Πνευματικά Κείμενα

Τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων προβάλλονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σὰν τοὺς ἀψευδέστερους μάρτυρες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Τοὺς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία εἰς ἔνδειξη εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν σταθερότητα καὶ ὑπακοὴ τους στὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Μέσα στὴ χορεία τῶν Ἁγίων συγκαταλέγονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι προεφήτεψαν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία στὸν κόσμο, ἔπειτα οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγοι κήρυκες, ὁποῖοι κήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» ὑπακούοντας στὸ λόγο τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθοῦν οἱ Πατέρες ποὺ ὁροθέτησαν σὲ χαλεποὺς καιροὺς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, διδάσκοντας καὶ φωτίζοντας τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀγωνιζόμενοι νὰ δώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ.
Στὴ συνέχεια εἶναι οἱ Μάρτυρες ποὺ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους γιὰ «τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν Ἁγία», οἱ Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς δύσκολους χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας ἐτελείωσαν τὴ ζωὴ τους μὲ μαρτυρικὸ τρόπο, οἱ Ἀσκητὲς καὶ οἱ Ὅσιοι ποὺ ἀσκητέψαν ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὁπαῖς τῆς γῆς. Ὅλοι αὐτοὶ, εἶναι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ κοσμοῦν καὶ λάμπουν τὰ προσκυνητάρια τῶν Ναῶν καὶ τῶν σπιτιῶν μας καὶ πρεσβεύουν γιὰ ὅλους ἐμᾶς πρὸς τὸν Παντοκράτορα Κύριο.
Οἱ Ὅσιοι εἶναι μοναχοὶ/μοναχὲς ποὺ ἔζησαν σὲ μοναστήρια ἤ ἀσκητὲς καὶ ἀναχωρητὲς ποὺ κατὲφυγαν σὲ ἔρημους τόπους καὶ ἔζησαν σὲ ἁπλὰ φτωχικὰ οἰκήματα ἤ σὲ σπηλιὲς. Ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τους ἧταν καὶ εἶναι νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστὸ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Νὰ προσεύχονται ἀδιαλείπτως, νὰ μειώνουν στὸ ἐλάχιστο τὸ φαγητὸ καὶ τὸν ὕπνο τους καὶ νὰ ἀγωνίζονται συνεχῶς νὰ ἐφαρμόσουν μὲ ἀκρίβεια ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μὲ σκοπὸ νὰ μιμηθοῦν στὴ ζωὴ τους τὸν Χριστὸ καὶ νὰ φθάσουν στὴ θέωση. Ἡ αὐστηρὴ αὐτὴ ἀσκητικὴ ζωὴ τους παρέχει τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες. Τοὺς φωτίζει νὰ σκέπτονται καὶ νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τοὺς δίνει πλούσια τὴ Χάρη καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὶς θεόπνευστες συγγραφὲς τους καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή τους, σὲ ὅσους τοὺς πλησιάζουν, προσφέρουν μεγάλη ἐνίσχυση, παρηγοριὰ καὶ δύναμη σὲ πλήθη πιστῶν. Πολύτιμες εἶναι οἱ προσευχὲς τους ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Εὐεργετικὲς καὶ οἱ ποικίλες θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τους, τὶς ὁποίες καὶ σήμερα ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοί, ποὺ μὲ πίστη ἐπικαλοῦνται τὴ μεσιτεία τους.

Ἑνας τέτοιος ὅσιος εἶναι καὶ ὁ πολιοῦχος τῆς ἐνορίας μας.

Ὁ ἅγιος Γεράσιμος γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας τὸ 1506. Ὁ πατέρας του Δημήτριος ἀνῆκε σὲ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ ἅγιος Γεράσιμος μεγάλωσε καὶ μορφώθηκε ὅπως ὅλα τὰ ἀρχοντόπουλα τῆς ἐποχῆς. Στὰ 20 χρόνια του ἀποφάσισε νὰ πάει στὴ Ζάκυνθο. Ἡ ἀγάπη του στὸ Χριστὸ τὸν κάνει νὰ ξεκινήσει προσκυνήματα στὰ σημαντικότερα μοναστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς του. Ἀφοῦ πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πῆρε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔγινε μοναχός.

Ἱερὸς πόθος του ἧταν νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Πατριάρχης ἐκτιμᾶ τὴν προσωπικότητα τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου καὶ τὸν χειροτονεῖ διάκονο καὶ πρεσβύτερο. Διαρκὴς ἧταν ὁ πόθος του νὰ γνωρίσει μοναχοὺς καὶ φημισμένους ἀσκητές, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη ζωὴ τους. Γι’ αὐτὸ ἐπισκέφθηκε τὴν Ἱερὰ Μονὴ Σινᾶ καὶ ἄλλα μεγάλα κέντρα τοῦ μοναχισμοῦ, ὅπως τὴ Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου. Τὸ 1548 ὁ Ἅγιος ἐπιστρέφει στὴ Ζάκυνθο μὲ πλούσια ἐμπειρία ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐποχῆς του καὶ ἀποφάσισε νὰ τοὺς μιμηθεῖ. Ἀρχικὰ ἀσκήτεψε σὲ μιὰ σπηλιὰ στὴ Ζάκυνθο καὶ μετὰ στὸ γειτονικὸ νησὶ τῆς Κεφαλονιᾶς. Ἀφοῦ ἀσκήτεψε κι ἐκεῖ ἐπὶ ἔξι χρόνια σὲ μιὰ σπηλιὰ ἀποφάσισε νὰ ἱδρύσει μοναστήρι.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στὶς 15 Αὐγούστου 1579, τὴν ἴδια μέρα μὲ τὴν ἀγαπημένη του Παναγία. Ἡ πρώτη ἀνακομιδὴ τοῦ σώματός του ἔγινε δύο χρόνια καὶ δύο μῆνες μετὰ τὴν κοίμησή του, στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1581. Ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιότητάς του ἔγινε τὸ 1622.

Ὁμολογία πίστεως καλούμαστε κι ἐμεῖς σήμερα νὰ κάνουμε ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ τὴ θέση του, κληρικὸς καὶ λαϊκὸς, καὶ ἰδιαίτερα τὶς μέρες ποὺ διανύουμε, ὅπου βλέπουμε νὰ περιορίζεται ἡ πίστη στὸ Χριστό, νὰ περιθωριοποιεῖται καὶ νὰ πολεμεῖται ἡ Ἐκκλησία. Ἄς ἔχουν ὅμως ὑπ’ ὅψιν τους ὅλοι αὐτοὶ ποὺ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία καθημερινῶς, τὸ λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «τοιοῦτον ἔχει μέγεθος ἡ Ἐκκλησία· πολεμουμένη νικᾶ· ἐπιβουλευομένη περιγίνεται· ὑβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται· δέχεται τραύματα καὶ οὐ καταπίπτει ὑπὸ τῶν ἐλκῶν· κλυδωνίζεται, ἀλλ’ οὐ καταποντίζεται·χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει· παλαίει, ἀλλ’ οὐχ ἡττᾶται· πυκτεύει, ἀλλ’ οὐ νικᾶται».

Αὐτὸ ποὺ μᾶς προτρέπουν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι νὰ συνεχίσουμε πιστὰ τὸν ἀγώνα μας, νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ μας καθημερινῶς καὶ ἀδιαλλείπτως καὶ τὴν ἐλπίδα μας νὰ τὴν ἔχουμε μόνο στὸ Σωτήρα Χριστὸ. Στόχος μας δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ νὰ ὁμοιάσουμε στοὺς Ἁγίους μας καὶ «νὰ ἀξιωθοῦμε τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν τῆς ἀπολαύσεως διὰ πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων! Ἀμήν.

Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Σάββας Γεωργιάδης
Ὀκτώβριος 2020