Πνευματικά Κείμενα

Ἡ πραγματικότητα ποὺ ζοῦμε εἶναι καταπιεστική, πέρα ἀπὸ τὰ ὄρια, δηλαδὴ ζοῦμε μιὰ ἀνελεύθερη κατάσταση, ὁ καθένας ἀπὸ ἰδιαίτερες προσωπικὲς του συνθῆκες ποὺ τὸν καταπιέζουν, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς δυσερμήνευτες καταστάσεις ποὺ βιώνουμε ὅλοι μας.

Ὁ τρόμος ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς παρουσίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ὁ πόνος ἀπὸ τὶς εἰδήσεις γιὰ ἀσθένεια καὶ θανάτους τόσων ἀνθρώπων, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ γνωστῶν καὶ δικῶν μας προσώπων. Τὰ φυσικὰ φαινόμενα -ἀνεμοστρόβιλοι, σεισμοί, καταποντισμοί, τραγικὲς πλημμύρες.
Τὰ μέτρα ποὺ λαμβάνει ἡ πολιτεία στὸ ὃνομα τῆς προστασίας τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν, τοῦ συστήματος ὑγείας, τοῦ καθ’ ἑνὸς μας προσωπικά, εὔλογα καὶ ἀναγκαῖα μὲν, ἀλλὰ χωρὶς ἀμφιβολία περιορίζουν τὴν ἐλευθερία κινήσεως, δραστηριοτήτων, ἐκδηλώσεως συναισθημάτων, συμμετοχῆς στὴν κοινὴ λατρεία καὶ πλείστων ἄλλων ἀνελευθεριῶν καὶ ἀρνητικῶν συνεπειῶν π.χ. καταθλίψεων, οἰκονομικῶν προβλημάτων κ.ἄ.
Ἡ μὴ δυνατότητα πρόσβασης σὲ ὅλες τὶς εὐκαιρίες-δυνατότητες, γεγονότα εἴτε ἀπὸ τὸν πολιτειακὸ νόμο, εἴτε ἐκ λόγου οἰκονομικῶν, εἴτε ἐκ προσωπικῶν ἀδυναμιῶν.

Εἶναι πάρα πολλὲς οἱ περιπτώσεις, οἱ λειτουργίες τοῦ τούτου κόσμου, οἱ ὅποιες ἀνώτερες δυνάμεις καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐκφρασμένες, ποὺ μᾶς συνθλίβουν καὶ περιορίζουν ἤ τουλάχιστον αἰσθανόμεθα ὅτι μᾶς περιορίζουν, ὅτι μᾶς στεροῦν τὴν ἐλευθερία μας.
Ἐπομένως εἶναι μὲν πάντοτε ἐπίκαιρο τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἰδιαίτερα σήμερα ὅμως περισσότερο ἀπὸ ὅποια ἄλλη ἐποχή.

Εἶναι τόσες πολλὲς αὐτὲς οἱ ἀνώτερες δυνάμεις καὶ τόσο συντριπτικὲς ὅλες τους καὶ δὲν χρειάζεται ἰδιαίτερη ἱκανότητα γιὰ νὰ τὶς ψάξουμε/, μᾶς βρίσκουν μόνες τους.Ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ μᾶς συντρίβουν. Καὶ μέσα μας ἀκόμη ὑπάρχουν ἀνώτερες δυνάμεις, γιὰ παράδειγμα τὸ ἀσυνείδητο ποὺ μᾶς τσακίζει. Ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανελεύθερος καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, μὲ τὴν δυνατότητα νὰ φθάση στὸ καθ’ ὁμοίωσιν καὶ μὲ τὸ καθ’ ὁμοίωσιν νὰ λειτουργήσει τὸ αὐτεξούσιον, νὰ εἶναι κι αὐτὸς ἐλεύθερος.

Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο ὁλόκληρο ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν»· καὶ ναὶ μὲν εἶναι μηδαμινὸς μπροστὰ στὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ μηδαμινὸς ὑπάρχει, εἶναι πραγματικός καὶ εἶναι, καὶ πλασμένος νὰ εἶναι ὁ φίλος ὁ διπλανός τοῦ Θεοῦ, ὁ δεύτερος καὶ προορισμένος νὰ γίνει ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπική του ἐπιλογή. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὁ δεύτερος, δηλαδὴ ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, ὡς δυνατότητα ἐκλογῆς τοῦ «δεύτερου», εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ πλευρὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ δὲν καταργεῖται ποτέ. Ἐὰν νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι, στὴν ἱστορική τους ζωή, δὲν μποροῦν νὰ ἁμαρτήσουν καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, τότε δὲν καταλαβαίνουμε οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τὸν Θεό. Καὶ στὴν αἰώνια ζωή τους δὲν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τους, ἀλλ’ ἑνώνεται αὐτοπροαίρετα μὲ τὴ Θεία ἐλευθερία ποὺ εἶναι καὶ Ἀγάπη. Ἐξ ἀντιθέτου, καταλαβαίνουμε πόσο ἐπειράζοντο οἱ Ἅγιοι, ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ἐλευθερία τους ἔναντι τοῦ ἐαυτοῦ τους: πόσο θέλουν τὸν Θεὸ ἢ ὄχι;

Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι κατ’ ἀρχὴν θετική, ἔχει βεβαίως τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκλογῆς, τὴ δυνατότητα τῆς ἐκλογῆς -καὶ ποτὲ δὲν αἴρεται αὐτὴ- ὡς πλήρης, ὡς πραγματικὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ εἶναι πλήρωμα, πρέπει νὰ εἶναι ζωή, ἀγάπη μ’ ἄλλα λόγια.
Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία, τουναντίον τὴν οἰκοδομεῖ, τὴν ὁλοκληρώνει, τὴν πληρώνει, τὴν γεμίζει. Καὶ σ’ αὐτὰ τὰ ὁριακὰ ἐπίπεδα, σ’ αὐτὲς τὶς διαστάσεις μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει γιατί εἶναι τόσο σπουδαία ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
Ὁ Θεός εἶναι ἕνα πρόσωπο δρῶν, θελητικό, εἶναι παρὼν σὲ κάθε φάση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ πάντα «καλῶς λίαν».
Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτεξούσιος, θελητικός, πανελεύθερος, πανταχοῦ παρών, χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος, αἰώνιος, δρῶν-δημιουργικὸς-προνοητικὸς καὶ ὡς λέγουν οἱ Πατέρες, δημιουργεῖ καὶ τὸν ἄνθρωπο κατ’εἰκόνα Του.

Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ κι αὐτὸς πρόσωπο τὸ ὁποῖο εἶναι ζωντανό, ἔχει ὕπαρξη προσωπικὴ -τὸ πρόσωπο ἔχει μοναδικότητα- συνεπῶς εἶναι ἕνα ὃν θελητικὸ -θέλει- καὶ τελικὰ ἕνα ὃν το ὁποῖο εἶναι καὶ ἐνεργητικό, ἕνα ὃν τὸ ὅποῖο ἐνεργεῖ, δημιουργεῖ, δρᾶ, εἶναι αὐτεξούσιον.
Ἡ αὐθεντικότερη διατύπωση τῆς ἔννοιας τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἀρχέγονου χαρίσματος τοῦ αὐτεξουσίου. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, λένε οἱ πατέρες, εἶναι τὸ αὐτεξούσιο. Ὅπως ὁ Θεὸς θέλει καὶ ἐνεργεῖ παντελῶς ἀδέσμευτος, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ ἄνθρωπος πλασθεὶς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, ἐπλάσθη μὲ τὴν δυνατότητα νὰ εἶναι ἐλεύθερος, νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ δρᾶ καὶ νὰ θέλει, παντελῶς ἐλεύθερος.

Ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἀτομικὴ ἑπομένως καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἀτομική. Ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ ἔσω εἶναι μία ἐλευθερία ἡ ὁποία ἐκφράζεται ὡς σχέση-ἀγάπης, ὡς σχέση μὲ τὸ νὰ ὑπάρχει ὡς μία αἰώνια κοινωνία σχέσης-ἀγάπης, μέσα σὲ τρία πρόσωπα.
Πατὴρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι Πατὴρ ἐπειδὴ ἔχει Υἱό καὶ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς τὸ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον.
Ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔξω Του πάλι ἐνεργεῖται ὡς σχέση. Ὅτι ὁ Θεός ὅταν ἐξέρχεται ἔξω Του, δὲν ἐπέρχεται συντρίβοντας τὸν κόσμο. Ἀλλὰ δημιουργικὰ-προνοιακὰ-ἀγαπητικὰ πρὸς τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ὕπαρξή Του στὸν κόσμο, γίνεται αὐτὸ ποὺ δύναται ὁ κόσμος νὰ κατανοήσει δηλαδὴ ὅτι ἡ ἔξοδος τοῦ Θεοῦ εἶναι σχέση ἐνέργειας, στὴν δυνατότητα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπόλυτα εὐεργετική.

Ὁ Θεός ἐξερχόμενος δὲν πέφτει ὡς ἕνα ὑπέρτατο ὅν πάνω στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ φανερώνει τὸν Ἑαυτὸ Του καὶ κυρίως ἀνάλογα μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶναι κατανοητὰ στὸν καθένα ξεχωριστά.
Μεταβάλλεται σὲ πρόνοια τροφῆς, πρόνοια γάμου κοινωνίας, μεταβάλλεται σὲ θεραπεία, σὲ ἁγιασμό, μεταβάλλεται μὲ μιὰ ἀναλογία σχέσης. Ἡ κίνησις τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ ἔξω εἶναι μία ἀναλογία σχέση ἀγάπης. Πρὸς τὰ μέσα ἡ ἐλευθερία Του εἶναι ἐλευθερία Τῆς Ἀγάπης. Πρὸς τὰ ἔξω Του ἡ ἐλευθερία εἶναι ἐπίσης ἐλευθερία ἀγάπης. Ἐξηγεῖ τὸν Ἑαυτό Του ὁ Θεὸς καὶ ἡ μεγαλύτερη ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. Τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ μεγαλύτερη φανέρωση τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ὡς ἀναλογικὴ σχέση ἀπείρου ἀγάπης, πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο.

π. Πορφύριος: Θανάτου νέκρωσιν ἀπαρχὴ βιωτῆς αἰωνίου.
Μακρυγιάννης: Ἐγὼ πιστεύω σ’ αὐτήν.
π.Νικόλαος: - «Ἔνθα τῶν ἑορταζόντων ἦχος…» καὶ ἡ ἀπέραντος ἠδονή.
Ἐκφραστικὸ βιωματικὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ περιγραφὴ ἀπὸ ἕνα προσκυνητὴ-ἐπισκέπτη τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου γιὰ τὸ τί σημαίνουν τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο.

Σὲ μία συνάντηση μὲ τὸν Ἅγιο Πορφύριο, λέγει στὸν ἐπισκέπτη του:
-Ξέρεις τὸ τροπάριο ποὺ λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
-Ναί, γέροντα, τὸ ξέρω.
-Πὲς το.
Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν πατέρων Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον».
-Τὸ κατάλαβες; ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος.
-Ἀσφαλῶς τὸ κατάλαβα.
Νόμισα, πὼς μὲ ρωτάει γιὰ τὴν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μὶα ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καὶ μοῦ εἶπε:
Τίποτε δέν κατάλαβες, βρὲ Γιωργάκη! Ἐσὺ τὸ εἶπες σὰν βιαστικὸς ψάλτης… Ἄκου τὶ φοβερὰ πράγματα λέει αὐτὸ τὸ τροπάριο:
Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Γέννησή Του καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του δὲν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα ποτάμι, ἀπὸ ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπὸ μιὰ διώρυγα, ἀπὸ μιὰ λίμνη ἤ ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα χάος, ἀπὸ μία ἄβυσσο, ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὴν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος αὐτὸ τὸ Πάσχα, αὐτὸ τὸ πέρασμα. Ὁ Χριστὸς μᾶς πέρασε ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Γι᾽ αὐτὸ λέμε «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τὴν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τὸ κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τὴν «ἀπαρχὴ» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντὰ Του.

Μίλαγε μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε γιὰ λίγο καὶ συνέχισε πιὸ δυνατά:
–Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης, δὲν ὑπάρχει διάβολος. Τώρα ὅλα εἶναι χαρά, χάρις στὰ Χριστούγεννα καὶ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε καὶ μαζὶ Του ἀναστήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀναστηθοῦμε, νὰ ζήσουμε αἰώνια κοντὰ Του!
«Καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τὰ Χριστούγεννα καὶ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τήν δική μας.

Διέκοψε καὶ πάλι τὸν λόγο του. Ἀνέπνεα μιὰ εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.
-Μπορῶ νὰ σοῦ δώσω μιὰ συμβουλή; συνέχισε. Σὲ κάθε θλίψη σου, σὲ κάθε ἀποτυχία σου, σὲ κάθε πόνο σου, νὰ συγκεντρώνεσαι μισὸ λεπτὸ στὸν ἑαυτὸ σου καὶ νὰ λὲς ἀργὰ-ἀργὰ αὐτὸ τὸ τροπάριο. Θὰ βλέπεις ὅτι τὸ μεγαλύτερο πρᾶγμα στὴ ζωὴ σου -καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἐνανθρώπιση καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καὶ θὰ συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιὰ ποὺ σοῦ συμβαίνει εἶναι πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ χαλάσει τὴν διάθεσή σου.
Μοῦ ᾽σφιξε τὸ χέρι, λέγοντας:
-Σοῦ εὔχομαι νὰ «σκιρτᾶς» ἀπὸ χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τὸ χάος ἀπὸ τὸ ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστὰς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων».
(Ἕνας προσκυνητὴς τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου.)

Ἑὰν ὁ Θεὸς δρᾶ ἀναλογικὰ πρὸς τὸν κόσμο, τότε καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς κατ’ εἰκόνα πλασμένος μόνον μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μπορεῖ νὰ ἀσκήσει τὴν ἐλευθερία του, τὴ δικὴ του ἐλεύθερη ἐνέργεια, τὴ δικὴ του ἐλεύθερη θέληση. Νὰ καταλάβει τὸν Θεὸ ἀναλογικὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Θεός. Οἱ δύο ἀναλογίες σχέσεων, οἱ δύο ἐλευθερίες συναντῶνται καὶ ἔχουμε μία «συνεργία».
Τὸ θαῦμα πραγματώνεται σὲ αὐτὴ τὴν συνάντηση. Ὅταν συμβεῖ αὐτὴ ἡ συνεργία, ἡ συνάντηση τῶν δύο ἐλευθεριῶν, κανένας δὲν ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ἄλλον, οὔτε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι ὁ Θεός ἐλεύθερος, θελητικὸς καὶ ἐνεργητικός, ἀλλὰ σὲ ἀναλογικὴ σχέση ἀγάπης.

Ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερος ἐνεργητικὸς καὶ θελητικός, μόνον ὡς σχέση ἀγάπης. Ὄχι ὡς αὐθυπέρβαση μὲ τὴν ἔννοια ὅτι πετάει τὸν ἑαυτὸ του στὴν ἄκρη, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸν ἑαυτὸ του, τὶς ἐνέργειες τοῦ ἐαυτοῦ του, τῆς ὑπάρξεώς του τὶς χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ καταλάβει ἀναλογικὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ ἀναλογία σχέσεως ἐν ἐλευθερία, ὅπου ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ στὴν κυριολεξία ἕνα μοναδικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ πλέον ἀξιόλογον, ἀλλὰ καὶ πολὺ βαρύ. Δὲν εἶναι ὅμως μιὰ ἐλευθερία ἀτομική, ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του καὶ τελειώνει στὸν ἑαυτὸ του, εἶναι μιά ἐλευθερία μέσα σὲ σχέση. Τὸ θέλημα εἶναι πολὺ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἦταν μιὰ λέξη ἄγνωστη στὴν ἀρχαία φιλοσοφία. Δὲν χρησιμοποιεῖται ποτὲ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους, παρὰ μόνον ἀπὸ τοὺς ποιητὲς ποὺ μὲ τὸ «θέλημα» ἐκφραζόταν ὁ «καημός», τὸ δύσκολα πραγματοποιήσιμο.

Τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι μιὰ ἐπιθυμία στὸν ἄνθρωπο βαθειὰ ἄγνωστη, ριζωμένη βαθειὰ μέσα του, ποὺ ζητᾶ καὶ ἐπιθυμεῖ γιὰ κάποιο λόγο ὀρέγεται μέσα στὴν θλιβερότητα τῆς ὕπαρξής του.
Θέλει νὰ βρεῖ τὴν πλήρη ὀντότητα τῆς ὕπαρξης του, τὴν πληρότητα του. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει τὸν νεότερο ἄνθρωπο, εἶναι ὅλη ἡ φιλοσοφία περὶ ἐπιθυμίας καὶ ψυχανάλυσης, δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ, χωρὶς κι αὐτὸς νὰ ξέρει τί θέλει. Ἤ μᾶλλον δὲν ξέρει πῶς νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει, ἡ τραγικότητα τῆς ἐπιλογῆς τὶ νὰ ἐπιλέξει, ἐλευθερία αὐτοδικαίωσης οὐσιαστικὴ ἀνελευθερία ἤ ἐλευθερία ἀναλογικῆς σχέσεως, πραγματικὴ ἐλευθερία.

Πέρα ἀπὸ τὸ φυσικὸ θέλημα, λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὑπάρχει καὶ τὸ γνωμικὸ θέλημα. Τὸ γνωμικὸ θέλημα εἶναι τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιήσω ἐγὼ τὸ φυσικὸ θέλημα. Πῶς δηλαδὴ θὰ τὸ χρησιμοποιήσω, ποὺ θὰ τὸ πάω. Θὰ τὸ πάω στὸν Θεὸ καὶ θὰ πῶ, εἰ δυνατὸν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι αὐτὸ ἀληθινὴ ἐλευθερία αὐτὸ τὸ φυσικὸ θέλημα νὰ τὸ πράξω ἤ θὰ τὸ χρησιμοποιήσω μὲ ἕναν ἰδιοτελῆ τρόπο καὶ θὰ πῶ, ἐγὼ μόνος μου θὰ βρῶ τὴν πληρότητα αὐτὴ εἰς βάρος ὅλων τῶν ἄλλων; Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ θὰ ἐκπληρωθεῖ ὡς μία ἄρνηση, τῶν ἄλλων πραγμάτων-καταστάσεων (βλάβη στὴ φύση), τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αἰχμαλωτισθῶ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτὸ μου, ἤ θὰ ἐκπληρωθεῖ ὡς μία ἀναλογικὴ σχέση, ὡς σχέση ἀγάπης μὲ ὅλα καὶ μὲ ὅλους.

Εἴπαμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος ἀγάπη, ποὺ ἡ κοινωνία του μὲ τὸν Υἱὸ σημαίνει ὅτι προσφέρει ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του στὸν Υἱό. Καὶ ὁ Υἱὸς ξανὰ στὸν Πατέρα. «Ὅπου ὁ Πατὴρ ἐκεῖ καὶ ὁ Υἱός, ἐκεῖ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ ἐλευθερία ἡ δική μου, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἡ ὁποία, ἐὰν προχωρήσει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ της, εἶναι μιὰ ἐλευθερία εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιληφθοῦν ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ὁλόκληρος ὁ κόσμος, θὰ γίνει ὁμοούσια ἡ ἀνθρωπότητα μέσα μου, θὰ εἶναι μιὰ ἐλευθερία προσφερόμενη στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲν ὑπάρξει αὐτὴ ἡ μορφὴ ἐλευθερίας, τότε θὰ ἔχουμε μιὰ μορφὴ ἐλευθερίας τὴν ὁποία ἡ φιλοσοφικὴ παράδοση ὀνόμασε «θέληση γιὰ δύναμη». Θὰ εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἡ ὁποία θὰ σημαίνει ὅτι τὸ μοναδικὸ ὑποκείμενο στὴν ἱστορία εἶμαι ἐγώ καὶ μόνον.
Καὶ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ συντριβὴ ἐκ τῆς κίνησης πρὸς τὰ μέσα, ἡ παράνοια, καὶ ἐδῶ ἀρχίζουν ὅλα τὰ ψυχικὰ προβλήματα, ἐδῶ ἀρχίζει καὶ ἡ κατάθλιψη ἀκόμη, ἐδῶ εἶναι οἱ παραλογισμοί, ὁ πύργος τῆς Βαβέλ, οἱ πόλεμοι καὶ οἱ πανδημίες καὶ ποιὸ πέρα οἱ βιασμοὶ τῆς φύσης καὶ οἱ συνέπειές των, οἱ καταιγίδες καὶ οἱ καταποντισμοί.

Ἡ ἐλευθερία, ὅπως τὴ γνωρίζουμε ἐμεῖς, εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἡ ὁποία λέει ναὶ μένω στὸ ἀνθρώπινο θέλημα, λέει μόνον ναὶ στὴν πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης ματαιοδοξίας χωρὶς ἀναφορὰ στὴν πηγὴ τῆς ἐλευθερίας μας. Ἔρχεται ὁ Θεὸς καὶ μοῦ λέει κάνε τὴν μὲ τὸν δικὸ Μου τρόπο, ἀγαπητικὰ καὶ ἀναλογικά. Ἐγὼ τὴν ἐλευθερία μου τὴ χρησιμοποιῶ ὡς σχέση πρόνοιας καὶ ἀγάπης, ἀναλογικὰ μὲ σένα. Ἦρθα ὡς ἄνθρωπος. Κάνε καὶ ἐσὺ τὸ ἴδιο, χρησιμοποίησε τὴν ἐλευθερία σου ἀναλογικά, δηλαδὴ χρησιμοποίησε τὴν ἐλευθερία σου μὲ σύνεση ὡς σχέση δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης, ὡς ἄνοιγμα σεβασμοῦ στὴν κτίση καὶ συναλληλία πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Χρησιμοποίησε ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλεις, μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ ὠφελοῦνται ὅλα καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι.

Εἶμαι ἐπίσκοπος ἤ εἶμαι πρεσβύτερος, εἴτε εἶμαι κυβερνήτης, εἶμαι πολιτικός, εἶμαι δημοσιογράφος, εἶμαιστοχαστής, εἶμαι δάσκαλος, εἶμαι ἐργοδότης, εἶμαι ἁπλὸς ἐργαζόμενος. Αὐτὸ εἶναι ἕνα χάρισμα τὸ ὁποῖο ἔχω. Θέλεις νὰ εἶσαι ἐπίσκοπος ἤ ὅτι ἄλλο εἶσαι καὶ καλὰ κάνεις καὶ θέλεις. Τὸ θέλει καὶ ὁ Θεὸς. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἰδιοποιηθεῖς, ἤ τὸ ὅτι εἶσαι τὸ χρησιμοποιήσεις γιὰ σένα καὶ μόνον, σημαίνει ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν μπαίνουν ἐκεῖ μέσα. Εἶναι μιὰ ἐλευθερία, μιὰ χρήση τῆς ἐλευθερίας ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ μιὰ θέληση ἐρήμην. Εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἡ ὁποία σὲ κλείνει μέσα στὸ εἶναι σου. Σὲ κλείνει μέσα στὰ δεδομένα σου. Καὶ γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδιέξοδη ἡ ἐλευθερία σου. Ἐὰν ὅμως πεῖς ὅτι εἶσαι γιὰ νὰ καλλιεργήσεις τὰ χαρίσματα σου καὶ συγχρόνως καὶ τῶν ἄλλων, ὥστε νὰ συλειτουργεῖτε κυριολεκτικά, νὰ λειτουργήσεις ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ κατανοήσεις καὶ τοὺς ἄλλους ἀκριβῶς ὡς εἰκόνες Θεοῦ, ἀμέσως τότε ἡ ἐλευθερία σου γίνεται ἕνας τρόπος στὸ νὰ γίνεις παν-ἄνθρωπος, νὰ ἀποκτήσεις τὸ ὁμοούσιο, νὰ ἀγκαλιάσεις ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ σὲ ἀγκαλιάσουν.

Ἐνῶ ὲμεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχουμε μάθει σὲ αὐτὴ τὴ φίλαυτη χρήση τοῦ θελήματός μας, ἤ ἔχουμε μάθει νὰ μᾶς κόβουν τὸ θέλημα κάποιοι ἄλλοι τοὺς ὁποίους στὴ συνέχεια βέβαια μισοῦμε. Καὶ αὐτὸ τὸ μίσος εἶναι πολλὲς φορὲς τὸ ἴδιο ἤ καὶ περισσότερο καταστροφικὸ μὲ τὴ θέληση τοῦ ἄλλου γιὰ δύναμη καὶ ἐπιβολὴ.
Μὲ μιὰ ρητορικὴ ἐρώτηση μπορεῖ νὰ δηλωθεῖ ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἐλευθερία κατακτᾶτε ἤ δωρίζεται; Ἡ ἐλευθερία εἶναι αὐτοπροσφορὰ, δωρίζεται. Αὐτὸ τὸ δωρίζεται, τὸ προσφέρεται εἶναι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἐλευθερίας,μὲ τὸ νὰ ἀντιδωρίζεται, ἀντὶ νὰ διεκδηκεῖται.
Εἴπαμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ ἐλευθερία πρὸς τὰ ἔξω ἀναλογικῆς σχέσης πρόνοιας καὶ ἀγάπης. Λοιπόν, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς εἰκόνα Θεοῦ, βρίσκει τὸ δρόμο της στὸ νὰ γίνει μιὰ ἀναλογικὴ σχέση δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης μὲ τοὺς ἄλλους. Εἴπαμε ὅτι τὸ θέλημα δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ ἔχει ἁπλῶς τὴ δυνατότητα γιὰ νὰ γίνει ἤ θέλημα - ἐξουσία, κλείσιμο ἑπομένως στὸν ἑαυτό, ἤ νὰ γίνει ὄντως ἐλευθερία ὅπως εἶναι τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητική, ἀναλογικὴ, δίκαιη, εὐχάριστη, χαρίζοντας παντοῦ χαρὰ καὶ ὁ ἐνεργῶν νὰ ἀπολαμβάνει διπλὴ χαρά.

Ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς ταυτότητάς μας μέσα στὴν ἐκκλησία. Ἡ ἐλευθερία εἶναι οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅμως μὲ ἀρνητικὴ μορφή, ἐλευθερία Θεοῦ τιμωροῦ. Ἀλλὰ ἐλευθερία Θεοῦ ἀγάπης ἐπειδὴ παραχωρεῖ, παιδαγωγεῖ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ὀμορφαίνει, τὴν κάνει σοφία. Εἶναι ἐλευθερία ὡς ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἐνῶ εἶναι ἐλεύθερος δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ μὰ ποτὲ νὰ ἀρνεῖται τὸν Θεὸν καὶ νὰ μισεῖ τὸν συνάνθρωπο, ἡ ὄντως ἐλευθερία εἶναι μιὰ ἐλευθερία ἐνεργητική, μιὰ ἐλευθερία σχέσης, μία ἐλευθερία κατανόησης, μιὰ ἐλευθερία ἀγάπης.
Καὶ αὐτὸ πραγματώνεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία, στὴν Ὀρθόδοξη Θεία Κοινωνία μὲ τὸ κοινὸ ποτήριο στὴ Θεία Λειτουργία, καὶ μὲ τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος, ἀγαπῶντας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὄχι μόνον τοὺς φίλους, τοὺς ὁμοϊδεάτες ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη.

Διασκευὴ π. Γεωργίου Καλαντζῆ
ἀπὸ Κείμενα π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς καὶ π. Νικολάου Λουδοβίκου.