Πνευματικά Κείμενα

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας - ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, παλαιοὶ καὶ σύγχρονοι - συγκροτοῦν τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Βρίσκονται μεταξύ μας, στὴ γειτονιὰ μας, στὴ δουλειά μας, στὸ σπίτι μας. Δὲν τοὺς ὑποψιαζόμαστε. Τοὺς προσπερνοῦμε στὸ δρόμο. Τοὺς ἀγνοοῦμε. Κι αὐτὴ ἡ ἄγνοια τοὺς εὐνοεῖ. Ἀγαποῦν τὴν ἀφάνεια, τὴν περιφρόνηση. Κινοῦνται ἔτσι ἐλεύθερα. Προσεύχονται ἀενάως. Εὐεργετοῦν ἀγνώστως καὶ ἀθορύβως.

Ἐμεῖς ὅμως τοὺς θυμόμαστε συνήθως στὶς θλίψεις ποὺ ἐξανθρωπίζουν τὸν ἄνθρωπο ἢ σὲ γεγονότα τραγικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ βροῦν τὸν καθένα μας.
Τότε ζητᾶς καὶ βρίσκεις τοὺς Ἁγίους. Σχηματίζεις ἄλλο κύκλο γνωστῶν. Βρίσκεις τοὺς χαμένους, τοὺς μὴ ὄντας, τοὺς ταπεινοὺς ἀλλὰ εὐρύχωρους, αὐτοὺς ποὺ ὁ πόνος τοὺς ἔκαμε γνήσιους. Μένεις μαζί τους. Κάθεσαι, ἀκοῦς, βλέπεις. Δὲν κάνεις τίποτε, μόνο ὑφίστασαι τὴν ἀθόρυβη ἀκτινοβολία, ποὺ ἐκπέμπεται ἀφειδῶς καὶ ἱερῶς ἀπὸ αὐτούς. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀκτινοβολία τῆς θείας ζωῆς, σὲ θωπεύει, σὲ θεραπεύει, σοῦ ἐπουλώνει τὶς πληγές. Συγκροτεῖ τὸ εἶναι σου, καλλιεργεῖ τὴν ψυχή σου, οὐσιοποιεῖ τὴν ὑπόστασή σου. Σὲ κάνει εὐαίσθητο, σοῦ χαρίζει παρηγοριά, ποὺ εἶναι ἀγάπη καὶ πλησμονὴ ζωῆς. Νιώθεις ὄχημα χαρᾶς, «σκεῦος ἐκλογῆς», δημιούργημα Ἀγάπης προαιωνίου, ποὺ σαρκοῦται ἐν χρόνῳ. Περνᾶς συνειδητὰ σὲ χῶρο καὶ χρόνο λειτουργικό. Ζεῖς «σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις». Ἡσυχάζεις, καὶ σιωπηλὰ ἢ κραυγαλέα δοξολογεῖς ἀέναα Αὐτὸν ποὺ εἶναι τὸ Α καὶ Ω, τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο στὸν κόσμο.

Στὸ τέλος καταλαβαίνεις ὅτι δὲν ὑπάρχουν παλαιοὶ ἢ νέοι. Ὑπάρχουν μόνο ἀληθινοί.
Ἔνας ἀληθινός Ἅγιος εἶναι ἀείζωος, ἄσχετα ἂν εἶναι παλαιὸς ἢ σημερινός, γραμματισμένος ἢ ἀγράμματος. Ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωντάνιας τοῦ Πνεύματος καταργεῖ τὶς ἀποστάσεις τοῦ χρόνου καὶ τὶς διαφορὲς τῆς «μορφώσεως». Διαπερνᾶ τὸ κτιστὸ καὶ ὁρατὸ μὲ τὴν ἄκτιστη χάρη, ἀκόμη καὶ τὰ ἱμάτια τοῦ Ἁγίου ἀνθρώπου ἀστράφτουν ὡς τὸ φῶς.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τιμῶνται καὶ γνωρίζονται ὡς οἱ μεγάλοι φωστῆρες ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν ὅτι «φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι».
Πλησιάζοντάς τους, βρίσκεις τὴν πηγαία προσφορὰ τῆς ἀλήθειας ποὺ ἐλευθερώνει. Βρίσκεις τὴ ζωή, τὴν εἰλικρίνεια, τὴν ταπείνωση, τὸν πλοῦτο τοῦ πνεύματος, τὴν καταξίωση, τὴν ἀνάνηψη τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ προσωπικότητός σου, τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὸν φωτισμὸ τοῦ ἀδιαφανοῦς, τὸ νόημα τοῦ ἀσημάντου, τὴ χάρη τῆς αἰωνιότητος ἁπλωμένη στὸ καθημερινὸ καὶ συνηθισμένο.

Οἱ Ἁγιασμένοι ὡς πλήρεις Χάριτος, κινοῦνται ἐλεύθερα, μιλοῦν προσωπικά, σκορποῦν εὐλογία, ἀνέχονται ὅλους (μέσα στὴν αὐστηρότητά τους), γνωρίζουν ὅλους μὲ τὴν ἀγάπη τους, ἀγαποῦν ὅλους ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶναι ἀγάπη, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑνός, τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη.
Δι’ αὐτῶν γνωρίζεις τὰ πάντα, γνωρίζεις ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ζεῖ τὴν ἀλήθεια ὡς κοινωνία ἀγάπης, τιμᾶ τὴν κοινωνία ὡς φανέρωση τῆς Τριαδικῆς Θεότητος, σέβεται τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο ἐν κοινωνίᾳ, ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς Λόγος «ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται … καὶ ἐν πᾶσι κατάγεται» καὶ διὰ τὸν πολὺ Αὐτοῦ ἔρωτα παίρνει τὰ πάντα, ὅσα ἐμεῖς ἔχομε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὰ πάντα, ὅσα Αὐτὸς ἔχει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κατ’ οὐσίαν ταυτότητα, γιὰ νὰ γίνουν οἱ πάντες υἱοὶ Θεοῦ καὶ θεοὶ κατὰ χάριν.
Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς κενῆς κτίσεως, τὸ μήνυμα τῆς ζωῆς ποὺ κηρύττουν μὲ τὴν ὕπαρξή τους οἱ Ἅγιοι. Φανερώνουν τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως καὶ διδάσκουν πῶς νὰ ζεῖς, νὰ γράφεις, νὰ διοργανώνεις.
Ἀφήνουν ὅλα νὰ κινηθοῦν ἐλεύθερα. Περιμένουν νὰ βρεῖς τὸν ρυθμό σου, νὰ βρεῖς τὸ δρόμο σου. Κρύβουν τὴν ἀρετή τους ἀπὸ συστολή, γνωρίζοντας ὅτι ὅλα τὰ ἀληθινὰ εἶναι ἄνωθεν δωρεὰ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς «ἕως ἄρτι ἐργάζεται» τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ παρηγορεῖται ἡ θλίψη τοῦ κόσμου καί νὰ μετατρέπεται σὲ ἀγαλλίαση.
Ἐζήτησαν πρῶτον τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τοὺς δόθηκαν δωρεάν. Δὲν εἶναι ἁπλῶς στοχαστές, ρήτορες, λογοτέχνες, ποιητές. Εἶναι ἐλεύθεροι, ἀληθινοί, αὐθεντικοί· εἶναι ἔνθεοι. Κινήθηκαν αὐθόρμητα. Ἐκφράσθηκαν εἰλικρινά. Ἀγάπησαν τὴν ταπείνωση. Δὲν ἔμαθαν, ἀλλὰ ἔπαθαν τὰ θεῖα. Τοὺς ἀλλοίωσαν. Τοὺς ἐθέωσαν.
Ἔγιναν ἀφορμὴ θεοφανείας καὶ συγχρόνως ἀληθινῆς ἀνθρωποφανείας. Καθένας μὲ τὸν προσωπικό του τρόπο φανερώνει τὴν ἴδια Ἀλήθεια, τί εἶναι καὶ τί μπορεῖ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος.

Οἱ Πατέρες πέτυχαν ὅλα «τὰ μεγάλα στοιχεῖα τὰ τὴν πίστην ὥσπερ κτίσιν συνιστῶντα».
Oἱ χριστιανοὶ, καὶ ἐπομένως καὶ ὅλοι ἐμεῖς, εἶναι οἱ ἐν δυνάμει ἅγιοι, διὰ τῶν ὁποίων συνεχίζεται ἡ ἁγία θεανθρωπίνη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, ἀποτελοῦντες ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ = τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ εἶναι σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καὶ μέλη μεταξύ των.
Ὅπου δὲ εἶναι οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων», ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ἐκεῖ καὶ ὅλος ὁ Κύριος ὁ Θεός, ἐν αὐτοῖς καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν («ὁ Θεὸς ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος», «Θεὸς ἐν μέσῳ θεῶν»)· ἐκεῖ καὶ ὅλη ἡ αἰωνία Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλη ἡ αἰωνία Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλη ἡ αἰωνία Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλη ἡ αἰωνία Ζωὴ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ «ὁ θάνατος οὐκ ἔστι ἔτι» ἐκεῖ, εἰς αὐτούς. Ἐνίκησαν κάθε θάνατον, κάθε ἁμαρτίαν, κάθε πάθος, κάθε δαίμονα, κάθε ἅδην. Ὅταν εἴμεθα μὲ αὐτοὺς κανένα εἶδος θανάτου δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς βλάψη, πολὺ περισσότερον νὰ μᾶς καταθλίψει, διότι οἱ ἅγιοι εἶναι σὰν ἀλεξικέραυνα κατὰ τοῦ θανάτου.
Καὶ κάθε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς βροντοφωνεῖ μὲ τὴν βιωτὴ του μαζὶ μὲ τὸν θεῖον Ἀπόστολον τὴν ἀλήθειαν: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. 2, 20), βιοῦντες τὴν πνευματικὴν χαράν, ὅπου δὲν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγός, ἀλλὰ «εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. 14,17).
Ἀλλὰ ἡ βιωτὴ τῶν Ἁγίων, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἀκόμη ἡ μοναδικὴ φανέρωση τῆς Παιδαγωγικῆς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μὲ ἀναριθμήτους εὐαγγελικοὺς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους διὰ τῆς μακραίωνος ἐμπειρίας, καταδεικνύεται πῶς διαπλάσσεται καὶ πῶς οἰκοδομεῖται τὸ τέλειον ἀνθρώπινον πρόσωπον, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, καὶ πῶς αὐξάνει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» εἰς Θεὸν κατὰ χάριν (Ἔφ. 4, 13), διὰ τῶν ἁγίων μυστηρίων καὶ τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη μᾶς βεβαιώνουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν ἁγίων μυστηρίων καὶ τῶν πρεσβειῶν τῶν Ἁγίων, ὅταν τὸ θελήσει, μεταμορφώνεται, χριστοποιεῖται.

Κατανικᾶ τὴν κάθε ἁμαρτίαν· τὸ κάθε πάθος· τὸν κάθε θάνατον· τὸν κάθε δαίμονα καὶ ἀπὸ ἕνας φίλαυτος, ἰδιοτελῆς, ὑπερήφανος, ἐμπαθῆς, κενόδοξος, ἀνελεήμονας, γίνεται ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς μετανοίας.
Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου εἰς θεάνθρωπον κατὰ χάριν διὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ μετάπλασίς του εἰς θεὸν κατὰ χάριν, εἶναι, κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων, τέχνη τεχνῶν, ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, φιλοσοφία φιλοσοφιῶν.
Εἰς τὸν γήινον κόσμον μας, ἡ μόνη ἄφθαρτος καὶ ἀνεκμηδένιστος, ἡ μόνη ἁγία καὶ ἀθάνατος πραγματικότης εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός· αὐτὸ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἂν εἴμεθα μετ’ Αὐτοῦ, ἂν ζῶμεν ἐν Αὐτῷ. Καὶ εἴμεθα μετ’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ διὰ τῶν ἁγίων μυστηρίων καὶ τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Ἄνευ Αὐτοῦ οἱ ἄνθρωποι εἶναι φαντάσματα, εἶναι ἕνας μῦθος, μία σκιά, ἕνα ὄνειρο, ποὺ τὸ διασκορπίζει ἡ κάθε ἁμαρτία, ὁ κάθε θάνατος, ὁ κάθε διάβολος.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, διὰ τῆς διδασκαλίας των καὶ τῆς ἁγίας βιωτῆς των, ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅλαι αἱ καθημεριναὶ ἀκολουθίαι της, αὐτὸ παραγγέλουν, διότι γέγραπται· «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Πετρ. 1, 15-16). Τὴν ἁγίαν ὅμως ζωὴν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν ζῶμεν μόνοι μας, ἀλλὰ πάντοτε «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», μὲ τὴν βοήθειαν καὶ τὴν καθοδήγησίν των, διὰ μέσου τῶν ἁγίων μυστηρίων καὶ τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Αὐτὸ ὁμολογοῦμεν καὶ ὑποσχόμεθα καὶ ἐμεῖς ὅλοι μας ὅταν ἀκοῦμε ἢ λέμε διὰ «τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα!» Ἀμήν! Ἀμήν! Ἀμήν!

Διασκευὴ κειμένων τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς καὶ τοῦ Φώτη Κόντογλου
ὑπὸ τοῦ π. Γεωργίου Καλατζῆ