Πνευματικά Κείμενα

Μερικά ζητήματα πού ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο εἶναι ἐφήμερα. Ὅσο κι ἄν φαίνονται μεγάλα καί δύσκολα, μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ὑποβαθμίζονται καί τελικῶς ἀφανίζονται, ἐνῶ κάποια ἄλλα εἶναι πάντα ἐπίκαιρα, ἐπείγοντα, πιεστικά καί μόνιμα. Συνιστοῦν καθαυτό ἀνθρωπολογικά προβλήματα, γιατί ἀφοροῦν κάθε ἄνθρωπο, πέρα ἀπό συμβατικότητες, μέ τίς ὁποῖες αὐταπατᾶται καί προσπαθεῖ νά ἀπατᾶ καί τούς ἄλλους.
Στά αἰώνια καί ἐπίκαιρα ἀνθρωπολογικά προβλήματα ἀνήκουν χωρίς ἀμφιβολία ἡ “ἡδονή” καί ἡ “ὀδύνη”, καί ἀποτελοῦν δύο πόλους στόν ἄξονα τῶν ὁποίων περιστρέφεται ἡ ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Ἑπομένως, ἐκεῖνο πού προβάλλει ἀναγκαῖο γιά τόν ἄνθρωπο πού θέλει νά ἀποκτήσει αὐτοσυνειδησία, εἶναι ἡ ἀνάγκη νά ἐμβαθύνει εἰς τό βαθύτερο νόημα πού κρύβεται πίσω ἀπό τό ζεῦγμα ἡδονῆς – ὀδύνης.

Ἄν κάποιος στρέψει τήν προσοχή του στό ζεῦγμα ἡδονῆς – ὀδύνης ἐξεταστικά, νοιώθει νά προβάλλουν ἔντονα κάποια ἐρωτηματικά πού ζητοῦν ἐπίμονα ἀπάντηση. Παραδείγματος χάριν:
Τί εἶναι ἡ ἡδονή καί τί εἶναι ἡ ὀδύνη;
Ποιά εἶναι ἡ σημασία τους γιά τήν ὕπαρξη καί γιά τήν λειτουργικότητα τοῦ ἀνθρώπου;
Πῶς ἐξηγεῖται ἡ ταυτόχρονη ἀλλά ἀντιφατική ἐμφάνισή τους στήν ἀνέλιξη τῆς ὑπάρξεως;
Καί γιατί δέν μπορεῖ ἡ πρώτη (ἡ ἡδονή) νά καταλύσει τήν δεύτερη (τήν ὀδύνη) καί νά μήν ἀποτελοῦν κυρίαρχα χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου “ὁ πόνος, ἡ λύπη, ὁ στεναγμός”;

Τό ζήτημα ἡδονῆς – ὀδύνης παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο καί μάλιστα τόν πιστό, γιατί ἀπό πολλές πλευρές σφυροκοπεῖται ἀπό ἀκραῖες ἡδονιστικές θεωρίες καί ἀπόψεις καί ἀπό ἔντονο καί ποικιλόμορφο πρακτικό ἡδονισμό.
Εἶναι ἀνάγκη νά κατατοπιστεῖ, ὄχι μόνο γιά νά ἀντικρούσει ἀποτελεσματικά τίς θεωρητικές θέσεις τῶν διαφόρων ἡδονιστικῶν καί νικολαϊτικῶν τάσεων καί ρευμάτων, ἀλλά καί γιά νά ἀντισταθεῖ νικηφόρα στίς ροπές καί κλίσεις τῆς πολύμορφης ἡδονῆς, μέ ἀναπόφευκτο καί μοιραῖο ἀποτέλεσμα τήν ἀπρόσμενη και ἀπροσμέτρητη ὀδύνη καί τόν ἄφατο πόνο, σωματικό, ψυχικό, ψυχοσωματικό, πού προκαλεῖ αὐτή ἡ ὄντως ἐπώδυνη σύζευξη ἡδονῆς - ὀδύνης.

Ἡ ὀδύνη, ὅπως καί ἡ ἡδονή, δέν εἶναι ἀπό τά ἀρχέγονα, πρωτογενῆ δωρήματα στήν ἀνθρώπινη φύση, εἶναι ἐπείσακτα και μεταπτωτικά.
Ἄν ἦταν ἡ ἡδονή, ἡ ὀδύνη, ὁ φόβος, ἡ λύπη, ἡ ἐπιθυμία κ.λπ., στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ὕπαρξή μας, θά εἶχαν δοθεῖ ἀπό τήν πρώτη καταβολή.
Ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα εἶναι μεταπτωτικά.
Ἡ ὀδύνη ἀποτελεῖ τήν πιό μεγάλη ἀρνητική συνέπεια τῆς ἡδονῆς. Εἶναι ὁ ἀντίποδάς της. Κάθε ὀδύνη καί πόνος ἔχουν ὡς αἰτία κάποια ἡδονή πού προηγήθηκε πρακτικά.
Ἡ ἡδονή ἔχει μέσα της τό σαράκι τῆς ὀδύνης καί ἑπομένως θά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά ἐκδηλωθεῖ -ἔτσι ἤ ἀλλιῶς- ἀναπόφευκτα ἡ ὀδύνη.
Ἡ ἐμπαθής ἡδονή εἶναι «παράλογος», ἐπείσακτος κι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητη γιά τήν ἀνθρώπινη φύση ὡς εἰκόνα Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ὀδύνη καί οἱ ἐκφράσεις της, πού εἶναι τά διάφορα «παθήματα», οἱ θλίψεις, οἱ δυσκολίες, οἱ πειρασμοί, «ὑπεισῆλθαν» ὡς ἐντελῶς λογική συνέπεια τῆς ἡδονῆς καί ἀποτελοῦν τήν ἀναίρεσή της.
Ἡ αἰσθητηριακή, ἡ ἐμπαθής ἡδονή ἀποτελεῖ προϊόν τῆς ἐκπτώσεως τῆς ψυχῆς στό «παρά φύσιν». Βάζει κατά μέρος τό «κατά φύσιν» καί γι’ αὐτό εἶναι ἑπόμενο, ὅσο κι ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν τό συνειδητοποιεῖ πλήρως πάντοτε, νά μήν ἀναπαύεται ἀπό τήν ἀφύσικη αὐτή κατάσταση στήν ὁποία περιέρχεται.

Κατά τόν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ἡ Ἀγάπη, πού εἶναι ὁ Θεός (Α΄ Ἰω., κεφ.4, στ.8), δημιούργησε ἐλεύθερα ἐκ τοῦ μηδενός τήν κτίση ἀγαθή, ἤτοι ἕναν κόσμο, ἀληθινό κόσμημα, μέ τάξη καί ἁρμονία, τά ὁποῖα και ἀποτελοῦν τή δικαιοσύνη τῆς κτίσεως.
Ἀνάμεσα στή δικαιοσύνη-ἀγαθότητα τοῦ Δημιουργοῦ καί τή δικαιοσύνη-τάξη καί ἁρμονία τῆς δημιουργίας ὑπάρχει μιά πραγματική ἐσωτερική σχέση.
Ἡ ὅποια κατά τοῦ Θεοῦ ἐξέγερση καί ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἀποστασία, ἡ ἀρχαία «ὕβρις» τοῦ ἄνθρωπου, μή μπορῶντας νά θίξει τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ (πῶς εἶναι δυνατό το ἄπειρο νά θιγεῖ και νά πληγεῖ ἀπό τό πεπερασμένο;), πλήττει πραγματικά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση, ἀποδιοργανώνοντας τήν ψυχοσωματική συγκρότηση καί λειτουργικότητα τοῦ ἀνθρώπου καί διαταράσσοντας τήν τάξη καί ἁρμονία τῆς κτίσεως.

Ἡ «ὕβρις» εἶναι μέν ἀποστασία κατά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γίνεται στήν πραγματικότητα “ἕνα τραύμα” κατά τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀποστασία-ἐναντίωση κατά τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ κατά τοῦ ἀνθρώπου ὡς μπούμερανγκ, ἀφοῦ ἡ πτώση καί ἐν συνεχείᾳ ἡ καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον γενομένη ἐκ τοῦ ἀνθρώπου συνειδητή ἀποστασία ἀποτελεῖ πραγματικά «ὕβριν» καί φέρει ἀντίστοιχη διατάραξη τῆς ψυχοσωματικῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἁρμονίας τῆς κτίσεως, μέ ἐπακόλουθη συνέπεια τήν «τιμωρία».
Ὅμως ἡ τιμωρία πού φυσιολογικά ἔρχεται στόν ὑβριστή δέν προέρχεται ἀπό τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, πού οὔτε ἐπλήγη οὔτε ζητάει ἱκανοποίηση, ἀλλά ἀπό τήν δικαιοσύνη τῆς κτίσεως, ἐξ οὗ ἰοί, σεισμοί, καταστροφές, πόλεμοι.

Ἡ τιμωρία αὐτή (πού εἶναι ἡ ἄτεγκτη δικαιοσύνη τῆς κτίσεως, ὁ πνευματικός νόμος πού ἐπιβάλλεται στόν ἄνθρωπο), θά ἦταν αἰώνια, διδάσκει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, ἄν δέν παρενέβαινε ἡ δικαιοσύνη-ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ διά τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως νά διορθώσει τή δικαιοσύνη τῆς κτίσεως, μετατρέποντας φιλάνθρωπα κατά τρόπον ἐσωτερικό τήν «δίκη» σέ «φάρμακο» γιατρεύοντας ἔτσι τό «τραῦμα-ἄνθρωπο» διά τῆς μετανοίας και καταλύοντας τήν «ὕβριν».

Πῶς ἐκφράζεται ἡ ὕβρις, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀποστασία, ἡ βλασφημία, πού προκαλοῦν ὄχι την ὀργή τοῦ Θεοῦ, ἀλλά την λειτουργία τοῦ πνευματικοῦ νόμου και δημιουργεῖ «τραῦμα» σέ μᾶς τούς ἴδιους, λειτουργῶντας ὡς μπούμερανγκ;
• Ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐναντίωσις κατά τοῦ Θεοῦ: πολεμική, ἀποστασία, ἄρνησις, ἀδιαφορία, ἀχαριστία, προσοικείωσις τῶν δωρεῶν Του (ὕπαρξις / ὑγεία / ἱκανότητες / συνθῆκες ὅπως ἡ καταγωγή-τόπος, χρόνος, πολιτισμός).
• Ἡ κατάχρησις ἤ ἡ παραμέλησις τῶν δωρεῶν, τῶν εὐκαιριῶν, τῶν δυνατοτήτων.
• Ἡ ἀντιστροφή τῆς Ἀλήθειας – ψεύδους (ὑποκρισία, σκοπιμότητες).
• Ἀντιστροφή τῆς Ἀγάπης – μῖσος, ἀδιαφορία, ἐκμετάλλευσις.
Ἡ ἀντιστροφή τῆς ἁμαρτίας και τῶν παθῶν σέ ἀρετές, κατορθώματα, προτερήματα.

Ἀπό το βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Εὐσεβ. Βίττη 
«ΗΔΟΝΗ – ΟΔΥΝΗ, ὁ διπλός καρπός τῆς αἰσθήσεως»
Διασκευή π. Γεώργιος Καλαντζῆς