄλογόν τε καὶ ἀθέλητον ψυχὴν καὶ τῆς φυσικῆς ἰδιότητος ἀπηλλαγμένην πάντη» καὶ μετὰ τέσσερα ἔτη κείρεται μοναχός. Ἔδρασε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 500 καὶ 600 μ.Χ. Ἕνα ὁπωσδήποτε εἶναι βέβαιο, τὸ ὅτι ὁ Ἅγιος μορφώθηκε κατὰ τὴν παιδικὴ καὶ νεανικὴ ἡλικία του πάρα πολὺ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ χαρακτηρίσθηκε ἀργότερα, «νέος Μωυσῆς», ὡς σχεδιάσας τὴν «θεοτύπωτον νομοθεσίαν καὶ θεωρίαν», δηλαδή, τὴν Κλίμακα.

Ἡ ἀφιέρωσή του στὸ Θεὸ καὶ ἡ μοναχικὴ κουρά
Γιὰ νὰ ἀναζητήσει συμβουλὲς καὶ εὐχὲς ἀπὸ χαρισματικοὺς ἀσκητές, ἔφθασαν περιοδεύοντας μὲ τὸν γέροντά του καὶ στὴν ἔρημο τῆς Σκήτης τῆς Αἰγύπτου, στὸ μοναστήρι τῶν Ταβεννῶν καὶ σὲ ἄλλα μεγάλα ἀσκητήρια. Ἀπὸ τοὺς χαρισματούχους ἐκείνους ἀσκητὲς κάποιοι φανέρωσαν μὲ τὸ προορατικό τους χάρισμα τὸ μέλλον τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ ἀββᾶς Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ποὺ μόλις ἀντίκρυσε τὸν Ἅγιο, στράφηκε πρὸς τὸν ἀββᾶ Μαρτύριο καὶ εἶπε: -«Βαβαί, ἀββᾶ Μαρτύριε, τίς εἴπη ὅτι ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ ἐκούρευσας;».
Παρόμοια ἦταν καὶ ἡ πρόρρηση, ποὺ ἔκανε γιὰ τὸν Ἅγιο καὶ ὁ μέγας γέροντας Ἰωάννης ὁ Σαββαΐτης, ποὺ ἀσκήτευε στὴν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ καὶ εἶχε φήμη θαυματουργοῦ. Μόλις τὸν ἐπισκέφθηκαν, σηκώθηκε καί παίρνοντας στὰ χέρια του μία λεκάνη μὲ νερό, ἔνιψε τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ φίλησε τὰ χέρια του, χωρὶς νὰ κάνει τὸ ἴδιο καὶ στὸ γέροντα Μαρτύριο. Αὐτὸ σκανδάλισε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὸ νεαρὸ ὑποτακτικό του, ποὺ ἀπορημένος ρώτησε τὸ γέροντά του, γιατί φέρθηκε διαφορετικὰ ἀπέναντι τῶν δύο ἐκείνων ἐπισκεπτῶν του.
«Πίστευσον, τέκνον», τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ὁ μέγας ἐκεῖνος γέροντας, «ἐγώ, τίς ἐστιν ὁ παῖς, οὐκ οἶδα. Ἀλλ' ἐγώ ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ ἐδεξάμην καὶ τοὺς πόδας τοῦ ἡγουμένου ἔνιψα».

Ἡ ζωή του στήν ἔρημο
Ὕστερα ἀπὸ δεκαεννιὰ χρόνια κοινοβιακῆς ζωῆς στὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Σινᾶ, καὶ ἀφοῦ εἶχε πάρει ἤδη τὴ συγκατάθεση καὶ τοῦ γέροντός του Μαρτυρίου, πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του, πῆρε τὴν εὐλογία καὶ ἀπὸ ἄλλους γέροντες τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ των (μάλιστα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο, τὸν φημισμένο γιὰ τὴν ἁγιότητά του γέροντα Γεώργιο) καὶ προχώρησε «ἐπὶ τὸ τῆς ἡσυχίας στάδιον», ἔχοντας σὰν ὅπλα πνευματικὰ "πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων", τὰς τοῦ μεγάλου (γέροντος) εὐχάς.
Πρίν, ὅμως, ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή του αὐτὴ, ἔκανε μία προσκυνηματικὴ περιοδεία, ὡς ἱερέας πλέον, στὰ ἐρημητήρια τῆς Σκήτης, γιὰ νὰ συμβουλευθεῖ καὶ ἄλλους γέροντες γιὰ τὴ νέα ζωὴ ποὺ σκόπευε νὰ ἀρχίσει, συλλέγοντας, ταπεινὰ καὶ διακριτικά, σὰν τὴ φιλόπονη μέλισσα, τὸ πνευματικὸ νέκταρ τῆς θεοφώτιστης διδασκαλίας τους. Σημειώνοντας μάλιστα στὰ δελτάριά του ὅ,τι καλὸ ἔβλεπε, γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει ἀργότερα στὴ συγγραφὴ τῆς περίφημης «Κλίμακας». («Ἐγὼ δὲ πάντων ἀκηκοώς»).
Ὕστερα δὲ ἀπὸ τὴν περιοδεία ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἤδη τὴ φήμη μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ διακριτικοῦ πρεσβυτέρου, ὁ Ἅγιος κατέφυγε, στὴν ἡλικία τῶν 35 περίπου ἐτῶν, στὴν ἐρημικὴ τοποθεσία Θολᾶς, πού, κατὰ τὸ βιογράφο του, ἀπεῖχε πέντε περίπου σημεῖα ἀπὸ τὸ μεγάλο κοινόβιο, δηλαδὴ δύο ὧρες πορείας, γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ποθητὴ ἐκεῖ ἡσυχία, προχωρῶντας σὲ μεγαλύτερα πνευματικὰ ἀθλήματα. Ὁ Ἅγιος ἔζησε γιὰ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια «ἀνολιγώρως», δηλαδή «διακαεῖ ἔρωτι καὶ πυρὶ πυρπολούμενος ἀεί». «Ὁ δὲ πᾶς δρόμος», σημειώνει γι' αὐτὸν ὁ βιογράφος του, «προσευχὴ ἀέναος καὶ πρὸς Θεὸν ἔρως ἀνείκαστος».
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὅμως, ὁ Ἅγιος εἶχε, σὰν ὅπλο του πνευματικό, καὶ τὴν ἀκατάπαυστη μελέτη τῶν θεοπνεύστων βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοφωτίστων συγγραμμάτων τῶν ἁγίων Πατέρων, μὲ τὴν ὁποία ἐξουδετέρωνε τὸ πάθος τῆς ἀκηδίας. Ἡ μελέτη μάλιστα αὐτὴ δὲ γινόταν ἐπιπόλαια, ἀλλὰ μὲ σύστημα καὶ ἐπιμονή, ἐφόσον σημείωνε, ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐργασία τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, τὰ σπουδαιότερα χωρία ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ μελετοῦσε σὲ εἰδικὰ δελτάρια. «Πλεῖστα τε πρὸ τοῦ ὕπνου ηὔχετο», σημειώνει ὁ βιογράφος του, «καὶ δελτία κατέταττε. Τοῦτο γὰρ ἦν αὐτῷ ἀκηδίας... φίμωτρον».

Ἡ ἐκλογή του σὲ ἡγούμενο τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ καὶ ἡ ἐφεξῆς δράση του
Ἡ μεγάλη φήμη τῆς ἁγίας ζωῆς καὶ τῆς μόρφωσης τοῦ Ἁγίου συνετέλεσαν ὥστε νὰ ἐκλεγεῖ, ὕστερα ἀπὸ σαράντα χρόνια αὐστηρότατης ἀσκητικῆς ζωῆς στὴν ἔρημο, σὲ ἡλικία περίπου ἑβδομήντα πέντε (75) ἐτῶν, ἡγούμενος τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ τοῦ Σινᾶ. Γιὰ τὴν ἐκλογή του αὐτὴ βέβαια ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, ποὺ ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴ ζωὴ τῆς ἡσυχίας, ἔφερνε ἀρχικὰ πολλὲς ἀντιρρήσεις. Οἱ πατέρες, ὅμως, τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ μεταχειρίσθηκαν στὴν περίσταση ἐκείνη κάποια μορφὴ βίας πνευματικῆς, ὥστε νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν τελικὰ νὰ δεχθεῖ τὸ αἴτημά τους. «Εἴτα», σημειώνει ὁ βιογράφος του, «ἀγάμενοι πάντες τὰ πάντα αὐτοῦ κατορθώματα, ὡς νεοφανῆ τινὰ Μωσέα βίᾳ ἐπὶ τὴν τῶν ἀδελφῶν ἡγεμονίαν ἀνεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς λυχνίας τὸν λύχνον» (Βίος, Μ. 88, 605Α).
Στὴν προτίμησή τους βέβαια αὐτή, οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς δὲν διαψεύσθηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ποὺ φρόντιζε νὰ τοὺς στηρίζει «τῷ λόγῳ τῆς χάριτος πλουσίως», μεταχειριζόμενος καθημερινὰ «τὰ τῆς διδασκαλίας νάματα ἀφθόνως καὶ δαψιλῶς» γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια ὄχι μονάχα τῶν ἴδιων τῶν μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πολυάριθμων ἐπισκεπτῶν τοῦ μοναστηριοῦ τους. Οἱ διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου, ἦταν τόσο βαθειές, ὥστε νὰ ἐνσταλάζουν σὰν μέλι οὐράνιο στὶς ψυχές. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸ βιογράφο του ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲ μιλοῦσε κατὰ τὶς ὧρες ἐκεῖνες ὁ Ἅγιος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐφόσον «ἤνοιγε στόμα» καὶ «εἵλκυε Πνεῦμα».
Ἡ βιοτή του καὶ γενικότερα ἡ ἀπέραντη ἀγάπη του συνετέλεσαν ὥστε πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ καταφεύγουν σ' αὐτὸν ὄχι μονάχα ἀπὸ τὰ κοντινὰ μέρη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ μακρυνότερα. Ἕνας ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ συνώνυμός του Ἰωάννης ὁ Ραϊθηνός, ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Ραϊθοῦς, τῆς εὑρισκόμενης 30 περίπου χιλιόμετρα Ν.Δ. ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου, ποὺ ζήτησε μὲ ἐπιστολή του ἀπὸ τὸν Ἅγιο τοὺς λόγους τῆς «Κλίμακος», τὴν ὁποία μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου εἶχε κατασκευάσει. Στὸ αἴτημά του ἐκεῖνο ὁ Ἅγιος ἀποφάσισε τότε νὰ κάνει ὑπακοή, στέλνοντας στὸν ἐπιστολογράφο του τὴν «Κλίμακα» καὶ ταυτόχρονα μία ἐπιστολή, στὴν ὁποία χαρακτήριζε τὸν ἑαυτό του ὡς «οὐ σοφὸν ἀρχιτέκτονα» καὶ τὰ γραφόμενά του ὡς «ἀτελῆ ἀληθῶς καὶ πάσης ἀγνωσίας καὶ ἰδιωτείας ἀναμεστά», ἐνῶ ταυτόχρονα χαρακτήριζε ὡς κράτιστο τῶν διδασκάλων τὸν ἴδιο τὸν ἐπιστολογράφο του. «Ἡμεῖς γάρ», ἔλεγε χαρακτηριστικά, φανερώνοντας τὴν ταπεινοφροσύνη του, «ἐν τῇ τῶν μαθητευομένων τάξει ἔτι καθεστήκαμεν. Ἀλλ' ἐπειδὴ περ οἱ καθ' ἡμᾶς θεοφόροι καὶ τῆς ὄντως γνώσεως μύσται, ὑπακοὴν ὁρίζονται, τὸ ἐν τοῖς ὑπέρ δύναμιν ἀδιακρίτως τοῖς προστάττουσι πείθεσθαι, ἰδοὺ τὰ καθ' ἑαυτοὺς παριδόντες εὐσεβῶς, ἐν τοῖς ὑπὲρ ἑαυτοὺς τολμηρῶς τὴν ἐγχείρησιν (τοῦ ἔργου αὐτοῦ) πεποιήμεθα» («Κλῖμαξ», ἔκδ. Ἀστέρος, Ἀθῆναι 1970, σ. 11).

Ἡ ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸ μεγάλο μοναστήρι καὶ τὸ τέλος του
Οἱ κόποι τῆς ἡγουμενίας ὅμως, ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε πάρα πολλοί, φαίνεται ὅτι κούρασαν σύντομα τὸν μεγάλο ἐκεῖνον ἡσυχαστή, ποὺ δὲν ξεχνοῦσε ποτὲ τὸ κελλὶ τῆς ἡσυχίας του. Γι' αὐτό, ὕστερα ἀπὸ τέσσερα περίπου χρόνια ἡγουμενίας, ἄφησε τὴν εὐθύνη τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ στὰ χέρια τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργίου, γιὰ νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ ἡσυχαστικὸ κελλί του, προαισθανόμενος πιθανότατα τὸ τέλος του, ποὺ πλησίαζε.
Πῶς ἔζησε βέβαια στὴν ἡσυχία του κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Ἅγιος, δὲν εἶναι γνωστό. Ἕνα μονάχα γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ βιογράφο του, τὸ τί ἔγινε κατὰ τὶς τελευταῖες του στιγμές. Κατὰ τὶς στιγμὲς αὐτὲς βρέθηκε κοντά του ὁ θαυμαστὸς ἀδελφός του Γεώργιος, πού, κλαίγοντας, ἔλεγε, κατὰ τὸ βιογράφο του:
-«Ἰδοὺ ἀφίεις με καὶ ὑπάγεις; ἐγὼ ηὐχόμην, ἵνα σὺ μὲ προπέμψης. Οὐδὲ γὰρ εἰμὶ ἱκανὸς ἐκτός σου ποιμᾶναι τὴν συνοδίαν».
Ἀκούγοντας τὰ πιὸ πάνω, ὁ Ἅγιος προσπάθησε τότε νὰ παρηγορήσει τὸν κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα ἐκείνον ἀδελφό, λέγοντας τὰ πιὸ κάτω:
-«Μὴ λυποῦ, μηδὲ μερίμνα. Ἐὰν γὰρ εὕρω παρρησίαν πρὸς Κύριον, οὐ μὴ σὲ ἐάσω τελειῶσαι ἐνιαυτόν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ νὰ σὲ πάρει κοντά Του μετὰ ἀπὸ μένα». Τὰ πιὸ πάνω λόγια τοῦ Ἁγίου, κατὰ τὸ βιογράφο του, ἐκπληρώθηκαν κατὰ τὸ τελευταῖο μέρος τους πολὺ σύντομα. Δὲν πέρασε χρόνος ὁλόκληρος καὶ ὁ ἀδελφός του Γεώργιος ἐντὸς δέκα μηνῶν ἀπῆλθε καὶ αὐτὸς πρὸς Κύριον.
Ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου, κατὰ τὶς Διηγήσεις Ἀναστασίου Β' τοῦ Διηγηματογράφου, συνέβηκε «ταῖς παρελθούσαις ταύταις τοῦ Χειμῶνος ἡμέραις», δηλαδὴ λίγες ἡμέρες μετὰ τὸ Χειμῶνα τῆς χρονιᾶς ἐκείνης.
Δίκαια ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει δὶς τὴν μνήμην του, στὴν κοίμησίν του 30 Μαρτίου καὶ τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἅγιος ὑπῆρξε καὶ «ὡραϊσμένος ταῖς ἀρεταῖς» καὶ ὁ σχεδιάσας τὴν «θεοτύπωτον νομοθεσίαν καὶ θεωρίαν», τὴν «Κλίμακα», ποὺ εἶναι καταγραφὴ τῶν προϋποθέσεων ποὺ μποροῦμε νὰ ἀνέβουμε ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανὸ χάριτι Θεοῦ, μὲ τὴν καλὴ μας προαίρεση καὶ τὴν προσπάθειαν ἀπόκτησης τῶν ἀρετῶν, διὰ πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας καὶ τῶν Ἁγίων.
Ὅποιος θέλει, ν’ ἀφήσει τὴ γῆ καὶ ν’ ἀνέβει στὸν οὐρανό, δὲν τοῦ χρειάζονται γι’ αὐτὸ, παρὰ προαίρεση καὶ ἀρετή. Καὶ αὐτὸς ὁ ἀγώνας εἶναι εὔκολος, ἄν ὑπάρχει ζῆλος καὶ πόθος Θεοῦ.
Ὁ ἀγώνας αὐτὸς εἶναι μὲν μεγάλος, ἀλλὰ χάριτι Θεοῦ εἶναι κατορθωτὸς μὲ ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ἄσκηση γιὰ τὴν ἀρετή.

Ξεκίνημα ἀπὸ τὰ εὔκολα: Δὲν μποροῦμε νὰ δίνουμε εὐχὲς σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς βρίζουν; Τουλάχιστον ἂς ὑπομείνουμε τὶς βρισιὲς μὲ σιωπὴ καὶ μακροθυμία. Δὲν μποροῦμε νὰ εὐεργετοῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς βλάπτουν; Τουλάχιστον ἄς μὴν τοὺς ἐκδικούμαστε.
Ὁ Χριστὸς ἔπαθε τόσα γιὰ χάρη μας, ὄντας ἀθῶος καὶ ἀναμάρτητος. Κι ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ ὑπομείνουμε τίποτα γιὰ χάρη Του, ἢ μᾶλλον γιὰ τὴ δική μας ψυχικὴ ὠφέλεια καὶ σωτηρία; Μὴν ἐξαπατᾶμε τοὺς ἑαυτούς μας λέγοντας: «Ἂς κάνω κάθε ἁμαρτία, καὶ στὰ γεράματά μου θὰ μετανοήσω».
Ὁ Δημιουργὸς μᾶς ἔπλασε ἀνωτέρους ἀπ’ ὅλα τὰ κτίσματα, «κατ’ εἰκόνα Του». Γιατί νὰ προδώσουμε τὴν θείαν εὐεργεσίαν καὶ νὰ καταφρονήσουμε τὴν ἀνθρώπινην ἀξιοπρέπεια μας, ἐξομοιώνοντας τὸν ἑαυτό μας μὲ ἄλογο ζῶο; Γιατὶ, λοιπόν, νὰ καταντήσουμε δοῦλοι τῶν ἀγρίων καὶ ἀλόγων παθῶν, ποὺ βρίσκονται μέσα μας;
Ἄν εἶσαι ἄνθρωπος, ἀπόδειξέ το μὲ τὴ διαγωγή σου. Πλάστηκες σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀφοῦ Ἐκεῖνος εἶναι Ἅγιος, δικαιοῦσαι καὶ ὑποχρεοῦσαι νὰ γίνεις κι ἐσύ. «Ἅγιοι γίγνεσθαι, ὅτι Ἅγιος εἰμί» (Λευιτ. 11:44).

Σ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα τῆς ἁγιότητος, ἀποτελεσματικὴ βοήθεια μᾶς προσφέρουν οἱ ἐνάρετοι καὶ φιλάγαθοι ἄνθρωποι, ποὺ μὲ τὶς καλὲς συμβουλὲς καὶ τὸ ὠφέλιμο παράδειγμά τους μᾶς παρακινοῦν σὲ ἁγία ζωή. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὁ Θεὸς μᾶς ἔβαλε στὸν ἴδιο κόσμο ὅλους, κακοὺς καὶ καλούς, γιὰ νὰ μειώνεται ἡ ἀχρειότητα τῶν κακῶν ἀπὸ τὴν συναναστροφή τους μὲ τοὺς καλοὺς καὶ οἱ καλοὶ νὰ εἶναι διπλὰ ἀξιοτίμητοι, ἐπειδὴ, καὶ τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς ἀκολουθοῦν καὶ ἀπὸ τὴ συναναστροφή τους μὲ τοὺς κακοὺς δὲν ζημιώνονται.
Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζηλεύουν ὄχι τοὺς καλοὺς ἀλλὰ τοὺς κακοὺς - τοὺς πονηροὺς καὶ πανούργους, ἀντὶ νὰ τοὺς λυπούμεθα, τοὺς μακαρίζουμε, βλάπτοντας καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους.
Γνώρισμα καὶ ἀληθινὸ κατόρθωμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει πλαστεῖ «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ», εἶναι ἡ ἔλλογη κυριαρχία πάνω στὰ πάθη, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἐπιτέλεση τοῦ καλοῦ, ἐνῶ φοβερὸ κατάντημα εἶναι νὰ γινόμαστε θηρία, μὲ τὴν ἀλόγιστη ὑποδούλωσή μας στὰ ἔνστικτα, τὴν ἁρπακτικότητα, τὴν σκληρότητα καὶ τὴν καταφρόνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς ἔβαλε μέσα στὸν ἄνθρωπο νόμο, τὴ συνείδηση, ποὺ τὸν πληροφορεῖ ποιό εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιό τὸ κακό. Ἀλλὰ καμμία κακία δὲν ἐμφανίζεται μὲ τὸ ἀληθινό της πρόσωπο. Πάντα δανείζεται τὴ μορφὴ κάποιας ἀρετῆς. Γι’ αὐτὸ τὴ δική μας κακία, δὲν τὴ βλέπουμε, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μετανοοῦμε, δὲν διορθωνόμαστε, δὲν ἁγιαζόμαστε.
Κάθε προσπάθεια ἀποκοπῆς κάποιου πάθους καὶ ἀπόκτησης κάποιας ἀρετῆς, εἶναι καὶ ἕνα σκαλοπάτι στὴν πορεία πρὸς τὸν οὐρανὸ, καὶ ὅταν μία ἀρετὴ κατοικήσει στὴν ψυχὴ προσελκύει καὶ τὶς ἄλλες ἀρετὲς, καὶ ὁ ἀγώνας γίνεται εὐκολώτερος. Ἡ ἀποκοπὴ τῶν παθῶν καὶ ἡ κατάκτησις τῶν ἀρετῶν, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ ἅγιος Παΐσιος χρειάζονται τὴν καλὴν ἀνησυχία, ἡ ὁποία εὐνοεῖ νὰ ἀνοίξουν στὴν ψυχὴ μας τὰ ἄνθη τῆς μετανοίας καὶ νὰ δώσουν καρπὸ ἀρετῆς. Μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ δοῦμε κατὰ πρόσωπο τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο, νὰ διαπιστώσουμε τὸ «εἰδεχθὲς προσωπεῖον» του καὶ νὰ τὸ ἀποβάλουμε, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν παθῶν καὶ νὰ ζήσουμε τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία.

Ὁ Θεὸς δὲν δίνει στὸν ἄνθρωπο ἐλαττώματα, ἀλλὰ «πνευματικὲς δυνάμεις». Ἀνάλογα μὲ τὸ πῶς θὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἄνθρωπος τὶς δυνάμεις αὐτές, ἄν δηλαδὴ πλησιάζουμε στὸν Θεὸ καὶ γινόμαστε κατὰ χάριν ὅμοιοι μὲ Ἐκεῖνον, ἢ ἂν τὶς χρησιμοποιοῦμε σύμφωνα μὲ τὰ θελήματα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε γινόμαστε δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἡ Θεία Χάρις παύει νὰ ἐνεργῆ στὸν ἄνθρωπο ποὺ δουλεύει στὰ πάθη τοῦ παλαιοῦ ἐαυτοῦ μας. Γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ χρειαζόμαστε ταπείνωση, ἀγάπη, ἀρχοντιά, θυσία καὶ φιλότιμο καὶ τὸ πέταμα τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας, δηλαδὴ νὰ ἀπεκδυθοῦμε τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο, γιὰ νὰ κατοικήσῃ στὸ κενό τῆς καρδιᾶς ὁ καινὸς ἄνθρωπος τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ «Γενικὸ Ἐπιτελεῖο τῶν παθῶν», μᾶς ἐξόρισε ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν γῆ, κι ἀπὸ τὴν γῆ προσπαθεῖ νὰ μᾶς στείλῃ στὴν κόλαση.

Μὲ τὴν «ὑψοποιὸ» ταπείνωση προχωροῦμε στὴν πνευματικὴ ζωὴ σύντομα, σταθερὰ καὶ χωρὶς κόπο διότι ὁ πιὸ σύντομος, σίγουρος καὶ εὔκολος δρόμος πρὸς τὴν Ἄνω Ἰερουσαλὴμ εἶναι ἡ ταπείνωση.
ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἀδιάσπαστα δεμένη μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ σὲ θεῖο ἔρωτα, θεία τρέλλα, θεία μέθη. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι ἡ «ἀκριβὴ πνευματικὴ ἀγάπη». Καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς ὅλη τὴν κτίση εἶναι τὸ ὑπερχείλισμα τῆς «γενικῆς» ἀγάπης ποὺ ἔχει ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος.
Ἡ ἀρχοντιὰ καὶ τὸ φιλότιμο τὰ ἔχει ὅλα: ταπείνωση, ἁπλότητα, ἀνιδιοτέλεια, τιμιότητα, χαρὰ καὶ πνευματικὴ ἀγαλλίαση.
Ἡ ἁπλότητα, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πνευματικὴ χαρὰ ξεδιαλύνουν πολλὰ προβλήματα καὶ φέρνουν θεϊκὰ ἀποτελέσματα καὶ δίνουν φτερὰ στὴν ψυχή.
Τέλος, ἡ διάκριση, ἡ «κορωνίδα τῶν ἀρετῶν», δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἀρετὴ, εἶναι «τὸ τιμόνι ποὺ ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια τὴν ψυχὴ, ὥστε νὰ μὴ σκοντάφτῃ οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά, ἀλλὰ νὰ βαδίζῃ μὲ σταθερότητα τὴν βασιλικὴ ὁδὸ τῶν ἀρετῶν ἀποφεύγοντας τὰ ἄκρα, ποὺ εἶναι τῶν δαιμόνων καὶ νὰ ἔχει τὴν καλὴ ἀνησυχία, τὴν καλὴ ἀγωνία γιὰ τὸν «καλὸν ἀγῶνα», ποὺ δίνουν στὴν ψυχὴ παρηγοριά, λεβεντιά καὶ ζωντάνια χωρὶς μεγάλο κόπο.

Ταπείνωσις καὶ ἀγάπη, οἱ ἀδελφωμένες ἀρετές, κατὰ τὸν ἅγιο Παΐσιο εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ὁ Θεὸς δὲν δίνει στὸν ἄνθρωπο ἐλαττώματα, ἀλλὰ «πνευματικὲς δυνάμεις». Ἐὰν τὶς στρέψουμε πρὸς τὸν Θεό καὶ τὶς παραδώσουμε σ’ Αὐτὸν, γινόμεθα καὶ ἡμεῖς Θεοὶ κατὰ χάριν. Ἐὰν ὅμως τὶς ἀφήσουμε νὰ κυβερνῶνται ἀπὸ τὸ ὅποιο κακό, καταντοῦμε δαίμονες. Ἡ ἱστορία τοῦ καθενός μας, τῶν κοινωνιῶν, τῆς ἀνθρωπότητος τὸ ἐπιβεβαιώνουν.
Ἂν ποθοῦμε τὴν ἀρχοντιά μας, τὴν ἐλευθερίαν μας, τὴν χαράν μας, ἂς ἀναφέρουμε εὐγνώμονα τὶς δυνάμεις ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς προίκισε σ’ Αὐτὸν καὶ θὰ ἀπολαμβάνομε μὲ ἀνέκφραστη χαρὰ-ἐνθουσιασμὸ ἀπὸ τώρα τὸν Παράδεισο.

Ἐπιμέλεια-Διασκευή κειμένων π. Γεώργιος Καλαντζῆς