Ενοριακές δραστηριότητες

Εἰσαγωγή
Στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνα μοναστήρι ποὺ τὸ λένε τοῦ Γρηγορίου, ἀπάνω στὴν ἀκρογιαλιὰ ποὺ κοιτάζει νοτιοδυτικά. Ὁ προσκυνητὴς μαγεύεται ἀπὸ τὴν ἔμορφη τοποθεσία. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ βλέπει τὸ πέλαγο, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ βλέπει βουνὰ δασωμένα ποὺ κατεβαίνουνε ἀπὸ τὴ μεγάλη κορφὴ τοῦ Ἄθωνα. Τὸ μοναστήρι εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Νικόλαο.

Ὁ πρῶτος κτίτορας εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Καὶ ὅμως ἕναν τέτοιον ἅγιο δὲν θὰ τὸν ξέρη κανένας. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μυστικοὺς πατέρες ποὺ τοὺς λένε «νηπτικούς», ἀπὸ τὸ «νήφω» ποὺ θὰ πῇ νὰ ἔχει κανένας κατακάθαρον λογισμὸ καὶ καθαρὴ καρδιά, «καρδίαν νήφουσαν», ὥστε νὰ νοιώθη κάποια πνευματικὰ πράγματα ποὺ δὲν τὰ νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι.

Ἡ παράδοση τῶν «νηπτικῶν» εἶναι πολὺ ἀρχαία. Ὁ προφήτης Ἠλίας, ποὺ ἔζησε 900 χρόνια πρὸ Χριστοῦ, γνώριζε τὴν «καρδιακή» ἢ «νοερά» προσευχή. Γιὰ νὰ παρακαλέση τὸ Θεὸ νὰ βρέξῃ ὕστερα ἀπὸ τριάμισι χρόνια ξηρασία, κάθισε χάμω κι᾿ ἔβαλε τὸ κεφάλι του ἀνάμεσα στὰ γόνατά του, ὥστε νὰ ἀκουμπᾷ τὸ πηγούνι του στὴν καρδιά του, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἔτσι γίνεται ἡ καρδιακὴ προσευχή, καὶ πρὶν ἀπ᾿ αὐτὸν (τόν ἅγιο Γρηγόριο) ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος.

Καλησπέρα καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μετὰ πάντων ἡμῶν καὶ σὲ ὅσους μᾶς ἀκοῦνε, σὲ ὅσους θὰ ἤθελαν νὰ ἀκούσουν ἀλλὰ δὲν τοὺς εἶναι δυνατὸν καὶ ἀκόμη περισσότερο εἰς ἐκείνους ποὺ προτιμοῦν τὴν εὔλαλη σιωπὴ.

Β’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν
Ἑορτασμὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ποὺ ὑπῆρξε ὑπερασπιστὴς τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων καὶ παθόντων τὰ θεῖα, ὡς πνευματικὸ βίωμα καὶ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὡς μέθεξη τῶν θείων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν βίο καὶ τὴν διδασκαλία του λεπτομερῶς σὲ μιὰ ἄλλη εὐκαιρία καὶ ἀπόψε θὰ ἀκούσουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ λόγο τοῦ ἀειμνήστου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.
Σήμερα ἑορτάζουμε τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Σιναΐτη, τὸν συγγραφέα τῆς «Κλίμακος».
Τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ μᾶς παρεδόθησαν γιὰ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τὸν συγγραφέα τῆς «Κλίμακος» εἶναι δυστυχῶς ὀλίγα. Ἀκόμη καὶ ἡ πατρίδα του μᾶς εἶναι ἄγνωστη.
Τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν κατέστησε γνωστὸ καὶ περιβόητο ἡ συγγραφὴ τῆς «Κλίμακος». Ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ βιβλίου τῆς «Κλίμακος» ἔγκειται στὸ ὅτι κατωρθώθη νὰ περισωθῆ σὲ θαυμαστὴ σύνθεσι τόσο πολύτιμο ὑλικὸ ἀσκητικῆς πείρας, γενικώτερα πνευματικῆς ζωῆς καὶ γνώσεως, νὰ συστηματοποιηθῆ τόσο ἐπιδέξια καὶ νὰ παραδοθῆ σ’ ὅλες τὶς μετέπειτα γενεὲς τῶν πνευματικῶν ἀγωνιστῶν, ὅτι τὸ Θεϊκὸ Φῶς=ὁ Θεὸς «νοεῖται ἀγνώστως καὶ ὁρᾶται ἀοράτως», ἀλλὰ μὲ τὴν φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος. Καὶ εἶναι μακάριος «ὃς τὴν ἑαυτοῦ θέρμην ἐφύλαξεν ἄσβεστον... πῦρ πυρὶ προστεθεὶς καὶ θέρμην θέρμῃ καὶ πόθον πόθῳ».

Εἶναι θαυμαστὸ πόσο ζωντανὰ ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἀλλὰ καὶ πόσο φανερώνεται μέσα στὴν «Κλίμακα» τὸ ἀπαραίτητο βίωμα τοῦ θείου ἔρωτος γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ὁ ὅσιος δὲν διστάζει νὰ φέρει παράδειγμα τὸν ἀνθρώπινο ἔρωτα ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς (Νυμφίος=Χριστός, νύμφη=ἡ ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου).
Σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τὸν συγγραφέα τῆς «Κλίμακος» γιὰ τὴν βαθύτητα τῶν παιδαγωγικῶν-ψυχολογικῶν του γνώσεων καὶ παρατηρήσεων. Καὶ διαπιστώνουν ὅτι τὰ τελευταῖα ἀξιόλογα πορίσματα τῆς ψυχολογίας τοῦ Βάθους, ἦταν ἤθη γνωστὰ στοὺς Πατέρας τῆς ἐρήμου.

Περὶ πολυλογίας καὶ σιωπῆς

Σήμερα θὰ κάνουμε μιὰ πολὺ σύντομη ἀναφορὰ στὸν ἐνδέκατο λόγο «Περὶ πολυλογίας καὶ σιωπῆς» γιὰ νὰ ἀναζητήσουμε τὴν αἰτία καὶ τὴν θύρα ἀπὸ ὅπου εἰσέρχεται τὸ πάθος τῆς πολυλογίας.

Στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας θεμέλιο εἶναι ἡ πίστη στὴν παντοδυναμία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ μαρτυρικὸ φρόνημα ποὺ ἐκφράζει τὴν ἀγαπητικὴ ἀπάντηση τοῦ πιστοῦ στὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ μαρτυρία πού, οἱ μάρτυρες ἔδωσαν γιὰ τὸ Χριστὸ διὰ τοῦ αἱματηροῦ θανάτου τους, συνεχίζεται μὲ τὴ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως ποὺ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ δίνουμε, μὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ μας.

Ὁ Χριστός ζήτησε ἀπό τούς μαθητές Του νά γίνουν μάρτυρές Του «ἔως ἐσχάτου τῆς γῆς». Νά δίδουν τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο. Τό ἴδιο ζητᾶ καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τό μαθητή καί πνευματικό του παιδί, τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο, τό ἴδιο ζητᾶ ὁ Χριστός καί ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο πού πιστεύει σ’ Αὐτόν. «Ὅποιος μέ ὁμολογήσει μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ὁμολογήσω καί ἐγώ μπροστά στόν οὐράνιο πατέρα μου».

Ἡ μαρτυρία δίδεται μέ τὸ νὰ εἶναι ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶναι Χριστοζωὴ. Ἐκτός ἀπό τήν ἁγία ζωή του, ἡ μαρτυρία τοῦ πιστοῦ δίνεται καί μέ τόν λόγο γιά τό Χριστό, ἀρκεῖ βέβαια ὁ λόγος νά εἶναι «ἔνσαρκος λόγος», δηλαδή λόγος τῆς καρδιᾶς, ὄχι τῶν χειλέων.
Ὑπάρχει ὅμως μιά βασική προϋπόθεση, χωρίς τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινή μαρτυρία Χριστοῦ. Ἡ προϋπόθεση αὐτή εἶναι ἡ ἐμπειρία. Δέν μπορεῖ νά δώσει τή μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ αὐτός πού δέν ἔχει τήν ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή του. Γνώση τοῦ Θεοῦ δέν ἐννοοῦμε μιά ἐξωτερική πληροφόρηση γιά τόν Χριστό, ἀλλά τή ζωντανή σχέση μαζί Του μέσῳ τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Ἡ πραγματική ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἕνας νοσηρός συναισθηματισμός. Ἀποκτᾶται μέ τήν παραμονή τοῦ πιστοῦ στήν Ἐκκλησία καί τόν πνευματικό ἀγώνα γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη. Ὅταν ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ λείπει ἀπό τήν ζωή μας, καί ὅταν ἐπίσης, ἀπουσιάζει ἡ μετάνοια, τότε, ἀντί γιά μαρτυρία Χριστοῦ, ἡ πίστη καταντᾶ ἰδεολογία. Ὁ Χριστός δέν χρειάζεται ὑπερασπιστές, ἐνδιαφέρεται γιὰ μάρτυρες καὶ ὁμολογητές.

Συνεχῆ ἀφύπνιση προσφέρουν ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τῶν παθόντων καὶ οὐχὶ τῶν μαθόντων τὰ θεῖα.
Ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔπαθαν τὰ θεῖα, εἶναι ὁ Φώτης Κόντογλου ποὺ μὲ τὸν ζωντανό του λόγο μέσα στὰ μέχρι καὶ σήμερα ἐπίκαιρα γραπτά του, μπορεῖ καὶ μᾶς ἀφυπνίζει, ὥστε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε:
  Α) Ἀπὸ τὴν ἀπιστία μας, ἤτοι ἀπὸ τὴν πνευματική μας ἀδιαφορία καὶ τὴν τραγική μας ἀποστασία ἀπὸ τὸν Δημιουργό μας Θεό.
  Β) Ἀπὸ τὴν κτηνώδη βιοτή μας.
  Γ) Ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῆς πλεονεξίας καὶ τῆς ματαιοδοξίας μας.
Νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὴν ἀληθινὴ καὶ αὐθεντική μας ζωὴ, μέσα ἀπὸ τὴν συντροφιὰ μὲ τὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε στὸ πρόσωπο τοῦ ὅποιου πλησίον, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κι Αὐτὸν, τὸν Χριστόν, νὰ ἀγαπήσουμε ἐξ ὅλης διανοίας, ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ τὸν ὅποιον πλησίον μας ὡς τὸν ἑαυτὸν μας.
Αὐτὴ ἡ ἀφύπνιση προσεγγίζεται φυλλομετρῶντας τὸ βιβλίο του «Μυστικὰ Ἄνθη» καὶ μελετῶντας γιὰ λίγο, τὰ παρακάτω κεφάλαια:

Στὸ κεφάλαιο «Ἀγωνία καὶ ἀπιστία. Ἡ πονηρὴ ἐπιστήμη» μᾶς βεβαιώνει ὅτι:

«... Βαρὺν ἀγέρα ἀνασαίνουμε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Ὅλη ἡ οἰκουμένη βρίσκεται σὲ ταραχὴ καὶ σὲ ἀκαταστασία, ὁ καθένας μας τρέμει μὴν τύχει καὶ χάσει τὴν ψεύτικη εὐτυχία του καὶ τὴ σαρκικὴ καλοπέραση. Ἀπελπισία καὶ ἀγωνία πνίγει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ μὲ κάνει νὰ θυμηθῶ τὰ παρακάτω λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, ἀποψυχούντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ».
Ὡστόσο, ἐνῶ τὰ προμηνύματα ποὺ δείχνουνε πὼς ὁ κόσμος κατρακυλᾶ στὸν γκρεμνὸ μὲ μιὰ γρηγοράδα φρικτή, ἀντὶ νὰ μᾶς κάνουνε νὰ μετανοήσουμε, μᾶς κάνουνε πιὸ ἄπιστους. Ὕστερα ἀπὸ τόσα φοβερὰ προμηνύματα, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀλλάζουνε τὸν πονηρὸ δρόμο τους. Δὲν τὸν ἀλλάζουν, γιατὶ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό. Τὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας πλακώνει τόν κόσμο καὶ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὁμοιάζουμε μὲ κτήνη ἀναίσθητα.
Μεγαλύτερη ἀπιστία δέρνει τοὺς νέους. Στὴν ἀρχή, τοὺς τρώγει τὸ σαράκι τῆς ἀμφιβολίας, ποὺ τὸ θρέφουνε οἱ ἀδιάκοπες καυχησιὲς τῆς ἐπιστήμης ποὺ φανερώνει μὲ τυμπανοκρουσίες πὼς ἐξουσιάζει τὸν κόσμο καὶ πὼς αὐτὴ εἶναι Θεὸς παντοδύναμος. Τὴν ἀμφιβολία στὶς ψυχὲς τῶν νέων τὴ δυναμώνουνε κι οἱ ἄνθρωποι τῆς θρησκείας, κληρικοὶ καὶ θεολόγοι, μὲ τὶς χλιαρὲς διδασκαλίες τους καὶ μὲ τὴ ζωή τους, ποὺ δείχνει ὅτι πολλοὶ λίγοι ἀπ’ αὐτοὺς ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὴν ἀληθινὴ φωτιὰ τῆς πίστης, καὶ πὼς μ’ ὅλα ποὺ λένε «οὐκ ἐπιζητοῦσι τὴν μέλλουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μένουσαν».

(Συνάντηση νέων 2/Φεβ./2021)

Ὅλες οἱ ἑορτὲς καὶ ἰδιαίτερα οἱ Δεσποτικὲς καὶ οἱ Θεομητορικὲς ἑορτές, ἀλλὰ καὶ κάθε λειτουργία εἶναι ἐπιβεβαίωση τῆς σωτήριας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνακαίνησις τῆς προσωπικῆς μας πνευματικῆς ζωῆς μας καὶ συνεχὴς ἐπιβεβαίωσις ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀρχαία κατάρα, ἀπὸ ἐκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη τὴν πρὸ Χριστοῦ ποὺ τὴν εἴχαμε ὅλοι κοινὴ καὶ ἴδια, ἐκχυμένη σὲ ὅλους ἀπὸ τὸν προπάτορα Ἀδάμ, ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ γένους μας καὶ ἦταν συνημμένη μὲ τὴ φύσι.Ὁ καθένας, μὲ ὅσα ἔπραττε προσωπικῶς, ἐπέσυρε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν ὑπόστασί του ἀπλῶς ἤ τὴν μομφὴ ἤ τὸν ἔπαινο, ἐνῶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τίποτε ἀπέναντι σ’ ἐκείνη τὴν κοινὴ κατάρα καὶ καταδίκη καὶ ἀπέναντι στὸν πονηρὸ κλῆρο ποὺ κατέβαινε ἀπὸ ἐπάνω σ’ αὐτόν καὶ δι’ αὐτοῦ στοὺς ἀπογόνους του.

Ἀλλ’ ἦλθε ὁ Χριστὸς ἐλευθερωτὴς τῆς φύσεως «τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν», ποὺ μετέβαλε τὴν κοινὴ κατάρα σὲ κοινὴ εὐλογία, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἔνοχη φύσι μας ἀπὸ τὴν ἀκήρατη Παρθένο καὶ τὴν ἤνωσε στὴν ὑπόστασί Του τὴν κατέστησε ἀθώα καὶ δικαιωμένη, ὥστε καὶ οἱ γεννώμενοι πνευματικὰ ἀπὸ Αὐτὸν ἔπειτα, νὰ μένουν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν προγονικὴ ἐκείνη κατάρα καὶ καταδίκη. Γιὰ νὰ παράσχη δὲ τελεία ἀπολύτρωσι ὄχι μόνο στὴ φύσι τὴν ὁποία ἔλαβε ὁ ἴδιος ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ἀδιάσπαστη ἕνωση, ἀλλὰ καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας σ’ Αὐτόν καθόρισε καὶ θεῖο βάπτισμα κι’ ἔθεσε σωτηρίους νόμους, ἐκήρυξε μετάνοια σὲ ὅλους καὶ μεταδίδει τὴ χάρι του μὲ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα Του καὶ ἔτσι ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας ποὺ δέχεται τὸ βάπτισμα καὶ πολιτεύεται κατὰ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ γίνεται μέτοχος τοῦ Θεουργοῦ Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, θεοῦται κατὰ χάριν. Διὰ τῶν μέσων τούτων ὁ Χριστὸς μᾶς ἐδικαίωσε ὑποστατικῶς καὶ μᾶς ἐπανέφερε στὴν ὑπακοὴ τοῦ οὐρανίου Πατρός. Τὴν ἴδια δὲ τὴ φύση ποὺ προσέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀνανέωσε, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη καὶ σὲ ὅλα ὑπήκοο στὸν Πατέρα, δι’ ἐκείνων ποὺ ἔπραξε καὶ ἔπαθε ἑνωμένος μὲ αὐτὴν ὑποστατικῶς.

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς λέγει: