Πνευματικά Κείμενα

Ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως - Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι Χριστὸς ὁ Κύριος

Χριστὸς Ἀνέστη! Καλησπέρα, σὲ ὅσους ἀκοῦμε, καὶ ἡ εὐλογία καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου σὲ ὅλους μας καὶ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη.

Ἔχουμε πολὺ ἀνάγκη ὅλοι μας, τὴν εὐλογία καὶ τὴν παρηγοριὰ τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, ἰδιαίτερα αὐτὸν τὸν καιρὸ ποὺ μικροὶ καὶ μεγάλοι ἐν ὑπεροχῇ ὄντας καὶ ὑποτασσόμενοι, ἀρνητὲς καὶ τεσταριζόμενοι, ὁμολογουμένως ὅμως πάντες ἐν ἀπορία ὑπάρχοντες, μὲ τὸ τί μέλλει γενέσθαι.
Νὰ ὁμολογήσω ἐξομολογούμενος, ὅτι αἰσθάνομαι ἑμαυτὸν παραπαίοντα στὴν ἀποστασία μου, ὅτι τὸν τελευταῖο καιρὸ δὲν ἀντέχω τὶς ἀντιφατικὲς πληροφορίες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀντιφατικοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχω, καὶ στὴν ἀδυναμία μου νὰ ἐπιμείνω στὴν προσευχὴ, ἀρκούμενος στὰ ἐλάχιστα τυπικὰ καὶ στὴ διατήρηση τοῦ καντηλιοῦ ἀναμένου, κατέφυγα ὡς καταφύγιον στὸ νὰ διαβάσω Κόντογλου.
Ἡ ὠφέλειά μου: ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἀπασχόλησα τὸ μυαλό μου - πρᾶγμα ἄκρως ἀπαραίτητον-, διαπίστωσα τὸ πόσο ἐπίκαιρος εἶναι, καὶ τὰ γραφόμενά του πόσο θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἀφυπνιστικὰ μηνύματα γιὰ ὅλους μας, ἐπισήμους καὶ ἰδιῶτες, μικροὺς καὶ μεγάλους.
Ἡ κατάσταση μας, ἡ ἀποστασία μας, ἡ διαφοροποίησις τοῦ φρονήματός μας, ἡ διάρθρωσις τῆς καθημερινότητός μας, ἡ ἀδυναμία μας, τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτό μας, οἱ ἐπικούρειες φιλοσοφίες μας, ἡ ἀδιαφορία μας γιὰ τὸ ἐγγὺς ἀλλὰ καὶ αἰώνιον μέλλον μας, ἀληθινὰ τρομάζουν.
Ἐνῶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μᾶς χάρισε τὴν αἰώνια ζωή, καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἀγάπης φανερώνεται καὶ προσφέρεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νὰ φωτίζει καὶ νὰ χαροποιεῖ τὸν κόσμο.
«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνιαׄ ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾖ ἐστερέωται».

Ἐμεῖς ὁ καθένας μας, ἄς διερωτηθοῦμε πόσο ἔχει κάνει προσωπικὸ καὶ ἀληθινὸ βίωμά του τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πόσο ὁ θάνατος καὶ οἱ δυσκολίες δὲν μᾶς τρομάζουν, δὲν μᾶς ἀπελπίζουν. Πόσο ἐμπιστευόμεθα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν στηριζόμεθα ἀκόμη, μόνον στὶς προσωπικὲς καὶ γενικώτερα στὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις, τὴν ἐπιστήμη, τὶς ἐφευρέσεις, τὰ προγράμματά μας, καὶ ἐπικαλούμεθα τὸν Θεὸν ἀπὸ συνήθεια καὶ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκη;
Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας, ὁ Ἀναστὰς Κύριος ὁ Ἄρτος ὁ Ζῶν, τὸ Ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον ποὺ χορταίνει καὶ ξεδιψᾶ τὴν ψυχή μας, εἶναι ἡ χαρὰ μας, ἡ ἀγαλλίασή μας «σκιρτήσατε λαοὶ καὶ ἀγαλλιᾶσθε» ἤ τρεφόμεθα καὶ ἀγαλλόμεθα μὲ τὶς λογῆς-λογῆς εὐχαριστήσεις τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ὅταν γιὰ κάποιον λόγο τὶς στερούμεθα, δυσανασχετοῦμε, παραπονιόμαστε, ἀπελπιζόμαστε;
Ἐμπιστευόμαστε τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μποροῦμε νὰ ποῦμε «δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν», ἄν ὄχι καὶ «εὐχαριστῶ Θεέ μου», ἀκόμη καὶ στὰ λυπηρά; Ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἱκανὸς κανένας ἰὸς νὰ μᾶς τρομοκρατεῖ παράλογα καὶ νὰ περιπαίζει τὶς ὅποιες ἀποτελεσματικὲς προσπάθειες προστασίας μας μὲ τὸ νὰ μεταλλάσσεται, καὶ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ ἀναφερόμεθα στὸν νικητὴ -ὄχι ἁπλῶς τῶν ὅποιων αἰτιῶν θανάτου, ἀλλὰ στὸ νικητὴ τοῦ θανάτου- ὄντας ἑνωμένοι μαζί Του, νὰ λιποψυχοῦμε, νὰ τρομοκρατούμεθα, νὰ πανικοβαλλόμεθα, νὰ κλεινόμαστε κυριολεκτικὰ στὸ καβούκι μας σὰν τὶς τρομαγμένες χελῶνες, ἀκίνητοι καὶ ἀμίλητοι, μὲ θρήνους μόνον ἀπελπισίας καὶ ὄχι δάκρυα μετανοίας, μὲ οἶστρους ἀκολασίας καὶ ὄχι μὲ αἶνους ἱκεσίας καὶ δοξολογίας· νὰ ἐξαντλούμεθα ἀλληλοταλαιπωρούμενοι καὶ ἀλληλοκατηγορούμενοι, χωρισμένοι σὲ ἀρνητὲς καὶ ἐμβολιασμένους... Οὐαί τῆς ἀποστασίας μας!

Σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση εὑρισκόμενος, ἕνα κείμενο τοῦ Κόντογλου, μοῦ ἔδωσε ἀφορμὴ, νὰ δῶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ τὴν γενικότερη κατάσταση τῆς ἐποχῆς μας· μὲ ἄγγιξε ἰδιαίτερα, καὶ θέλω αὐτὸ τὸ ἄγγιγμα νὰ τὸ μοιραστῶ μαζί σας.

Μιλάει γιὰ τὴν καινούργια γλῶσσα τοῦ μηνύματος τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ποὺ «ξενίζοντά τινα» εἰσφέρει εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν, τῶν ἀλλοτριωμένων καὶ ἀποστατῶν.
Ἄς ἐπικαλεσθοῦμε τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων Πατέρων ποὺ γιορτάζουν αὐτὴν τὴν ἐβδομάδα, νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν ἀποστασία, τὴν ἀλλοτρίωση μας καὶ τὸ βόλεμά μας, ὥστε τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα νὰ μὴ μᾶς φαίνονται ξενίζοντα. Λέει λοιπὸν ὁ Φώτης Κόντογλου, ὄντας πραγματικὴ συνέχεια τῶν Κολλυβάδων μαζί μέ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδη, ὅτι:

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, αὐτὸς ὁ πολύπαθος κι ἀκούραστος κήρυκας τοῦ Χριστοῦ, ἤτανε σπουδασμένος στὴν κοσμικὴ σοφία, μὰ σὰν πῆρε τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ, ταπεινώθηκε, ξεπέρασε τὴ σπουδή του, καὶ ἔγινε σὰν ἀγράμματος. Γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν», γιατὶ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ κάνει ἁπλὸν (τὸν ἄνθρωπο) καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λογαριάζει ὁ κόσμος γιὰ ἀνόητον, γιὰ «μωρόν».
Γιὰ τέτοιον τὸν λογαριάσανε τὸν μακάριο Παῦλο οἱ τετραπέρατοι φιλόσοφοι καὶ λογοκόποι Ἕλληνες, τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθε στὴν Ἀθήνα καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὸν Ἄρειο Πάγο. Μ’ ὅλο ποὺ ἤτανε σπουδασμένος κι αὐτός, κι ἤξερε τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, φάνηκε σὰν νὰ μιλοῦσε σὲ ἄλλη γλῶσσα, καὶ δὲν τὸν καταλαβαίνανε οἱ στωικοὶ κι οἱ ἐπικούρειοι, ἐπειδὴ οἱ Χριστιανοὶ ἀληθινὰ μιλοῦνε κάποια καινούρια γλῶσσα, ὅπως εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ ἐκείνους ποὺ θὰ πιστέψουνε σ’ αὐτόν: «ἐν τῷ ὀνόματί μου γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς» (Μάρκ. ιστ΄, 17).
Σὰν τὸν πήγανε λοιπὸν στὸν Ἄρειο Πάγο, γιὰ νὰ μιλήσει, ἀπὸ τὰ λίγα λόγια ποὺ τοὺς εἶπε, νοιώσανε κάποια ἀλλοιώτικη μυρουδιὰ ἀπὸ τὴ συνηθισμένη τους, καὶ λέγανε: «Τίς ἡ καινὴ αὕτη, ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή; Ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν». «Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ καινούρια διδασκαλία ποὺ διδάσκεις; Γιατὶ κάποια πράγματα παράξενα κι ἀσυνήθιστα φέρνεις στ’ αὐτιά μας».
Στὴν ἀρχὴ τὸν ἀκούγανε καὶ κάνανε ὑπομονή, ἄν καὶ ἔλεγε κάποια πράγματα πολὺ θρησκευτικά, ποὺ δὲν ταιριάζανε μὲ «τὸ ἐλεύθερο πνεῦμα» τους, μὰ μόλις ξεστόμισε τὰ λόγια «ἀνάστασις νεκρῶν», ξεσπάσανε ἐκεῖνοι «οἱ λάτρεις τῆς λογικῆς»... «Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν, οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον: Ἀκουσόμεθά σου καὶ πάλιν».

Ὅλοι οἱ ἄπιστοι καὶ ὅλοι οἱ ἀποστάται τῆς χάριτος τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὡς ἴσως καὶ ὅλοι ἐμεῖς, ὅσοι εἶναι κολλημένοι στὴν ὑλικὴ γνώση, σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ σὲ κάθε φυλή, λένε τὰ ἴδια σὰν ἀκούσουνε τὰ ἀποκαλυπτικὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ περιπαίζουνε ἐκεῖνον ποὺ τὰ πιστεύει καὶ τὰ λέγει.
Γράφοντας στοὺς Κορινθίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ, γιὰ μὲν τοὺς χαμένους εἶναι ἀνοησία, ἀλλὰ γιὰ τοὺς σωσμένους εἶναι δύναμη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ εἶναι γραμμένο «ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω». Ἐπειδὴ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι σημεῖο (θαῦμα) ζητοῦνε, καὶ οἱ Ἕλληνες σοφία ζητοῦνε, ἀλλὰ ἐμεῖς κηρύχνουμε Χριστὸ σταυρωμένον, ποὺ εἶναι γιὰ μὲν τοὺς Ἰουδαίους σκάνδαλο, γιὰ δὲ τοὺς Ἕλληνες ἀνοησία, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ τοὺς κάλεσε ὁ Θεός νὰ τὸν γνωρίσουνε, κηρύχνουμε τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι Θεοῦ δύναμη καὶ Θεοῦ σοφία. (Α΄ Κορινθ. α΄, 18).
Γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ ὅλους τοὺς ὀρθολογιστές, ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἤτανε μωρία (ἀνοησία). Πῶς νὰ καταλάβουνε, ἀφοῦ ὁ Χριστός κι ὅσοι τὸν πιστέψανε μιλᾶνε μιὰ γλῶσσα παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη γιὰ τ’ αὐτιὰ τοῦ κόσμου, μιὰ γλῶσσα καινούρια, «γλῶσσαν καινήν», ἕνα ἄλλο ἦθος ζωῆς ποὺ περιγράφεται σ’ ἕνα σημαντικὸ κείμενο στὴν Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολή.

Ἀκόμη καὶ ἐμεῖς οἱ ὑποτιθέμενοι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, εὑρισκόμεθα στὴν ἴδια κατάσταση, τὸ ἴδιο παράπονο ἐκφράζουμε, γιὰ τὴν γλῶσσα τῆς λατρείας καὶ τὶς νηστεῖες, γιὰ τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας σὲ κάποια θέματα περὶ ἐγκρατείας, περὶ τεκνογονίας, περὶ συμπεριφορῶν, περὶ διακρίσεως, περὶ εἰλικρινείας.
Οἱ ἄνθρωποι ψάχνανε νὰ βροῦνε τὴν ἀλήθεια μὲ συλλογισμούς. Ἐνῶ μὲ τὸ μυαλὸ δὲν βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ μὲ τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπό τοῦ πατρός μου. Καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ, οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱός καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄, 27).
Ἡ καθημερινότητά μας, οἱ πρῶτες εἰκόνες, οἱ πρῶτες πληροφορίες, οἱ πρῶτες αἰσθήσεις ποὺ προσφέρουμε στὰ παιδιά μας καὶ τρεφόμεθα καὶ ἐμεῖς, εἶναι τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἡ δυναμικὴ τους δὲν ἀναφέρεται πέραν τοῦ παρόντος κόσμου.

Τώρα, οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ μυαλὸ τους ψάχνουνε νὰ βροῦνε τὸν Θεό, μὰ δὲν βρίσκουνε τίποτα, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μὲ τοὺς συλλογισμούς καὶ μὲ τὶς ἐμπειρίες τοῦ κόσμου. Γιά τοῦτο εἶπε ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: «Ἐμφανὴς ἐγενήθην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν» (Ἡσ. ξε΄, 1). «Φανερώθηκα σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν μὲ ρωτοῦνε ἄν ὑπάρχω, καὶ βρέθηκα ἀπ’ ἐκείνους ποὺ δὲ μὲ ζητοῦνε μὲ πονηρὸ ψάξιμο». Δηλαδὴ φανερώνεται σὲ ἐκείνους ποὺ ἀνοίγονται πέραν τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ φιλοσοφία εἶναι πονηρὴ περιέργεια τοῦ μυαλοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν ἔλεγε «κενὴν ἀπάτην».
Κι ἄλλη φορά, στοὺς Φαρισαίους, ποὺ τὸν ρωτήσανε πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀποκρίθηκε: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως» (Λουκ. ιζ΄, 20).
Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πὼς οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ «μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας, αἰνοῦντες τὸν Θεόν» (Πράξ. β΄, 46). Αὐτὴ ἡ «ἀφελότης τῆς καρδίας» χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ πάρει τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, «εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν Αὐτὸν καί εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἡμῶν ἑκάστου ὑπάρχοντα» (Πράξ. ιζ΄, 27).
Καὶ ὅμως, ἄν καὶ βρίσκεται ὁ Θεός κοντὰ στὸν καθένα μας, δὲν τὸν βρήκανε τὸν ἀληθινὸ Θεό, «τὸν Θεὸ τὸν ζῶντα», ἀλλὰ πήρανε γιὰ Θεὸ ἕνα εἴδωλο τῆς φαντασίας τους. Γιατὶ δὲν θελήσανε νὰ τὸν γνωρίσουνε μὲ ταπείνωση καὶ μὲ καθαρὴ καρδιά, ποὺ μόνο ἔτσι γνωρίζεται ὁ ἀληθινός, ὁ ζῶν Θεός, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐγωισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐρευνᾶ καὶ ποὺ ἔχει πεποίθηση στὴ λογική του, ὁπόταν ἀποκαλύπτεται εἴδωλο ἀνθρώπινης φαντασίας, ὡς Θεός.

«Ἡ κοσμικὴ γνώση δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος ἀπὸ λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας». Ἡ ἀλήθεια ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός, δὲν βρίσκεται μὲ τὸ μυαλό. Δὲν καταλαβαίνεται, ἀλλὰ πιστεύεται.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης λέγει: «Γνωρίζει τὴν ἀλήθεια ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔνοιωσε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του καὶ ποὺ μ’ αὐτὴ ξεσκεπάζονται τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου. Τὶς ἄλλες, τὶς λεγόμενες γνώσεις τῆς ἀλήθειας, πρέπει νὰ τὶς ὀνομάζει κανένας βεβαιώσεις νοημάτων κι ἀποδείξεις τῶν πραγμάτων. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὸ ποὺ λένε ἀλήθεια οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ περιγραφὲς μόνον τῶν φαινομένων καὶ τῶν πραγμάτων. Πραγματικὴ ὅμως γνώση τῆς ἀλήθειας εἶναι τὸ νὰ αἰσθανθεῖς τὴ Χάρη τοῦ θεϊκοῦ φωτισμοῦ καὶ μ’ αὐτὴ νὰ νοιώσεις τὴν Ἀλήθεια, τὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἐντὸς σου, τὴν κατάσταση αὐτὴ ποὺ εἶναι δῶρον.
Τὴν πραγματικὴ Ἀλήθεια ὁ Κύριος τὴν παρομοίασε μὲ θησαυρό κρυμμένον, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη. Ἀλλά, τούτη τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὴ φώτισε ἡ ζωογόνα ἀκτῖνα τοῦ θεϊκοῦ φωτός, ὁ Χριστὸς δὲν τὴν περιέγραψε, μήτε τὴν ἐξιστόρησε ὅπως ἐξιστοροῦμε ὅλα τὰ πράγματα, γιατὶ εἶναι μακριὰ ἀπὸ κάθε περιγραφή, ἐπειδὴ τὰ λόγια εἶναι ἀνίκανα νὰ τὴν ἐκφράσουνε.

Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς εἶναι ἕνα προοίμιο τῆς μέλλουσας μακαριότητας, ἕνας «ἀρραβῶνας». Ἔτσι τὴν ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας στοὺς Κορινθίους: «Ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Β΄ Κορινθ. α΄, 21).
Κι αὐτὴ ἡ βεβαιότητα κι ἡ σιγουριὰ ποὺ παίρνει μέσα του ὁ Χριστιανὸς ὁποὺ φωτίσθηκε καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ μ’ ὅλη τὴ δύναμή του, τοῦ δίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ πνευματικὴ ἀγαλλίαση ἀνέκφραστη, γιατὶ ἡ βεβαιότητα ζωοποιεῖ, ἐνῶ ἡ ἀμφιβολία θανατώνει.
Βλέπεις τί σιγουριὰ δίνει στὸν ἄνθρωπο ἡ ἀληθινὴ πίστη στὸν Χριστὸ, καὶ τὸ νὰ νοιώσει μέσα του τὴ βεβαιότητα τοῦ Θεοῦ; Καὶ ὅμως, ὕστερ’ ἀπὸ τόση βεβαιότητα, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν περιγράψει, παρὰ μονάχα τὴν αἰσθάνεται. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Κύριος: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως». «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔρχεται μὲ παρατήρηση, μὲ ἐξακρίβωση», δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐξακριβώνουμε καὶ ἐλέγχουμε τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ τὰ σαρκικὰ συναισθήματά μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ γιὰ κάποιον ἄνθρωπο (γιὰ νὰ μὴν πεῖ πὼς εἶναι ὁ ἑαυτός του), πὼς ἁρπάχθηκε στὸν Παράδεισο καὶ πὼς ἄκουσε κάποια λόγια ἀνείπωτα ποὺ δὲν μπορεῖ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἐκφράσει μὲ τὴ γλῶσσα: «καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἅ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορινθ. α΄, 3). Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι.

Ἡ ψυχὴ κι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι βαθειὰ κι ἀνεξερεύνητη «ἄβυσσος», ὅπως λέγει ὁ Δαυίδ, κι ἄς μὴν τὸ καταλαβαίνουνε οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς. Πίστεψε πὼς ἡ ψυχή σου εἶναι ἀπερίγραπτη καὶ πὼς εἶναι ἀθάνατη. Τὸ κορμὶ εἶναι πρόσκαιρο, καὶ τὰ πάθη κι οἱ ἀνάγκες του μποδίζουνε τὴν ψυχὴ νὰ νοιώσει καλὰ τὸν ἑαυτό της. Οἱ βαριοὶ ἀτμοὶ ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὴ σάρκα, θολώνουνε καὶ σκοτεινιάζουνε τὸν ἥλιο ποὺ ἀνατέλλει μέσα μας μὲ τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ.

Ἕνας ἅγιος ἀσκητὴς λέγει: «Οἱ ψυχές, ἐνόσῳ εἶναι μολυσμένες καὶ σκοτεινές, δὲν μποροῦνε νὰ δοῦνε ἡ μιὰ τὴν ἄλλη...»
Ἄν πιστέψεις πὼς ἀληθινὰ δὲν γνωρίζεις τί κρύβεται στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ σου, γιατὶ ποτὲ δὲν τὸν ἀναμόχλεψε ἡ φωτιὰ τῆς πίστης, ἀλλὰ κοιμᾶται βυθισμένος σ’ ἕνα λήθαργο θολὸν καὶ βαρύν, τότε θὰ δώσεις προσοχὴ σὲ κάποια πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ νοιώσει ἡ καρδιά σου. Ἄν διώξουμε -ἄς εἶναι καὶ γιὰ λίγο- τὶς πολυμέριμνες καὶ τὸν λήθαργο ποὺ μᾶς πλακώνουν καὶ ζήσουμε μὲ ἡσυχία, μὲ μοναξιά, μὲ διάβασμα, μὲ ἀφελότητα καρδίας, μὲ προσευχὴ, μὲ ἀναζήτηση πραγμάτων πέραν τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἄμα ξαλαφρώσει τὸ κορμί μας ἀπὸ τὰ πάθη καὶ καθαρίσει λίγο τὸ πνεῦμα μας, θὰ νοιώσουμε -ἄς εἶναι καὶ γιὰ λίγο- πώς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ κάποια σπουδαιότερα πράγματα καὶ τότε θὰ αἰσθανθοῦμε μιὰ ζωηρὴ ἐπιθυμία νὰ μὴν τελειώσει ὡς ἐδῶ ἡ ζωή μας, θὰ νοιώσουμε αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε πλασμένοι: γιὰ ἄρχοντες, γιὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, γιὰ αἰωνιότητα.
Ὁ Θεός, ὁ δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τοῦ παντός, ὁ ἀκατανόητος μὰ ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν νοιώσει κάθε ἄνθρωπος κοντά του καὶ μέσα του, ὁ παντοδύναμος μὰ καὶ μαζὶ πανάγαθος καὶ πανεύσπλαγχνος Θεός, ὁ Α καὶ ὁ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, «ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ», Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς, ὁ συναναστήσας καὶ πάντας ἡμᾶς.

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ἡ θαυμαστὴ σκάλα ποὺ μ’ αὐτὴ μπορεῖς νὰ φτάξεις ὡς Ἐκεῖνον, καὶ μὲ ὅλο ποὺ εἶναι φοβερὸς καὶ παντοδύναμος, σὲ ἀγαπᾶ ὅσο δὲν παίρνει, ὅποιος καὶ ἐὰν εἶσαι, ὅπως καὶ ἐὰν εἶσαι, ἄν μονάχα ἐσὺ θελήσεις νὰ νοιώσεις τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει γιὰ σένα.
Ἄν ὅμως ὁ βαρύς ὕπνος τῆς σάρκας σὲ ἔχει τυφλώσει καὶ παραμένεις θησαυρίζων θησαυροὺς μόνον ἀπάνω στὴ γῆ, ὅπου ὁ σκόρος κι ἡ βρωτίδα τοὺς τρώγει κι ὅπου οἱ κλέφτες ἀνοίγουνε τὶς κάσες καὶ τοὺς κλέβουνε, θὰ παραμένεις γνώστης μόνον πνευματικῆς νέκρας.
Ἐνδιαφέρσου ν’ ἀποχτήσεις θησαυροὺς στὸν οὐρανό. Γιατὶ ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός μας, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδιά μας».
Ἄνθρωπε ἄνω βλέψε, ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς μᾶς περιμένει ὅλους μὲ ἀνοικτὴ ἀγκαλιὰ, πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.

Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς