Πνευματικά Κείμενα

Ὁ προφήτης Ἰωνᾶς φέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πέμπτος μεταξὺ τῶν μικρῶν λεγομένων προφητῶν.
Ὁ Κύριος τὸν εἶχε διατάξει νὰ πάει στὴ Νινευί, ἕδρα πλάνης, μάταιων πλεονεξιῶν καὶ ὀργίων, γιὰ νὰ κηρύξῃ σ' αὐτὴ καὶ νὰ προφητέψῃ τὴν καταστροφὴ της.
Ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴ μνήμη του τὴν 21η Σεπτεμβρίου.

Ταράχθηκε ἡ θάλασσα μὲ τὴ φυγή του καὶ τρόμαξε ἡ ξηρὰ μὲ τὸ κήρυγμά του· ἡσύχασε ἡ θάλασσα μὲ τὴν προσευχὴ του καὶ θαύμασε ἡ ξηρὰ μὲ τὴν πολλὴ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχὴ ἔσωσε τὸν Ἰωνᾶ ἀπὸ τὸ κῆτος καὶ ἡ δέηση καὶ ἡ μετάνοια σώζει τὴν Νινευὶ ἀπὸ τὴν καταστροφή.
Ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες καὶ ὁ λαὸς, ταπεινώθηκαν καὶ πόθησαν τὴν μετάνοια καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἄλλων.
Τὰ παιδιὰ κρατοῦσαν τὶς μητέρες τους. Οἱ γυιοὶ ρωτοῦσαν μὲ δάκρυα τοὺς πατέρες τους· «Πότε θὰ ἐξαφανισθῇ ἡ εὔθυμη πόλη;».
Μόλις, ἄκουσαν αὐτὰ οἱ πατέρες των, ἐνῶ τὰ στόματά τους τὰ ἔφραξε ἡ λύπη· ὅμως, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, θέλοντας νὰ παρηγορήσῃ τὸν Ἰσαάκ, τὸν γυιὸ του, προφήτευε χωρὶς τὴν θέλησή του, ἔλεγαν στὰ παιδιὰ τους. «Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Παρηγορηθῆτε, διότι δὲν θὰ καταστραφῇ ἡ πόλη μας, διότι ἡ ὀργὴ περνᾶ καὶ φεύγει».

Βγῆκε ὁ βασιλιάς ἀπὸ τὸ παλάτι μὲ σάκκο μετανοίας καὶ κατατρόμαξε καὶ δάκρυσε ἡ πόλη. Ἔκλαψε καὶ ὁ βασιλιὰς γιὰ ὅλη τὴν πόλη, ὅταν τὴν εἶδε στὸ πένθος. Ὅλοι μαζὶ θρηνοῦσαν τόσο ὥστε καὶ οἱ ἴδιες οἱ πέτρες θρηνολογοῦν μαζὶ τους.

Πῆρε ὁ βασιλιὰς (ὁ ἐν ὑπεροχῇ ὑπάρχων, ὁ κυρίαρχος νοῦς τοῦ καθενός μας) μαζί του τοὺς σωματοφύλακές του (τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς δυνάμεις, τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων, τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς του, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἐλπίδα στὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐπισκέφθηκε ὅλη τὴν πόλη.
Ἔστειλε κήρυκες νὰ κηρύξουν παντοῦ γιὰ νὰ μετανοήσουν ὅλοι μαζί· ἔλεγε ὁ βασιλιάς, «Ἄς ἐγκαταλείψῃ, ὁ καθένας τὴν κακία του. Ὁ ἅρπαγας ἄς γίνῃ μεταδοτικός, ὁ ἄσωτος ἄς σωφρονῇ, ὁ ὀργίλος ἄς γίνη πράος, ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ μὲ ἀπολαύσεις, ἄς νηστεύῃ. Κανεὶς νὰ μὴν μνησικακῇ, κανεὶς νὰ μὴν καταριέται ἄλλον, κανεὶς νὰ μὴν θλίβῃ ἄλλον, οὔτε βέβαια νὰ ὑποτιμᾶ. Ἄν ἐμεῖς συγχωρήσουμε τὰ σφάλματα στοὺς ὁμοδούλους μας καὶ ὁ Θεός θὰ συγχωρήσῃ σ’ ἐμᾶς τὰ σφάλματα ποὺ κάναμε ἀπέναντί Του».

Ποιός προσευχήθηκε καὶ παρακάλεσε ἔτσι; Ἤ ποιός ταπεινώθηκε τόσο μπροστὰ στὸν Θεό καὶ ἀπαρνήθηκε μεμιᾶς τὶς φανερὲς καὶ τὶς κρυφὲς πράξεις του; Ποιός μὲ ἕνα κήρυγμα μόνον, κατόρθωσε νὰ κάνῃ τὴν καρδιὰ του νὰ ραγίση γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ μὲ ἕνα λόγο ἔνοιωσε τόση συντριβὴ στὸν νοῦ; Ἤ ποιός εἶδε μπροστὰ στὰ μάτια του, τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ τὴν μετάνοια;
Ἡ μετάνοιά μας, συγκρινόμενη μὲ τὴν μετάνοια τῶν Νινευιτῶν, εἶναι σὰν ὄνειρο.

Ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὰ εἶδε αὐτά, ἔδειξε τὴν εὐσπλαχνία Της καὶ ἔστειλε πάνω τους τὴν δροσιὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς εὐσπλαχνίας· διότι ὁ Θεὸς δὲν θέλει τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡσότου νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ νὰ ζήσῃ.
Στὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ νόμιζαν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν, σ' αὐτὴν τὴν ὥρα ὁλοκληρώθηκε ἡ χαρὰ τους (τὸ προνόμιο τῆς ἀπελπισίας).
Ὁ Θεὸς προτίμησε, χάριν στοὺς πολλοὺς οἰκτιρμούς Του, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἀπειλητικό Του λόγο καὶ νὰ σωθῇ ἡ πόλη.
Ὅταν εἶδε ὁ Ἰωνᾶς ὅτι μὲ τὸ νὰ σωθοῦν οἱ Νινευίτες ἀποδείχθηκε ψεύτης, λυπήθηκε πάρα πολύ.

Ἄκουγαν τὸν Ἰωνᾶ πῶς ὑπερασπιζόταν τὸν ἑαυτό του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ πῶς ἐπίσης ἀπαντοῦσε στὸν ἑαυτό του ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Μιλοῦσε καὶ ἔδειχνε σὰν νὰ ὑπῆρχαν μέσα του δύο πρόσωπα, συγχρόνως, ποὺ ἀντιδικοῦσαν μεταξύ τους. Ὑπερασπιζόταν τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἑαυτό του! (Ὁ ἄνθρωπος τοῦ κόσμου τούτου, ὁ πεπτωκώς, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οἱ δύο κόσμοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐμεῖς καὶ ἡ συνείδησή μας).
Τὰ πλήθη στέκονταν καὶ ἄκουγαν πῶς ὁ Ἰωνᾶς μὲ τὸν λόγο του ἀπευθυνόταν στὸν Θεὸ ἀντιδικῶντας μαζί Του, λέγοντας· «Ὤ Δέσποτα, γιατὶ μὲ θλίβεις ἀπὸ παντοῦ καὶ γιατὶ μὲ ἐγκατέλειψες καὶ μὲ παρουσίασες ψεύτη; Καὶ στὴν συνέχεια, τὴν ἀσήμαντη κολοκυθιὰ ποὺ εἶχα γιὰ νὰ μὲ προστατεύῃ ἀπὸ τὸ λιοπύρι, τὴν ξέρανες καὶ μὲ ξεροψήνεις μὲ τὸν καύσωνα. Γι' αὐτὸ ζητῶ τὸν θάνατο. Πάρε, λοιπόν, τὴν ψυχή μου· διότι, ἔχω λυπηθῇ πάρα πολὺ ἀπὸ τὸν πόθο μου γιὰ τὴν κολοκυθιὰ (τὰ γήινα)».

Ὅταν οἱ Νινευίτες ἄκουσαν ὅλα αὐτά, θαύμασαν ἐπειδὴ γιὰ χάρη τους ἀντιδικοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Πλάστης μὲ τὸ πλάσμα καὶ ἅρπαξαν στὴν ἀγκαλιά τους τὸν Ἰωνᾶ καί, ὅπως ἕνα βασιλιά, τὸν εἰσήγαγον στὴν πόλη μὲ δόξα, τοῦ προσέφεραν λαμπρὰ δῶρα, καὶ μὲ συνοδεία ἀρχόντων ἐπέστρεφε στὴν πατρίδα του.
Ὅταν, ὅμως, ὁ Ἰωνᾶς πλησίασε στὰ σύνορα τῆς Ἱερουσαλήμ, ἔλεγε σ' αὐτοὺς ποὺ τὸν συνόδευαν, νὰ γυρίσουν πίσω· διότι ντρεπόταν μήπως μποῦν στὴν πατρίδα του καὶ δοῦν εἰδωλολατρία καὶ ἀσέβεια, ἀντὶ γιὰ ἀρετὲς καὶ κανόνες. Μήπως αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Ἰωνᾶ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν καθένα μας, ὅταν πολλοὶ σύγχρονοι Νινευίτες πιστεύουν γιὰ τὴ χώρα μας, τὴν ἐπαρχία μας, τὸ χωριό μας, τὴν ἐνορία μας, τὴν οἰκογένειά μας, τὴν ἱστορία μας, τὴν παράδοσή μας, τά ἤθη μας, τὴν ὀρθοδοξία μας, τὰ κάλλιστα καὶ διαπιστώνουν τὰ χειρότερα;

Ἄς δοξάσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς τὸν Θεὸ γιὰ τὰ παραδείγματα καὶ τὶς εὐκαιρίες αὐτογνωσίας καὶ μετάνοιας ποὺ μᾶς παρέχει. Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Σεπτέμβριος 2020