Εκτύπωση

Τὸ Σάββατο (16/Απριλίου) ἑορτάζει ὁ νεώτερος ἅγιος τοῦ ὁποίου πήραμε τὴν εἰκόνα τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Ναό, ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Πάτμου, τὴν Κυριακὴ (17/4) ἑορτάζει ὁ Ἅγιος Μακάριος ἐπίσκοπος Κορίνθου καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ οἱ δύο ἀνήκουν στὸ πνευματικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων.

 

Τὸ πνευματικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων ἐνσάρκωσε τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀνασύνταξη καὶ ἀνακαίνιση τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἀπετέλεσε στήριγμα γιὰ τὸ ὑπόδουλο γένος, συνέβαλε στὴν αὐτοσυνειδησία του καὶ ἀναπτέρωσε τὸ φρόνημά του.Τοὺς ἀγλαοὺς καὶ εὔχυμους καρποὺς τοῦ δύσκολου καὶ μαρτυρικοῦ ἀγῶνα τῶν Κολλυβάδων, τοὺς γευόμαστε ἀκόμα καὶ σήμερα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ πολλοὺς τομεῖς τοῦ νεοελληνικοῦ βίου.

Ἀπὸ ποιές ἀφορμὲς ξεκίνησε, ποιό χαρακτῆρα εἶχε, σὲ τί χρεωστὰ τὸ ὄνομά του, τί ἐπιδίωξε καὶ τί πέτυχε, ποιές εἶναι οἱ ἐπεκτάσεις του καὶ ποῦ διασῴζονται στὴ σύγχρονη πνευματικότητα καὶ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ γένους θὰ εἶναι τὸ ζητούμενο τῆς ἐν συνεχείᾳ ἀναφορᾶς.
Ἡ ἀπουσία τοῦ ὀξυγόνου τῆς Ἐλευθερίας, ἡ ἀναπόφευκτη φθορὰ καὶ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες τῆς ζωῆς καὶ οἱ ποικίλες ἐπιρροές, ἐδημιούργησαν πολλὰ καὶ τραγικά κακά, μὲ πρῶτο τὴ φθορὰ συνειδήσεως σὲ πρόσωπα καὶ θεσμούς.
Αὐτὸ τὸ αἴτημα τῶν καιρῶν, γιὰ συναίσθηση καὶ μιὰ αἴσθηση ἀνάγκης γιὰ ἐπέμβαση στὰ πράγματα, στάθηκε ἡ αἰτία τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ κινήματος.

Το πνευματικό κίνημα των κολυβάδων

Τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὸ πνευματικὸ κίνημα ἔδωσε μία ἀπόφαση τῶν μοναχῶν τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης νὰ τελοῦν τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων τὴν Κυριακὴ ἀντὶ τοῦ Σαββάτου. Ἡ ἀπόφαση αὐτή, δηλαδὴ ἡ μετάθεση τῆς τελέσεως τῶν μνημοσύνων τὴν Κυριακή, ἡμέρα κατεξοχὴν ἀναστάσιμη- ἀλλὰ καὶ ἄλλες καινοτομίες καὶ θέματα, προκάλεσαν τὴν ἀντίδραση κάποιων ἁγιορειτῶν πατέρων καὶ συμπαρατάχθηκαν μαζί τους οἱ Ἅγιοι Μακάριος Νοταρᾶς, Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἀθανάσιος Πάριος καὶ πλῆθος ἄλλων, ὄχι πρὸς ἱκανοποίηση προσωπικῶν τους ἀπόψεων ἢ τοῦ ἐγωισμοῦ τους, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Παράδοσή της, ποὺ είναι προϋπόθεση καὶ γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ Γένους.

Ἡ Παράδοσις -χωρὶς νὰ ἔχει ἀπεμποληθεῖ ἐντελῶς- ἀσυναίσθητα νοθεύτηκε, τότε μὲν ἀπὸ τὴν ἀγραμματοσύνη, τὴν ἡμιμάθεια καὶ τὶς παρεμβάσεις, τώρα δὲ ἀπὸ τὴν ἄνεση, τὸ βόλεμα, τὴν εὐκολία, τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν πραγματικὴ ἐπίδραση τῆς Δυτικῆς ἐπιρροῆς ποὺ συνεχῶς διαβρώνει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ γένους. Ἑπομένως ἦτο ἀνάγκη γιὰ εὐαισθητοποίηση καὶ ὑπεράσπιση τῆς αὐθεντικῆς παραδόσεως.
Τὸ κίνημα διέθετε μία πρωτοφανὴ δυναμικὴ καὶ ἀπὸ τὶς τάξεις του ἀναδείχθηκαν, πέρα ἀπὸ τοὺς μεγάλους Ἁγίους, Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, Ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη καὶ Ἅγιο Ἀθανάσιο Πάριο καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ τὰ ὀνόματά τους τὰ ἀγνοοῦμε καὶ ποὺ μὲ τὸ ἦθος τους στὸ χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιὰ περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια προκάλεσαν μιὰ πνευματικὴ ἀφύπνιση στὴ ζωὴ τῶν ὑποδούλων καὶ βοήθησαν ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος, μὲ τὴν ἁγιασμένη καὶ φωτεινὴν βιοτὴν τους καὶ τὰ συγγράμματά τους.
Αὐτὸ ποὺ ἐπιδίωξαν οἱ Κολλυβάδες δὲν ἦτο ἡ ἀντίδρασίς των γιὰ τὰ κόλλυβα -ἐξ οὗ καὶ τὸ σκωπτικὸ ὄνομα ‘κολλυβάδες’-, χωρὶς ἀσφαλῶς νὰ ἀποτελεῖ ἀσήμαντη δογματικὴ παρέκκλιση ἡ μετάθεση ἀπὸ Σάββατο σὲ Κυριακὴ («Πάσχα ἔχουμε» παπα-Θανάσης Σφουγγετάκης), ἀλλὰ ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἐπανασύνδεση μὲ τὴν αὐθεντικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πυκνὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὰ μυστήρια, κυρίως στὴ Θεία Κοινωνία, ἡ αὐστηρὴ τήρηση τῶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες παγιωμένων τύπων τῆς λειτουργικῆς ζωῆς -ὄχι τυπολατρία ἀλλὰ οὐσιαστικὴ ἐπαναφόρτισή τους μὲ τὸ «μυστικό» τους περιεχόμενο- ἡ μελέτη τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας -ὥστε νὰ διατηρεῖται ζωντανὸς καὶ ἀδιάρρηκτος ὁ δεσμὸς μὲ τὴ διαχρονικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὴν ἀρδεύει συνεχῶς ἡ σοφία τῶν ἔξοχων μορφῶν της- καὶ ἡ γενικώτερη ἐμβάθυνση στὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. (Ἴσως σὲ μιὰ ἄλλη εὐκαιρία θὰ μποροῦσαμε νὰ δοῦμε ποιοί παγιωμένοι τύποι τῆς λειτουργικῆς εἶχαν ἀλλοτριωθεῖ τότε καὶ ποιοί κινδυνεύουν σήμερα.
Ἀντιμετώπισαν ὅμως ἀντιπάλους ἐμπαθεῖς, πείσμονες καὶ ἀδίστακτους, ἐνῶ οἱ Κολλυβάδες δὲν ἔβαλαν ἐναντίον κανενὸς προσώπου (ἤρεμη δύναμη), ἀμύνονταν καὶ ἀντιμετώπισαν μὲ τὸ λόγο καὶ τὰ βιβλία τους, κατὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐπιπόλαιου ἐκσυγχρονισμοῦ καὶ τῆς ἀπεμπόλησης τῆς ὀρθόδοξης γραμμῆς καὶ ἄλλων ἀποκλίσεων ἀπὸ τὴν ἀρχαία αὐθεντικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου.

Στοὺς Κολλυβάδες καὶ στοὺς συνεχιστὲς τους νεωτέρους Ἁγίους (Ἅγιο Νεκτάριο, Ἅγιο Ἰωσὴφ Νεοσκητιώτη, ἅγιο Ἀμφιλόχιο Πάτμου, Ἅγιο Ἰάκωβο Εὐβοίας καὶ στοὺς ἀκόμα νεωτέρους Γέροντα Γρηγόριο Δοχειαρίτη, Γέροντα Ἐφραίμ Ἀριζόνας, Γέροντα Ἀθανάσιο Σταυροβουνιώτη, χρωστᾶμε τὴν ἀναθέρμανση τῆς παραδοσιακῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς, λειτουργικῆς καὶ μυστηριακῆς ζωῆς, μέχρι καὶ τῆς σύγχρονης θρησκευτικῆς λογοτεχνίας, δεδομένου ὅτι Κολλυβάδες ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης, ἀργότερα ὁ Κόντογλου, καὶ ἐμμέσως ὅλοι ἐκεῖνοι ὅσοι ἔγιναν συνεχιστὲς φιλοκαλικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοὺς τελευταίους αἰῶνες.
Ἀκόμα καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ρωσική, Ρουμανικὴ καὶ Σερβικὴ Ἐκκλησία ὀφείλουν πολλὰ στὴν ἐπήρεια ποὺ ἄσκησε τὸ κίνημα στὸν ὅσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ καὶ σ᾿ ἄλλους, ποὺ μετέφεραν τὸ φιλοκαλικὸ ἦθος τοῦ κινήματος ποὺ εἶναι συνέχεια τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγιορείτικου Ἡσυχασμοῦ στὶς Ἐκκλησίες τους καὶ ἀνακαίνισαν τὸν μοναχικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ βίο καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ στὸ χῶρο τους.

Ἂς προσπαθήσουμε νὰ διαπιστώσουμε πόσα ὀφείλει ἡ σύγχρονη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος στὸ κίνημα, ποὺ σήκωσε τὸ τεράστιο βάρος τῆς ἀνακαινίσεως τῆς λατρευτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς.
Μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ σὲ ἐκφραστὲς τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγεννήσεως, ἴσως καταφέρουμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ βίωμα τῆς φιλοκαλικῆς πνευματικότητος, βιωματικὰ καὶ μόνον πληροφοριακά.

Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731-1805), ἀναδείχθηκε ταπεινὸς καὶ εὐκλεὴς ἱεράρχης, φωτεινὸς ἀσκητής, οὐρανόσταλτος ὁδηγὸς ψυχῶν, πολύτιμος συγγραφέας, Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ καὶ ἀκλινὴς καὶ ἀμετακίνητος ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
Ἡ ποικίλη δράση του ὡς ποιμενάρχου τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου τῆς Κορίνθου ὑπῆρξε ὑποδειγματική, φωτισμένη καὶ ανακαινιστική.

Πολύτιμη ὑπήρξε ἡ παρουσία του καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809) καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὀν Πάριο (1721 -1813), κατέστη ὁ σταυροφόρος καὶ πρωτεργάτης τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων, τῆς περίφημης φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης, ἡ ὁποία σκοπὸ εἶχε νὰ προβάλει τὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἰδιαίτερα τὸν ἀναστάσιμο χαρακτήρα τῆς Κυριακῆς.
Ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ὁ σεπτὸς αὐτὸς ἀσκητὴς ἐπίσκοπος στὶς 17 Ἀπριλίου 1805. Τὸν ἔνθεο βίο του ἔγραψε ὁ πνευματικός του ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος καὶ τὴν ἀκολουθία του ὁ συνέκδημός του καὶ μαθητής του ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 17 Ἀπριλίου.

Ὁ μακαριστὸς Ὅσιος Γέροντας Ἀμφιλόχιος Μακρῆς γεννήθηκε στὴν Πάτμο στὶς 13 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1889 ἀπὸ εὐλαβεστάτους γονεῖς, τὸν Ἑμμανουὴλ Μακρῆ καὶ τὴν Εἰρήνη Γαλάνη.
Τὸ ἔτος 1906 σπρωγμένος ἀπὸ θεῖο πόθο καὶ ἔρωτα σὲ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν εἰσέρχεται δόκιμος στὴν Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου Πάτμου.
Τὸ 1914 ἀσθενεῖ καὶ μεταβαίνει στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Αἴγινα, ὅπου συνδέεται πνευματικὰ μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο μυεῖται βαθύτερα στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ τὴ νοερὰ προσευχή.
Τὸ 1935 ἐκλέγεται ἡγούμενος, ἐνῶ παράλληλα ἱδρύει τὴ γυναικεῖα Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
Ἡ ἐκλογή του δὲν ἦταν ἀρεστὴ στοὺς Ἰταλοὺς κατακτητές, γι’ αὐτὸ τὸν ἐξορίζουν στὴν ἡπειρωτικὴ Ἑλλάδα, διαλύουν τὴ γυναικεῖα Ἱερὰ Μονὴ καὶ τὸν ἀντικαθιστοῦν μὲ κάποιον ἔμπιστό τους.
Τελικῶς, ἀνακαλεῖται ἀπὸ τὴν ἐξορία καὶ ὑπηρετεῖ τὴ Μονὴ τῆς μετανοίας του ὡς πνευματικὸς καὶ ἡγουμενοσύμβουλος. Ἀναδιοργανώνει τὴ γυναικεία Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ ἐργάζεται γιὰ τὴν θρησκευτικὴ ἀνόρθωση τῆς Δωδεκανήσου.
Ἡ ἐποποιΐα τῆς ζωῆς του τελειώνει μὲ μήνυμα ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀναχώρησή του καὶ ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ εὐλογεῖ τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ παραγγέλνει τὴν ἀνάγκη καλλιέργειας τῆς νοερᾶς προσευχῆς: «Παιδιά μου καλλιεργήσετε τὴν εὐχήν».
Τὴν 16ην Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1970, κατόπιν ὁλιγοήμερης ἀσθένειας, ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του, ἐνταφιάστηκε στὸ κοιμητήριο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
Δέκα ἔτη ἀργότερα, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν Τιμίων Λειψάνων του, καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1918 ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 16 Ἀπριλίου.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Ἀμφιλοχίου περὶ Νοερᾶς Προσευχῆς
«Ἡ νοερὰ προσευχή εἶναι τεῖχος, ἀσπίδα καὶ θώρακας, ἀφομοιώνει, συνδέει, ἁγιάζει, εἶναι ἡ πρώτη βαθμίδα τῆς πνευματικῆς ἀνυψώσεως καὶ ἡ βάση τῆς τελειότητος.
Στὴν ἀρχὴ τῆς εὐχῆς αἰσθάνεσαι χαρά, ἔπειτα γλυκύτητα καὶ στὸ τέλος σὰν καρπὸς ἔρχονται τὰ δάκρυα. Διότι, αἰσθάνεσαι πλέον τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ.
Ὅταν θὰ καλλιεργήσετε τὴν εὐχή, δὲ θὰ κουράζεστε, δὲ θὰ ταράζεστε, δὲ θὰ νυστάζετε στὶς ἀκολουθίες, διότι τὸ σῶμα σας θὰ εἶναι πλέον ἔνδυμα. Τὸ φόρεμα οὔτε λυπᾶται, οὔτε κρυώνει, οὔτε κουράζεται!!!
Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος καθαρισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ ἀπὸ τὴ νοερὰ προσευχή.
Μὲ τὴν εὐχὴ ἁγιάζεις τὸν τόπο ποὺ κάθεσαι καὶ τὸ ἔργο ποὺ κάνεις.
Ὅταν θὰ καλλιεργηθεῖ ἡ νοερὰ προσευχή, εἶναι σὰν νὰ γνωρίζεται ἡ γλῶσσα τοῦ Βασιλιᾶ καὶ οἱ βασιλικοὶ τρόποι. Τότε μόνο μὲ ἕνα νεῦμα δημιουργοῦνται ἅγια σκιρτήματα στὴν καρδιά σας.
Καλλιεργεῖστε τὴν εὐχὴ γιὰ νὰ ὁδηγεῖσθε στὸν Παράδεισο, νὰ βλέπετε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὀφθαλμοφανῶς, νὰ ἀποκτήσετε τὴν χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ.
Ὅλοι οἱ πειρασμοί σοῦ ἔρχονται νὰ ξέρεις, γιὰ νὰ σὲ ἐμποδίσουν ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πάντα χαρούμενος, εἰρηνικὸς καὶ φωτισμένος».

Γενικὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος
Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι αὐτό, ποὺ μὲ τὸ ἔμψυχο δυναμικό του συνεχίζει τὴν αὐθεντικὴ παράδοσι, ὄχι μόνο τῆς ἀσκητικῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς κατὰ δύναμιν ἀγγελικῆς πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἀνέδειξε στὰ 1000 χρόνια τῆς ἱστορικῆς πορείας του ἀναρίθμητες ὁσιακὲς μορφές. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἡ μεγαλυτέρα πνευματικὴ προσφορὰ στὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο στὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρον τὸν κόσμο.
Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ὁσίους μοναχούς, κοινοβιάτας-κελλιώτας-ἀναχωρητὰς-ἐρημίτας-ἡσυχαστὰς, ἔγιναν γνωστοὶ καὶ μετ’ ἀγαλλιάσεως ἀποδεκτοὶ ὡς Ἅγιοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπὸ τοὺς Ἁγιορείτας πατέρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπὸ τὸ ὅλο πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἄλλοι πάλι -καὶ αὐτοὶ ἦσαν οἱ περισσότεροι- θέλησαν νὰ παραμείνουν στὴν ἀφάνεια, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησί τους. Καὶ αὐτὸ τὸ κατόρθωσαν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ μὲ τὴν βοήθεια κυρίως τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ ἀληθινὴ ἀρετή, ὡς γνωστόν, δὲν κρύβεται.
Ὁ ἀληθινὸς ἁγιορείτης μοναχὸς καὶ δὴ ὁ ἡσυχαστής, μὲ τὴ βοήθεια κυρίως τῆς νοερᾶς νηπτικῆς ἐργασίας του, μὲ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες καὶ μὲ τὸ κομποσχοινάκι του, προσπαθεῖ ἐν Χριστῷ μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια νὰ ζήσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο στὴν ἀφάνεια, χωρὶς νὰ ἐπιδιώκει οὐδεμία ἀναγνώρισι ἀπὸ κανένα. Γι’ αυτὸ πολλὲς φορὲς μετακινεῖται ἀπὸ τόπο σὲ τόπο καὶ ἄλλοτε ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κάνει καὶ τὸν σαλό, γιὰ νὰ ἀποφύγει τιμὲς καὶ δόξες.

Περὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωσὴφ τοῦ Ἠσυχαστῆ
Ἀνανεωτὴς καὶ συνεχιστὴς τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καὶ τῆς ὅλης χορείας τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, ὑπῆρξε ὁ θεοδίδακτος Ὅσιος Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής.
Ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ, κατὰ κόσμον Φραγκίσκος Κόττης, γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λεῦκες τῆς Πάρου, τὸ 1897, ἀλλὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ τὸν ἀνεγέννησε πνευματικὰ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τὸν μετεμόρφωσε, τὸν ἐδόξασε καὶ τὸν κατέστησε θεόπτην, ὡς ἄλλον Μωϋσῆ, ὕστερα ἀπὸ μιὰ συγκλονιστικὴ καὶ θαυμαστὴ ἀσκητικὴ πορεία καθάρσεως ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ψεκτῶν παθῶν.
Ὑπῆρξεν μέτοχος θεϊκῶν βιωμάτων καὶ μύστης, ἐξ ἀποκαλύψεως τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ὅτι ἦταν «ἐκ κοιλίας μητρός» προορισμένος νὰ γίνῃ μαθητὴς καὶ εἰδικὸς ἀπόστολος Χριστοῦ «ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις τῆς γῆς», καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς εὐσεβοῦς μητέρας του, ποὺ εἶδε, ὅταν ἀκόμη ἦταν ἀσαράντιστο βρέφος. Εἶχε ᾿δεῖ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς της, νὰ ἐμφανίζεται μπροστά της ἕνας ὁλόλαμπρος Ἄγγελος Κυρίου, νὰ παίρνη στὰ χέρια του τὸν μικρὸ Φραγκίσκο, καὶ συγχρόνως νὰ τῆς δείχνη ἕνα πινακίδιο μὲ ὀνόματα λέγοντάς της ὅτι «εἶναι γραμμένος ἐδῶ», δηλαδὴ στὸ τάγμα τῶν ἀπίγειων ἀγγέλων. Στὰ 18 του χρόνια φεύγει ἀπὸ τὴν Πάρο καὶ ἔρχεται στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ἐργάζεται, μέχρι τῆς στρατεύσεώς του.

Τὸ βιβλίο «Νέον Ἐκλόγιον», τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, μὲ βίους Ἁγίων, Μαρτύρων καὶ Ὁσίων τῆς ἐρήμου, ποὺ τοῦ δώρησαν, προκάλεσε τὸν θαυμασμό του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόφασί του νὰ γίνη μοναχός. Πυρπολεῖται ὅμως, ἀπὸ θεῖο ἔρωτα ὁ νεαρὸς Φραγκίσκος, ὕστερα ἀπὸ θεϊκὸ ὅραμα, στὸ ὁποῖο δύο οὐράνιοι ἀξιωματικοὶ τῶν ἀνακτόρων τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ τοῦ ἐφόρεσαν ὁλόλαμπρη καὶ πάλλευκη στολή, τοῦ εἶπαν: «Ἀπὸ ᾿δῶ καὶ μπρὸς θὰ ὑπηρετῆς ἐδῶ».
Ἡ θεϊκὴ αὐτὴ ἐντολὴ τοῦ κατέτρωγε καθημερινὰ τὰ σπλάγχνα του καί, ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὲς δοκιμασίες στὰ βουνὰ τῆς Πεντέλης, ἀναχωρεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος το 1921, σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν. Πρῶτος του σταθμὸς τὰ Κατουνάκια, ὅπου ζοῦσε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Δανιὴλ μὲ τὴν μικρή του συνοδεία. Κοντά του παρέμεινε για λίγο καιρὸ καὶ στὴ συνέχεια ἔζησε ὡς ἐρημίτης μέσα σὲ σπηλιές, μὲ αὐστηρὴ νηστεία, ἀγρυπνία, πρωχεία καὶ ἀδιάλειπτη προφορικὴ προσευχή.
Ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια σκληρῶν παλαισμάτων καὶ κακοπαθειῶν καὶ ἀφοῦ ἔλαβε οὐρανόθεν καὶ ὑπερφυῶς τὴν Νοερὰ καὶ Καρδιακὴ προσευχή, δίκην ἀπαλῆς αὔρας, προερχομένης ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Μεταμορφώσεως στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα, συνεδέθη μετὰ τοῦ Γέροντος Ἀρσενίου, μὲ τὸν ὁποῖον παρέμειναν ἀχώριστοι μέχρι τὴν ὁσιακὴ κοίμησί του.
Καθοριστικὴ στὴ νηπτικὴ νοερὰ ἐργασία του, τὸ ἡσυχαστικό του πρόγραμμα καὶ τὴν τάξι, ἦταν ἡ γνωριμία του μὲ τὸν ἡσυχαστὴ πνευματικό, φημισμένο παπα-Δανιήλ, ποὺ ἀσκήτευε στὸ ἱστορικὸ κάθισμα τοῦ Ἁγίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, καὶ ποὺ ἦταν ἔγγλειστος, λίαν σιωπηλός, διακριτικὸς καὶ ἐφ’ ὅρου ζωῆς Λειτουργὸς μὲ ὁλονύκτια ἀγρυπνία καὶ νοερὰ προσευχή, καὶ ποὺ ἐὰν δὲν ἐγίνετο λάσπη τὸ ἔδαφος ἀπὸ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων του, δὲν τελείωνε τὴν θεία Λειτουργία.
Ἔτσι, ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἔγινε συνεχιστὴς ὄχι μόνο τῆς νηπτικῆς νοερᾶς καρδιακῆς ἡσυχίας, ἀλλὰ καὶ τῆς συνεχοῦς θείας Μεταλήψεως, ἀκολουθώντας πιστὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσι τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καὶ τῶν Κολλυβάδων.
Στὴν πορεία πρὸς τὴν θέωσι καὶ τὴν κατὰ Χάριν τελείωσι ὑπῆρξε καταπληκτικὸς βιαστὴς μὲ μακροχρόνια αἱματηρὰ παλαίσματα ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τοὺς μοχθηρότατους καὶ ἀνθρωποκτόνους δαίμονας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ «τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πεπτωκυῖαν φύσιν». Γι’ αὐτὸ καὶ ἠ τόσο σκληρὴ βία γιὰ ὁλονύκτια ἀγρυπνία, 8 ἔως καὶ 10 ὡρῶν καθ’ ἑκάστην, γιὰ αὐστηροτάτη νηστεία, ἐγκράτεια καὶ ἀκτημοσύνη, γιὰ ἀγόγγυστη ὑπομονή καὶ ἀπόλυτη ὑπακοὴ στὸν ἁπλοῦν Γέροντα Ἐφραὶμ τὸν βαρελᾶ καὶ γενικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ ἡ συνέπειά του στὸ δεδοκιμασμένο ἀσκητικὸ πρόγραμμα, γιὰ τὴν ἀκρότατη σιωπὴ καὶ γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη Εὐχή. Ἰδοῦ πῶς ἐδάμασε θυμό, ὀργὴ καὶ φιλαυτία, φθόνο καὶ ἀργολογία, οἴησι καὶ κενοδοξία καὶ δὴ τὰ σαρκικὰ κινήματα τοῦ σώματος καὶ τῶν φρικαλέων λογισμῶν, κατακτώντας, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας, τὴν ἀπάθεια.

Ὑπῆρξε πρὸς τὸν ἑαυτό του ἀνελέητος καὶ ἀνυποχώρητος, χωρὶς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴν κακοπάθεια τῆς ὅλης ἀσκητικῆς του βιοτῆς, παρ’ ὅλο ποὺ ἐβασανίζετο σκληρά, τὰ τελευταῖα του ἰδίως χρόνια, ἀπὸ ἐπώδυνες ἀσθένειες.
Στὴ σαραντάχρονη αἱματοβαμμένη καὶ ἀσκητικὴ πορεία του, ἔπαθε ποικιλοτρόπως, ἔμαθε, γνώρισε καὶ βίωσε ὅλους τοὺς τρόπους τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, γι’ αὐτὸ καὶ δίδαξε ἀπλανῶς καὶ μετὰ πολλῆς συνέσεως καὶ διακρίσεως, τοὺς θέλοντας μετὰ πάσης αὐταπαρνήσεως νὰ γευθοῦν τὴν ἄφθαρτο βρῶσι τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἐκ τῶν θεϊκῶν ἀποκαλύψεων.
Πρὸς δὲ τοὺς πνευματικούς του ἀπογόνους ἄφησε ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη ὄχι μόνο τὴν ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ διδασκαλία του γιὰ τὴν Νοερὰ καὶ Καρδιακὴ προσευχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ στοργή του, τὴν ἀνυπόκριτη μακροθυμία του, τὴν διακριτική του παιδεία ἐν σοφίᾳ Κυρίου, τὴν ἄκρα του συγκατάβασι στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ τέλος, τὸ ἀσκητικό του παράδειγμα.
Αὐτὸν τὸν ἀτίμητο θησαυρό, τὸν συλλεγμένο μὲ τὸ αἷμα τῆς ὅλης ἡσυχαστικῆς πολιτείας τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, τὸν μοίρασε ἁπλόχερα ὡς γεῦσι ζωῆς ὁ εὐλογημένος ὑποτακτικός του Ἀρχιμανδρίτης Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης, ποὺ ἐγκαταβίωσε στὴν ἀσκητική του συνοδεία ἀπὸ τὸ 1947 ἔως τὸν Αὔγουστο τοῦ 1959, ὁπότε ἐκοιμήθη ὁσιακῶς ὁ ἁγιασμένος αὐτὸς Γέροντάς του.
Πλῆθος ἀπὸ τὶς προφορικὲς καὶ γραπτὲς διδαχές, συμβουλές, ὑποδείξεις καὶ πατρικὲς νουθεσίες τοῦ πατρὸς Ἐφραὶμ εἶχαν καὶ ἔχουν ὡς ἀναφορὰ τὴν ὑποδειγματικὴ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ὁσίου Γέροντός του.
Οἱ πολυτιμώτατες αὐτὲς ἁγιοπνευματικὲς ἀναφορές του στὸν ὅσιον Γέροντά του, Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστὴ συνελέγησαν μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ προσφέρονται στὸν παρόντα τόμο, γιὰ νὰ γνωρίση τὸ πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸν μεγάλο ἡσυχαστὴ τοῦ 20ου αἰῶνος, τὸν θεόπτη, τὸν ἀσκητή, τὸν ἀπλανῆ ἐργάτη τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τὸν ἀναβιωτὴ τῆς Παλαμικῆς παραδόσεως, ἀπὸ τὸν πνευματικὸν του υἱόν, τὸν πατέρα Ἐφραίμ τὸν Φιλοθεΐτη καὶ μετέπειτα Ἀριζονίτη, ἄξιον συνεχιστὴ τῆς φιλοκαλικῆς πνευματικότητος.

Φώτης Κόντογλου, κατὰ κοινὴ ὁμολογία, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους Δασκάλους τοῦ Γένους. Μὲ ὅλο τὸ λογοτεχνικό του ἔργο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἴδια του τὴ ζωή, φωταγωγεῖ τὸ νόημα τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς Παράδοσης τῶν Ἑλλήνων. Προβάλλει τὸ περιεχόμενο της μὲ μιὰ θαυμαστὴ ἐνάργεια καὶ μιὰ φλογερὴ πειθώ, ποὺ ἀποτείνονται στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά.
Ὅ,τι προῆλθε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη γραφίδα του, δὲν ἔχει μόνον αἰσθητικὴ ἀξία, ἀλλὰ καὶ χυμοὺς ἁγνὰ ἑλληνικούς. Τὰ κείμενά του καὶ τὸ συνταιριασμένο μὲ τὸ συγγραφικό του ὕφος ἦθος τοῦ βίου του εἶναι «πηγὴ ζωῆς» γιὰ τοὺς συγχρόνους του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενεές.
Γι’ αὐτὸν μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἦτο μιὰ μορφὴ πολὺ κοντινὴ πνευματικὰ κι ἐφάμιλλη σὲ φεγγοβολὴ μὲ τὸν Μακρυγιάννη καὶ τὸ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἦτο μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ δυνατοὺς ἑρμηνευτὲς τοῦ πνευματικοῦ καημοῦ γιὰ ὅ,τι συνιστᾶ τὴν ἑλληνικὴ ψυχὴ κι ὅ,τι τὴν ἐκφράζει γνήσια, μὲ ὀμορφιὰ καὶ μὲ ἀλήθεια.
Ἐντρυφῶντας στὸ λόγο τοῦ Κόντογλου, ἀντλεῖς ἀπὸ κεῖ μέσα τὸ «ὕδωρ τὸ ἀλλόμενον», τὸ ἀθάνατο νερὸ τῆς Ἱστορίας μας καὶ ὀσφραίνεσαι «ὀσμὴν εὐωδίας», τὸ μύρο τῆς ἴδιας τῆς ἀθανασίας. Ἤγουν θρέφεις τὸ φρόνημά σου, τὸ στεριώνεις καὶ τὸ κάνεις ἀποδοτικό, μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς «ἑλληνικῆς ἀειζωΐας.
Τὰ κείμενά του τὰ διακρίνουν ὁ λυρικὸς οἶστρος, ἡ χλιδὴ τῆς περιγραφῆς καὶ ἡ εἰλικρίνεια τῶν τόνων. Ὁ ἀοίδιμος συγγραφέας ὑμνεῖ τὰ κάλλη τῆς Ρωμιοσύνης καὶ τῆς γῆς της. Ἀλλὰ καὶ συχνὰ ἐμφανίζεται σὰν ἕνας προφήτης, μὲ ζῆλον Ἠλιοῦ, γιὰ νὰ καυτηριάσει τὰ ἕλκη της, νὰ κάνει κάθε συνείδηση ν’ ἀνανήψει. Καταπιάνεται μὲ προβλήματα ποὺ ἀφοροῦν ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, σὰν ἕνας στοχαστὴς παγκόσμιος.
Παντοῦ ὅμως, μέσα ἀπὸ τὸν πύρινο κήρυκα, θαυμάζει κανεὶς τὸν λογοτέχνη μὲ τὸ πλούσιο τάλαντο.
Ὁ Κόντογλου ὑπῆρξε δάσκαλος ζωῆς γιὰ πολλούς.
Μίλησε στὴ καρδιὰ πολλῶν, γιατὶ ἀπεκάλυψε τὸν πλοῦτο τῆς Παράδοσης σὲ μιὰ ἐποχὴ ἀντιπαραδοσιακὴ καὶ καινόπληκτη, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἀπέρριπτε τὸ παραδοσιακό, ὄχι λόγῳ τοῦ περιεχομένου του, τὸ ὁποῖο προφανῶς δὲν μποροῦσε ἤ δὲν ἤθελε νὰ κατανοήσει, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐρχόταν ἀπὸ τὸ παρελθόν. Τὸ νέο ἐθεωρεῖτο και «καινόν», τὸ δὲ παλαιὸ ἦταν τὸ ξεπερασμένο, τὸ «κενόν». Ὁ Κόντογλου κατάφερε νὰ μιλήσει γιὰ τὴν οὐσία, τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ὅταν οἱ πολλοὶ γύρω του ἤθελαν περισσότερρο νὰ φαίνονται παρὰ νὰ εἶναι, ἤθελαν νὰ εἶναι μοντέρνοι παρὰ αὐθεντικοί.
Εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει μιὰ κακὴ παράδοση δυτικότροπης θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς, ξένης πρὸς τὸ ἑλληνορθόδοξο αἰσθητήριο καὶ βίωμα, ἄσχετης μὲ τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ὅμως εἶχε τὴν αἴγλη τοῦ προοδευτισμοῦ καὶ ἐξέφραζε τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν.
Στὸ θέμα τῆς οὐσίας δὲν χωροῦσαν συμβιβασμοί. Ὁ Κόντογλου ἀγωνίσθηκε μὲ σθένος, χωρὶς σύμμαχο.

Ὁ Κόντογλου ἀποκάλυψε τὸ βάθος τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης καὶ ὁ ἴδιος κατέστη μὲ τὸ ἔργο του, ἀναπόσπαστο κομμάτι αὐτῆς τῆς παράδοσης. Μὲ τοὺς ἀγῶνες του ἐπέστρεψαν οἱ εἰκόνες στὶς ἐκκλησίες μας, ἀπ΄ ὅπου τὶς εἶχε ἐκδιώξει ἡ μοντέρνα εἰκονομαχία.
Ὁ Κόντογλου ἀμφισβητήθηκε ποκιλοτρόπως στὸ ὄνομα τοῦ προοδευτισμοῦ. Κατηγορήθηκε ὅτι θέλει ν’ ἀναστήσει νεκρὲς παραδόσεις. Τὴν ἀπάντηση ὅμως τὴν ἔδωσε ὁ ἴδιος: «Ὁ ζωντανὸς ζωντανεύει τὴν παράδοση, κι ὁ πεθαμένος τὴ νεκρώνει».
Ἡ οἰκείωση τῶν αὐθεντικῶν στοιχείων τῆς παράδοσης ἀπαιτεῖ σθένος, μαθητεία καὶ ἀγῶνα μακρό.
Ὁ Κόντογλου εἶναι πραγματικὰ σύγχρονος. Τὸ μέλημά του δὲν εἶναι ἡ παράδοση γιὰ τὴν παράδοση, δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ μιὰ ἁπλῆ «συνέχεια», ἀλλὰ γιὰ τὴν αἰώνια ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»(Ἐβρ. ΙΓ΄8). Δὲν ἀποθεώνει τὸ παλαιὸ ἐπειδὴ εἶναι ἁπλῶς παλαιό, ἀλλὰ τὸ προβάλλει γιατὶ εἶναι ἀληθινό.
Τὸ «ἦθος τοῦ δασκάλου», στὸν Κόντογλου, πηγάζει μέσα ἀπὸ τὴ μαθητεία του στὴν παράδοση καὶ διαμορφώνεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν καταλυτικὴ ἐμπειρία. Δάσκαλος καὶ μαθητὴς «συμμαθητεύουν». Κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι αὐθεντικὸς δάσκαλος, ἄν ἔχει ξεπεράσει μέσα του τὸν μαθητή. Ἐπειδὴ ὁ Κόντογλου γνωρίζει τὶ σημαίνει μαθητεία, θέλει καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής, θέλει καὶ ἔτσι μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ δάσκαλος.

«Ὅποιος μαθητὴς στὴν τέχνη μας πεῖ ὅτι ἐτελείωσε τὰ μαθήματά του καὶ ὁλοκληρώθηκε -πῆρε ἀπολυτήριο-, αὐτὸς εἶναι χαμένος καὶ ἀνάξιος ἐργάτης τοῦ ἀμπελῶνος. Ἡ ζωή μας καὶ ἡ χαρά μας εἶναι αἰωνίως νὰ ἐρευνοῦμε, νὰ ἀγαποῦμε, νὰ σπουδάζουμε καὶ νὰ λέμε στὸ τέλος «ἀχρεῖοι δοῦλοι καὶ ἀμαθεῖς τεχνῖται ἐσμέν». Ὅταν παύσει ὁ ἔρωτάς μας πρὸς αὐτὰ ποὺ κάνουμε, καὶ ποῦμε πὼς γινὴκαμε τέλειοι, παύουμε κιόλας νὰ ζοῦμε πνευματικὰ, δηλαδὴ μὲ ταπείνωση».
«Ἡ τέχνη τῆς ζωῆς εἶναι ἀγὼν μέγιστος καὶ ἔσχατος. Ὅσοι τὴν πήρανε ἐλαφρὰ, δὲν κάνανε ἄλλο ἀπὸ μίζερα καὶ ἄψυχα πράγματα στὴ ζωή τους».
«Οἱ δυσκολίες δὲν πρέπει νὰ πτοοῦν τὸν μαθητὴ τῆς παράδοσης. Δούλευε μὲ πολὺ σεβασμόν καὶ μὴν ἀπογοητεύεσαι»
Ὁ Κόντογλου προτρέπει τὸν μαθητὴ νὰ χαίρεται, ὅταν ἀντιμετωπίζει δυσκολίες, ἀφοῦ ὁ δύσκολος ἀγώνας θὰ τὸν ἐνδυναμώσει: «Ὅσο περισσότερες δυσκολίες βρίσκεις, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ εὐχαριστιέσαι. Ἀπό κεῖ φαίνεται ὁ γνήσιος ἔρως. Πολεμῶντας καὶ νικῶντας τὶς δυσκολίες, ἔτσι μόνο κερδίζεις. Ἀλλοιῶς, δὲν κάνεις τίποτα, δὲν δίνεις τροφὴ στὸ πνεῦμα σου, ἀλλὰ τρέφεις τὴν ματαιοδοξία ποὺ φωλιάζει μέσα στὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὴν παραπλανᾶ» (3.3 1958).
Ὁ αὐθεντικός δάσκαλος δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ πιστεύει στὴν δύναμη τῆς προσωπικῆς σχέσης, μπορεῖ νὰ μηδενίζει σωκρατικὰ τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ὁ μαθητής του τὸν ἐπαινεῖ δηλώνει: «Δὲν εἶμαι ἄξιος γιὰ τόσους ἐπαίνους» (20.4.1955). Ὅταν τοῦ ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνη του ἁπαντᾶ: «Σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν μοῦ χρωστᾶς ἀπολύτως τίποτα, ἐγὼ σοῦ χρωστῶ» (13.12.1959). Καὶ ὅταν κάποιος ἀπὸ τοὺς εὐεργετηθέντες μαθητές του ἀποδεικνύεται ἀχάριστος, πικραίνεται μέν, ἀλλὰ σημειώνει: «Δὲν μετανοῶ δι᾿ ὅ,τι τοῦ προσέφερα» (28.9.1957).

Εἶναι προφανὲς ὅτι τὰ κείμενα τοῦ Κόντογλου εἶναι κείμενα μὲ βαθειὰ παιδαγωγικὴ διάσταση καὶ ἀποτελοῦν πηγὴ ἐκπλήξεων καὶ ἐσωτερικοῦ πλουτισμοῦ γιὰ ὅλους μας.
Ἦταν ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ συνέλαβε τὸ μήνυμα τῶν καιρῶν, ἀφουγκράστηκε τὴν κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ ἀλλοτριωμένου σύγχρονου ἀνθρώπου, τοῦ διχασμένου Ἕλληνα, καὶ διατύπωσε μιὰ πρόταση ζωῆς καὶ ἐλευθερίας βασισμένη στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Μιὰ πρόταση νοήματος ποὺ ἀποκτᾶ ὅλο καὶ μεγαλύτερη σημασία, γιὰ μᾶς τοὺς Νεοέλληνες, γιὰ μᾶς ποὺ γνωρίζουμε συχνὰ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση μόνον ὅσα μάθαμε στὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ποὺ πολλὲς φορὲς κρίνουμε τὴν παράδοσή μας μὲ βάση μιὰ διαστρεβλωμένη εἰκόνα της.
Ὁ Κόντογλου εἶναι δάσκαλος τοῦ ὀρθόδοξου τρόπου ζωῆς, δάσκαλος τοῦ Γένους· καὶ τὸ μυστικό του ἦταν, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὰ γράμματα πρὸς τὸν Εὐάγγελο Μαυρικάκη, ἡ «εὐλογημένη μαθητεία».

Ἐπιμέλεια-Διασκευὴ κειμένων π. Γεώργιος Καλαντζῆς
(Ομιλία 12/4/2022)