Ενοριακές δραστηριότητες

Στὸ παρελθόν, στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ὁλόκληρη ἡ κοινωνία ἀποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ρυθμὸ ζωῆς καὶ μὲ τὸ συνδυασμὸ ποὺ εἶχε στὰ ἔθιμα, τὴ νομοθεσία, τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανόνες ζωῆς, ὑπενθύμιζε στὰ μέλη τῆς κοινωνίας τοὺς κανόνες καὶ τὰ καθήκοντα ἀλλὰ καὶ τὶς περιόδους καὶ τὶς ἑορτές.
Σήμερα ὅμως ὅλοι μας, χωρὶς ἀμφιβολία, συμφωνοῦμε ὅτι ὁ τρόπος τῆς καθημερινῆς ζωῆς ἔχει ριζικὰ ἀλλοτριωθεῖ μὲ τὴν παρουσία τοῦ ραδιοφώνου, τῆς τηλεόρασης καὶ κυρίως τοῦ ἴντερνετ, μέσων δηλαδὴ ποὺ διαποτίζουν ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας.

Ἰδιαίτερα τὰ δύο τελευταία χρόνια ζοῦμε σὲ μιὰ πλασματικὴ πραγματικότητα, μιὰ πραγματικὴ «σχιζοφρένεια» - ἕνα σπάσιμο δηλαδὴ τῆς ζωῆς μας σὲ κομμάτια, καὶ ἰδιαίτερα τὸ προσωπικὸ καὶ τὸ κοινωνικό, τὸ θρησκευτικὸ καὶ τὸ κοσμικό, ποὺ ἔχουν ὅλο καὶ λιγότερη ἀλληλοεξάρτηση (ὁ καθένας στὸ κόσμο του, στὸν χρόνο του, στὸ θέλω του).
Κατὰ συνέπεια, ζητιέται ἀπὸ μᾶς μιὰ νέα προσπάθεια, νὰ σκεφτοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναλάβουμε προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ «ἐξωτερικὸ» (στὸ περιβάλλον) καὶ τὸ «ἐσωτερικὸ» (στὸ προσωπικὸ) γιὰ τὸν καθένα μας.

Ἕνα παράδειγμα εἶναι ἡ σχιζοφρενικὴ διαφοροποίησις, στὸ τί σημαίνει κατὰ κόσμον καὶ τὸ τί σημαίνει ἀπὸ Ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως «ἄνοιξε» τὸ Τριώδιο.
Τὸ Τριώδιον ἐκκλησιαστικὰ εἶναι μιὰ περίοδος ἑορταστικὴ, ποὺ ἀρχίζει τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τελειώνει τὸ Μέγα Σάββατο καὶ περιλαμβάνει τρεῖς ὑποπεριόδους:
α) τὶς τρεῖς πρῶτες ἑβδομάδες, ποὺ γιὰ τὸν κόσμο εἶναι τὸ Τριώδιον-οἱ Ἀπόκριες,
β) τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἕως καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ
γ) τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀπὸ τῶν Ἑσπερινὸ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ἕως καὶ τὸ Μέγα Σἀββατον.

Ἡ ἡμέρα τὸ ἐπιβάλλει ἡ ἐνασχόλησις σήμερα νὰ εἶναι περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς.

Ὑπαπαντή: Ἑλληνικὴ λέξις σημαίνουσα ὑποδοχή. Ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς καὶ λειτουργικῆς ἀπόψεως τὰ γεγονότα ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι μία τῶν ἀρχαιοτέρων Δεσποτικῶν ἑορτῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας (ἤρχισεν νὰ ἐορτάζηται ἐν ἔτει 545, τὴν 2αν τοῦ Φεβρουαρίου), εἰς ἀνάμνησιν τῆς προσαγωγῆς τοῦ Θείου Βρέφους εἰς τὸν ναὸν ὑπό τῆς Παναχράντου Μητρός Του, κατὰ τὴν 40ὴν ἡμέραν ἀπό τῆς Γεννήσεώς Του καὶ τῆς ὑπαπαντῆς (ὑποδοχῆς) Αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ εὐλαβοῦς καὶ Δικαίου Συμεών, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ σκιώδους καὶ παλαιοῦ Νόμου, ἤτοι κατὰ τὸν Νόμον τοῦ Μωυσέως, ὅτι «πᾶν ἄρσεν πρωτότοκον διανοῖξαν μήτραν ἔσται ἀφιερωμένον τῷ Θεῷ, καὶ τὴν νενομισμένην θυσίαν-προσφορὰν προσενέγκῃ: ζεῦγος τρυγόνων ἤ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν». (Τὸ ποιὸς ὁ λόγος ἡ προσφορὰ νὰ εἶναι τρυγόνια ἢ περιστέρια ἄς τὸ ἀφήσουμε γιὰ ἄλλοτε).

Εἰς τὴν Ὑπαπαντήν, λόγους συνέγραψαν πολλοὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, πλέον τῶν 15. Ἐμεῖς σήμερα μὲ τὴν χάριν τοῦ Θείου Βρέφους καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ἁγίας Μητρός Του καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, τοῦ διακόνου Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου, τοῦ Μακαρίου Σκορδίλη ἤ Κωφοῦ, θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε κάπως μερικὰ ἀπὸ τὰ πολλαπλὰ μηνύματα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.

Ὅταν οὗτος ὁ δίκαιος Συμεὼν ἐδέχϑη τὸν Χριστὸν εἰς τὰς ἀγκάλας του, εἶπε «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφϑαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐϑνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ». Τὰ λόγια τοῦ δικαίου Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου δίνουν πολλὰ μηνύματα. Δηλαδή, τώρα μὲ ἐλευϑέρωσες, Δέσποτα, ἀπὸ τὴν σύγχυσιν τοῦ κόσμου καὶ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς αὐτοῦ, ἂς ἀποϑάνω λοιπὸν μὲ εἰρήνην νὰ ἐλευϑερωϑῶ ἀπὸ τὸ γῆρας, καὶ ἀπὸ τὸν πεπλανημένον τοῦτον κόσμον, «Ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Εἶναι ἕνα μήνυμα ἀναγκαῖον γιὰ τὶς ἡμέρες μας, ἡ σημασία τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τοῦ ὅντως θανάτου τοῦ πνευματικοῦ.
Ἀντὶ ὁ πνευματικὸς θάνατος νὰ εἶναι ὁ φόβος καὶ τρόμος μας (φόβος καὶ τρόμος περὶ τοῦ ἀληθινοῦ θανάτου-τοῦ θανάτου τῶν ὀψωνίων τῆς ἁμαρτίας γιὰ μᾶς, φόβος καὶ τρόμος ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας εἶναι τοῦ σωματικοῦ θανάτου, τοῦ σωματικοῦ θανάτου τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας), ποὺ ἀντὶ γιὰ φόβο νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ ‘μεῖς «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου Δέσποτα ἐν εἰρήνη».

Τὰ Χριστούγεννα, ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Λόγου, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, εἶναι ἡ προϋπόθεσις γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Εἶναι ἡ ἀνόρθωσις καὶ ἀνακαίνισις τῆς ἀποτυπωμένης βασιλικῆς εἰκόνας τῆς θείας μεγαλειότητος στὸν ἄνθρωπο (τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν»), ἡ ὁποία ἦταν ἀμαυρωμένη καὶ θαμμένη, καὶ ἡ εὕρεσίς της γίνεται αἰτία χαρᾶς καὶ τῶν ἀγγελικῶν Δυνάμεων (ὁσάκις ἐν μετανοία πραγματώνεται ἡ εὔρεσις, ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστό).

Μὲ ἀφθάστου ὕψους ποιητικὲς καὶ πνευματικὲς ἐκφράσεις ἡ Ἐκκλησία ὑμνεῖ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεός, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὅ,τι εἶναι, εἰσέρχεται ὁλόκληρος στὴ χρονικὴ καὶ τοπικὴ σχετικότητα, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν πτῶση τῶν πρωτόπλαστων. Διότι πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἡ ὁρατὴ κτίσις καὶ ἡ κορωνίς της, ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἦταν ὑποταγμένη στὴ ματαιότητα καὶ τὴ φθορά, στὸν περιορισμὸ τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ ὑπαγόταν στοὺς νόμους τῆς Θείας κυριαρχίας καὶ ἀνέπνεε στὸν ἀέρα τῆς Θείας μακαριότητος.

Ἡ ἀπολύτρωσις τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέσα στὴν οἰκονομία τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως ἄρχισε ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Μητέρα Του, ἀπὸ τὴν ὁποίαν «ἐδανείσθη σάρκα ὁ πλουτῶν τὰ σύμπαντα».

Καλὴ κι εὐλογημένη χρονιὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο.

Εὑρισκόμεθα στὸ ἑορταστικὸ κλῖμα τῶν Χριστουγέννων καὶ ὅλου τοῦ Δωδεκαημέρου, τοῦ νέου ἔτους καὶ τῶν Θεοφανείων, καὶ δὲν ἔχουμε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τοὺς φόβους μας ποὺ ὁ καθένας μας ἀντιμετωπίζει γιὰ τὶς γενικὲς καὶ τὶς προσωπικές δυσκολίες. Παρὰ ταῦτα, καὶ ἐνῶ δὲν ἔχουμε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τοὺς φόβους, κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μὴν ἔνοιωσε ὁλόκληρο τὸ βάθος τῆς εὐλογίας τῶν Χριστουγέννων καὶ νὰ μὴν βίωσε τὸ «ἔνθα ὁ ἦχος τῶν ἑορταζόντων καὶ ἡ ἀπέραντη ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ Σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον», καὶ νὰ μὴν ποτνιάστηκε ἐκ τῆς παλιγενεσίας ὡς ἠξιώθη ὁ Χριστοτερπής λαός, ὅμως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ζήσαμε κάτι ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, εἴτε ὡς χαρὰ εὐχαριστοῦντες, εἴτε ὡς δάκρυ πόνου παραπονούμενοι.
Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι προτοῦ παρέλθει ἡ ἐπιρροὴ ἀπὸ τὰ ἑορταστικὰ γεγονότα, νὰ μετατραποῦν οἱ ὅποιες ἐπιρροὲς καὶ τὰ ὅποια γεγονότα σὲ διαχρονικὰ βιώματα καὶ διαχρονικὲς ἀποφάσεις.

Τὰ Χριστούγεννα, μὲ μία λέξη, μὲ μία φράση, εἶναι ἡ νέα ἀνθρωπότητα. Ἡ γέννηση τοῦ νέου τύπου ἀνθρώπου. Ἔχουμε νέα δημιουργία. Νέα πλάση, μὲ γνώρισμα τὴν ἀπόλυτη ταπείνωση. «Καινούργιος κόσμος μέσα στ᾿ ἄχυρα γεννιέται», λέει ὁ ποιητής τῶν καιρῶν μας. Ἐπειδὴ ὁ πρῶτος Ἀδάμ μὲ ὑπερηφάνεια καὶ ἀποστασία συμπαρέσυρε ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων στὴν ἀποστασία, στὴν χωρὶς Θεὸ ζωή, στὴν ἀπώλεια, ἔρχεται τώρα διὰ τοῦ Νέου Ἀδὰμ, τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ θεραπεία τοῦ κόσμου. Ἡ ἀναγέννηση τοῦ κόσμου. Ἡ ἀνάπλαση τοῦ κόσμου.

Ὑπῆρξαν ἐποχές ποὺ οἱ ἄνθρωποι διερωτῶντο γιὰ τὴν ἐποχή τους ἐὰν ὑπάρχουν ἅγιοι. Ἐγὼ ὁ ἀνάξιος, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσουμε ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὅτι ὑπάρχουν ἅγιοι καὶ ὅτι -ἀμέσως ἤ ἐμμέσως- ἔχουμε ἐμπειρία τῆς παρουσίας τους. Ἀλλὰ τὸ μεγάλο μας ἐρώτημα εἶναι, γιατί ὁ Θεὸς ἐπιστράτευσε γιὰ τὸν οὐρανὸν τοὺς Ἁγίους τῶν ἡμερῶν μας. Μήπως γιὰ νὰ μὴν τοὺς βεβηλώσουμε μὲ τὴν ἀναίσχυντο ἀποστασία μας. Ἐπίσης διερωτώμεθα καὶ φοβούμεθα μήπως μὲ τὸν ἐγωϊστικὸ τρόπο ποὺ ζοῦμε καὶ τὸν ὀρθολογιστικὸ τρόπο ποὺ διαλογιζόμεθα -τρόπος μὴ ἅγιος, καταντήσαμε ἀνάπηροι καὶ ἀνίκανοι νὰ ἀντιληφθοῦμε τὶς εὐκαιρίες νὰ ἐπικοινωνήσουμε μαζί τους, τοὺς προσπερνᾶμε, τοὺς ἀγνοοῦμε καὶ ποὺ περισσότερον τοὺς περιφρονοῦμε, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτοὶ, προσεύχονται ἀενάως γιὰ μᾶς καὶ μᾶς εὐεργετοῦν μυστικῶς καὶ ἀθορύβως.
Ἐμεῖς ὅμως, τὸν Θεὸν καὶ τοὺς γνωστοὺς ἤ ἀνωνύμους φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἁγίους, τοὺς θυμόμαστε συνήθως στὶς θλίψεις, ἢ σὲ γεγονότα τραγικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ βροῦν τὸν καθένα μας.

Ὅταν χάριτι Θεοῦ ἐπικοινωνήσεις μὲ κάποιον τρόπο μὲ ἁγίους, δὲν ἀντιλαμβάνεσαι ἀμέσως τὴν ἐπιρροή, κάθεσαι μαζί τους, ἀκοῦς, δὲν κάνεις τίποτε, μόνον ὑφίστασαι τὴν ἀθόρυβη εἰρήνη τῆς θείας ζωῆς τους, ποὺ σὲ θωπεύει, σὲ θεραπεύει, σοῦ ἐπουλώνει τὶς πληγές. Συγκροτεῖ τὸ εἶναι σου, καλλιεργεῖ τὴν ψυχή σου, οὐσιοποιεῖ τὴν ὑπόστασή σου. Σὲ κάνει εὐαίσθητο, σοῦ χαρίζει παρηγοριά, πλησμονὴ ζωῆς. Νοιώθεις «σκεῦος ἐκλογῆς». Περνᾶς συνειδητὰ σὲ χῶρο καὶ χρόνο λειτουργικό. Ἡσυχάζεις, καὶ σιωπηλὰ ἢ κραυγαλέα δοξολογεῖς ἀέναα Αὐτὸν ποὺ εἶναι τὸ Α καὶ Ω, τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο στὸν κόσμο.
Δὲν ὑπάρχουν μικροὶ καὶ μεγάλοι Ἅγιοι. Ὑπάρχουν μόνο ἀληθινοὶ Ἅγιοι. Ὁ ἀληθινός Ἅγιος εἶναι ἀείζωος, ἄσχετα ἂν εἶναι παλαιὸς ἢ σημερινός, γραμματισμένος ἢ ἀγράμματος. Ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωντάνιας τοῦ Πνεύματος καταργεῖ τὶς ἀποστάσεις τοῦ χρόνου καὶ τὶς διαφορὲς τῆς «μορφώσεως».Διαπερνᾶ τὸ κτιστὸ καὶ ὁρατὸ μὲ τὴν ἄκτιστη χάρη, ἀκόμη καὶ τὰ ἱμάτια τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου εὐωδιάζουν, καὶ τὸ πρόσωπό του ἀστράφτει ὡς τὸ φῶς.