Πνευματικά Κείμενα

Κατά τούς ἁγίους Πατέρας «ἦν ποτέ -τό σύμπαν- ὅτε οὐκ ἦν», ὁ Θεός ἐποίησε πᾶν το ὁρατόν καί ἀόρατον, ὕλη δηλαδή καί πνεῦμα, «ἀρχήν τοῦ χρόνου καί τοῦ κόσμου».
Δέν νοεῖται ὁ χρόνος χωρίς τόν χῶρο, οὔτε ὁ χῶρος χωρίς τόν χρόνο.
Μέ τήν ζῶσα διαχρονική, ἀλάνθαστη ἀποκάλυψι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τό «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τήν γῆν», δηλαδή τό σύμπαν, τόν χῶρο καί τόν χρόνο, διακηρύσσονται καί ξεκαθαρίζονται πάρα πολλές ἀλήθειες.

Κάτ' ἀρχάς, διατρανώνεται τό ἀΐδιον, τό ἄχρονον καί ὑπερκόσμιον τοῦ Θεοῦ. Διότι, ἐφ' ὅσον ὁ Θεός ὑπῆρχε ὅταν ἔγινε αὐτό τό «ἐν ἀρχῇ», ἄρα εἶναι «πρό πάσης ἀρχῆς», δέν ἔχει δηλαδή χρονική ἀρχή καί τέλος. Αὐτό θά πῆ «ἀΐδιος». Ὁ Θεός στήν οὐσία ὄχι ἁπλῶς δέν ἔχει χρονική ἀρχή, ἀλλά εἶναι καί ἐκτός τοῦ χρόνου. Εἶναι ὁ μόνος ἐκτός χωροχρόνου Ὤν καί Ὑπάρχων. Καί προφανῶς ἦτο, εἶναι καί θά εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ κόσμου, ὡς ὑπάρχων πρό αὐτοῦ.

Ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος ἄκτιστος, ὁ μόνος ἀδημιούργητος. Ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος πού ὑπάρχει ἐλευθέρως καί ὄχι ἐκ τινός ἄλλης αἰτιότητος ἤ ἄλλης ἀνάγκης, ὅπως συμβαίνει μέ τά λογικά καί ἄλογα κτίσματα, τούς ἀγγέλους, τούς ἀνθρώπους καί τήν κτίσι, τά ὁποῖα ἦλθαν εἰς τήν ὕπαρξι μόνον ἀπό τήν ἀγάπη - ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
Ἄρα διαπιστώνεται ὅτι ὁ κόσμος εἶναι «καλός λίαν», εἶναι κτιστός, ἦλθε στήν ὕπαρξι ἀπό τήν ἀνυπαρξία λόγῳ μόνον τῆς θελήσεως τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, «ὁποῖος εἶπε καί ἐγενήθησαν (χρόνος – χῶρος – σύμπαν), τά ὁποῖα ἔχουν ἀρχή ἀπό τόν Θεόν, χωρίς νά εἶναι ἀπόρροια τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ (πανθεϊσμός).

Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης «ἡ μετάβασις ἀπό τό μή εἶναι εἰς τό εἶναι, εἶναι τροπή τίς κάθ' ἥν τό μή ὑπάρχον Θείᾳ δυνάμει φέρεται εἰς τό εἶναι». (τρέπομαι > τροπή).
Πρίν ἀπό τό «ἐν ἀρχῇ» τῆς Γενέσεως, δέν λαμβάνει χώραν καμμία μεταβολή, δέν συνεχίζει πρός τά πίσω, πρός τό παρελθόν, ἡ γραμμή τοῦ χρόνου, εἶναι κίνησις εὐθεία, πρός τά ἐμπρός.

«Τοῦ χρόνου βέβαια προηγεῖται ἡ πάντοτε παροῦσα ἄχρονος καί ὑπέρχρονος αἰωνιότης».
Ὁ χρόνος, λοιπόν, κάποτε ἄρχισε, «ἐν ἀρχῇ», ὅμως, κατά τήν Ἀποκάλυψι «ἔσται ὅτε ὁ χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. Ι΄, 6). Στόν μέλλοντα αἰῶνα θά εἶναι μία ἡμέρα ἀνέσπερος.

Γιά τό θέμα τοῦ χρόνου καί γιά τήν μέλλουσα ζωή λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στό κεφάλαιο πού ἀναφέρεται γιά τόν «αἰῶνα», τά ἑξῆς: «Αἰώνιος δέ ζωή καί αἰώνιος κόλασις τό ἀτελεύτητον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος δηλοῖ. Ἔσται δέ μία ἡμέρα ἀνέσπερος τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης τοῖς δικαίοις φαιδρῶς ἐπιλάμποντος τοῖς δέ ἁμαρτωλοῖς νύξ βαθεία ἀπέραντος», ὁ χρόνος τότε δέν θά ὑπάρχη.
Ἡ κτίσις ἤρχισεν, «καί ἦρκται καί οὐ παύσεται», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ χρόνος ἔχει ἀρχή καί τέλος καί δέν ἐξισοῦται μέ τήν αἰωνιότητα, ἡ ὁποία δέν ἔχει οὔτε ἀρχήν, οὔτε ἀλληλοδιαδοχήν καί οὔτε τό σύνολον τοῦ χρόνου συμπίπτει μέ τήν αἰωνιότητα».

Ὅταν λέμε ὅτι ἡ κτίσις θά διατηρηθῆ, ἐννοοῦμε, ἐπί τό ἀκριβέστερον, ὅτι θά μεταβληθῆ καί θά ἀνακαινισθῆ. Ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός: «Κάτ' ἀρχάς, σύ Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας καί ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσίν οἱ οὐρανοί. Αὐτοί ἀπωλοῦνται, σύ δέ διαμένεις καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεί περιβόλαιον ἐλίξεις αὐτούς καί ἀλλαγήσονται (καινούς οὐρανούς κ.λπ.). Σύ δέ ὁ αὐτός εἰ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι» (Ἑβραίους α΄10-14, β΄1-3, Ψαλμ. ρα΄).
Ὁ χρόνος μπορεῖ νά διαιρεθεῖ σέ τρία μέρη. Ἐπ' αὐτῶν, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Ἤ οὐχί τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τό μέν παρελθόν ἠφανίσθη, τό δέ μέλλον οὔπω πάρεστι, τό δέ παρόν πρίν ἤ γνωσθῆναι διαδιδράσκει τήν αἴσθησιν;». (Δηλαδή, «ἤ μήπως δέν εἶναι τέτοιος ὁ χρόνος, τοῦ ὁποίου τό παρελθόν ἐξαφανίσθηκε, τό μέλλον ἀκόμη δέν ἔχει ἔλθει καί τό παρόν, πρίν τό ζήσωμε, ἔχει ἀποδράσει ἀπό τήν αἴσθησί μας;»). Ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος Πατήρ, ὥσπου νά ἀναφέρωμε τήν λέξι «παρόν» ἀπό τό π μέχρι τό ν ἔχει φύγει στήν οὐσία τό παρόν.
Ὁ χρόνος ὑπάρχει καί εἶναι ἕνα σπουδαιότατο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ἔχει δοθῆ γιά πολλούς βέβαια λόγους, ἀλλά ὁ πρώτιστος λόγος δέν εἶναι τόσο γιά τήν καθημερινότητά μας, εἶναι γιά νά μεγιστοποιήσωμε, ἐντός τοῦ παρόντος χρόνου, ὁ καθένα μας, τήν προσωπική αἰωνία πνευματική ἀποκατάστασι καί σωτηρία μας. Αὐτή εἶναι ἡ κατ' ἐξοχήν ἀξία καί σημασία τοῦ χρόνου πού μᾶς ἔχει δοθῆ σέ αὐτήν τήν ζωή.
Εἶναι, δηλαδή, ὁ χρόνος καί ὁ χῶρος δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι ὁ Θεός δημιουργεῖ δέν εἶναι ἄνευ σκοποῦ. Ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες «Χρή γάρ, καί τόπος καί χρόνος τοῖς ἐνεργοῦσι», γιά νά προαγώμεθα πνευματικά.
Ἡ κτίσις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἄναρχης καί προαιώνιας ἰδέας καί ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἐνῶ ὁ Θεός χαίρεται τήν σωτηρία μας καί τήν πρόοδό μας, στήν οὐσία ὅμως δέν ἔχει καμμία ἀνάγκη αὐτῆς τῆς χαρᾶς. Γιατί ἄν τοῦ προσετίθετο κάτι, θά ἐσήμαινε ὅτι πιό πρίν κάτι τοῦ ἔλειπε, ἄρα δέν ἦτο τέλειος, ὅπερ ἄτοπον.
Ἡ μετάβασις ἀπό τό θεϊκό ἐννόημα – ἀπό τήν «θεϊκή σύλληψι» – εἰς τό ἔργον, εἰς τήν ἐκτέλεσι, δέν εἶναι μία πορεία ἐντός τῆς θείας ἰδέας, ἀλλά εἶναι μία ἐμφάνισις καινούργια, ἐξωτερική, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν δημιουργία παντός κτιστοῦ, πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ. Δηλαδή, ἀνθρώπων, ἀγγέλων καί ὅλης τῆς κτίσεως. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ ὁ,τιδήποτε κτιστό, παραμένουσα παντελῶς ὑπεράγνωστος καί ἀναλλοίωτος.

Λέγει ἡ Ἀποκάλυψις: «Ἰδού ἔστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τίς ἀκούση τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξη τήν θύραν, καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. Γ', 20). Μπορεῖ ὁ Θεός νά μᾶς συναντήση ὁποιαδήποτε χρονική στιγμή τῆς ζωῆς μας. Αὐτό εἶναι τό ζητούμενο καί τό εὐκταῖο.
Εἶναι ἀνάγκη πρό παντός ἄλλου νά τονισθεῖ ὅτι τό πιό σημαντικό γιά μᾶς εἶναι τό νά ἐπιθυμοῦμε πραγματικά, καί νά ἐπιτρέψωμε, ὁ ἄχρονος καί ἀκατάληπτος Θεός νά μπορεῖ νά μᾶς συναντήση.
Πρέπη νά μᾶς ἐνδιαφέρη ἡ μεταμόρφωσις τοῦ χρόνου πού μᾶς χαρίστηκε, νά μποροῦμε νά βιώσουμε ἐν χρόνῳ τόν Αἰώνιο, τόν Ἄχρονο ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο καί νά καταστοῦμε θεοί κατά χάριν.

Ὁ «συμπεπυκνωμένος χρόνος» τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ λεγόμενος «λειτουργικός χρόνος», ἐμπειρικά καί ὀντολογικά μᾶς εἰσάγει, σέ ἄλλες διαστάσεις, νά ἐναγκαλιζόμεθα μέ τήν ἄκτιστη Θεία ἐνέργεια. Διά τοῦτο ἔγινε ὁ Θεός ἄνθρωπος γιά νά γίνωμε ἐμεῖς θεοί κατά Χάριν, καί ἐπέρασε καί εἰσήχθη σαρκί θεληματικῶς μέσα στήν ἀνθρώπινη ταλαίπωρη ἱστορία μας.

Γι᾿ αὐτό καί ἡ περιθωριοποίησις καί ὁ περιορισμός τῆς θείας λατρείας καί τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν, μέ διάφορες ἔστω αἰτιολογημένες δικαιολογίες, στήν οὐσία εἶναι ἐπικίνδυνες ἐνέργειες, εἴτε γίνονται ἐν ἐπιγνώσει, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ.
Εἶναι φανερή ἡ σημασία καί ἡ ὠφέλεια ἀπό τή συμμετοχή μας στίς χριστιανικές ἑορτές, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται γιά νά προαγώμεθα πνευματικά, νά βιώνουμε τήν χριστιανική ψυχαγωγία, πού θά πῆ ἀγωγή καί πρόοδος τῆς ψυχῆς μας.

Καί νά μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ προαναφερθείς λειτουργικός χρόνος, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ τά πάντα -παρελθόν, παρόν καί μέλλον- ἕνα ἀδιάκοπο παρόν, ἕνα αἰώνιο «σήμερον», εἶναι μία ἀστήρευτος Ζωοδόχος Πηγή. Ὅταν λέμε «σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου», «σήμερον ὁ Δεσπότης πρός τό βάπτισμα ἐπείγεται», «σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου», δέν τό λέμε τυχαία, δέν λέγεται ποιητική ἀδείᾳ, οὔτε εἶναι ἕνα καλολογικό στοιχεῖο. Ἔχει τό νόημά του.
Ὅταν λέμε «σήμερον ὁ Δεσπότης κλίνει τόν αὐχένα χειρί τῇ τοῦ Προδρόμου» στά Θεοφάνεια, ἤ τήν Πεντηκοστή, ὅταν ψάλλωμε «παράδοξα σήμερον εἶδον τά ἔθνη πάντα», «σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον». Κατά ἀλήθειαν αὐτό τό «σήμερον» γιά τόν καθένα μας, εἶναι ἡ στιγμή τῆς συναίσθησις τῆς ἀποστασίας μας.

Αὐτό λοιπόν πού μᾶς ὠφελεῖ εἶναι ὅτι κάθε ὥρα καί στιγμή πρέπει ὅλοι μας νά βάζωμε νέα ἀρχή μετανοίας.
Ἡ ἀναβολή τῆς μετανοίας εἶναι ματαίωσις, ἡ δέ ματαίωσις καταστροφή. Κάποτε ἐξαντλεῖται ὁ χρόνος πού μᾶς δίδει ὁ Θεός. Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Ὅποιος ἀναβάλλει τά ἔργα τῆς μετανοίας, πορεύεται μετά πονηρίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Λένε οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι «ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα», δηλαδή πολύτιμος. Κάθε στιγμή τοῦ χρόνου ἔχει μοναδικώτατη ἀξία.
Ἡ ἀξία τοῦ χρόνου αὐτῆς τῆς ζωῆς ἐξαρτᾶται ἀπό τό πώς θά χρησιμοποιήσωμε τήν κάθε ὥρα καί στιγμή γιά τήν μέλλουσα ὑπέρχρονη ἀποκατάστασί μας. Ὅ,τι δὲν ἀντέχει στήν αἰωνιότητα εἶναι ἁμαρτία.

Εὔχομαι σέ ὅλους μας καλή καί καρποφόρα νέα χρονιά «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Ἐφεσ. Ε', 16), γιά προσοχή, προσευχή, νήψη, μετάνοια, καί τώρα καί πάντοτε καί ὡς τό τέλος τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας, διότι τά ἔργα τῆς μετανοίας ποτέ δέν τελειώνουν. Τό Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα τῆς Α΄ Κυριακῆς τῆς χρονιᾶς εἶναι πρόσκληση-προσταγή μετανοίας.
Καλή Χρονιά. Καλή Μετάνοια.

Ἐπιμέλεια Κειμένου π. Γεώργιος Καλαντζῆς
12/1/2021