Πνευματικά Κείμενα

Περὶ τοῦ χρόνου τῆς τελετῆς τῆς Ἀναστάσεως
Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα!

Δὲν ἔχει μεγάλη σημασία ἐὰν ἡ Ἀνάσταση ἔγινε στὶς 21:00 ἢ στὶς 24:00 ἢ στὶς 5:00 τὸ πρωΐ, ἀλλὰ ἐὰν ἡ Ἀνάσταση, γιὰ τὸν κάθε ἱερέα, γιὰ τὸν κάθε πιστό, ἦτο ἑορτὴ καὶ θεῖος ἔρως, τὸ γεγονὸς «τῆς ἄλλης βιοτῆς», τὸ ξεπέρασμα τοῦ ἀκριτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ παλεύει ὁ Διγενὴς-ὁ καθένας μας μὲ τὸ χάρο στὰ μαρμαρένια ἀλώνια.
Ἄν «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ θάνατος κατήργηται» καὶ ἐπομένως καὶ κάθε φόβος καὶ κάθε διχογνωμία. Ἂς εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας βίωμα «Αὔτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασόμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» γιὰ νὰ μὴν παραμένουμε «ἀνέορτοι καὶ ἀνέραστοι», παραπονούμενοι καὶ διχογνωμούμενοι, ὁπόταν καὶ τὶς τελετές μας καὶ τὰ πανηγύρια μας καὶ τὶς εὐχές μας, βδελήσεται ὁ Θεός.

Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς

Οἱ ἑορτὲς εἶναι εὐκαιρίες γιὰ ἀνείπωτη χαρὰ, ὁλοκλήρωμα ἀγάπης καὶ εὐκαιρίες γιὰ ἀφύπνιση καὶ ἄγγιγμα γιὰ τὸν καθένα μας νὰ πάρη τὴν μεγάλη ἀπόφαση!!!
Τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία τὴν μεγάλη δεσποτικὴ ἑορτή τῆς «Μεσοπεντηκοστῆς» ποὺ μὲ τὸ ἐπίσημο τυπικὸ της, τὰ ἐκλεκτά της τροπάρια καὶ τοὺς διπλοῦς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καὶ τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μὲ τὰ ἀναγνώσματά της καὶ τὴν ἐπίδρασί της στὶς πρὸ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν Κυριακὲς καὶ μὲ τὴν παράταση τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρες, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο της ὡς Δεσποτικὴ ἑορτή.

Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἡμέρα ἀπὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἡ 25η πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς σημαίνεται εἰς τὸ παρὸν τροπάριον τοῦ ἑσπερινοῦ:
«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν, τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων Ἐγέρσεως (Ἀναστάσεως) Πεντηκοστῇ δὲ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων, καὶ λάμπει τὰς λαμπρότητας ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα καὶ ἑνοῦσα τὰς δύο καὶ παρεῖναι τὴν δόξαν προφαίνουσα τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».
Χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχῃ δικὸ της θέμα συνδυάζει τὰ θέματα, τοῦ Πάσχα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ᾽ ἑτέρου καὶ «προφαίνει» τὴν δόξαν τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ ἑορτασθῇ μετὰ ἀπὸ 15 ἡμέρες, ὁ Χριστὸς σὰν Μεσσίας – μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, «μεσίτης καὶ διαλλάκτης ἡμῶν καὶ τοῦ αἰωνίου Αὐτοῦ Πατρός».

Κάθε ἑορτή, κάθε ἀκολουθία, κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἕνα προσωπικὸ κάλεσμα-πρόσκληση γιὰ τὸν καθένα μας γιὰ προσωπικὴ συνάντηση μὲ τὸν Χριστό...

Ὅταν βαπτίζεσαι, ὅταν λειτουργεῖσαι, ὅταν παθαίνεις τὰ θεῖα, ὅταν ἐνδύεσαι τὸν Χριστὸν καὶ ὑπακούης στὸ θέλημά Του, τότε πορεύεσαι γιὰ τὴν ἄφατη χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι, ἔστω καὶ ἄν περάσης ἀτέλειωτα βάσανα καὶ ἀπρόσμενους πειρασμούς. «Τῆς χαροποιοῦ κατὰ Θεὸν ζωῆς, πάντα λυπηρὰ καὶ ἐπίπονα».

Ὅταν νοιώσης τὴν πρόσκληση, ὅταν συναντηθῆς μὲ τὸν Χριστὸν, ὅταν πραγματικὰ λειτουργηθεῖς, ἄν συνειδητὰ πῆς «ἃς γίνη τὸ θέλημά Σου, Θεέ μου, ὅ,τι κι ἄν μοῦ στοιχίση», τότε ἀλλάζεις ὅλος. Ἐνδύεσαι τὸν Χριστό. Ἀκινητεῖς. Μένεις ἐνεός. Γεμάτος ἔκπληξι. Μὲ τὸ νὰ εἶσαι ὅλος μιὰ αἴσθησι. Εὐφραίνεσαι, περιφρονούμενος. Χαίρεσαι, ὑποτιμούμενος. Καὶ βοηθεῖσαι, διαγραφόμενος.
Ἀξιολογεῖς τὰ πάντα διαφορετικά. Βρίσκεις τὸν πλοῦτο, τὴ δόξα καὶ τὸν παράδεισο ἐκεῖ ὅπου ἄλλοι βλέπουν τὴ συμφορὰ καὶ τὴν κόλαση.
Παραδίδεσαι στὸν «Λόγο» καὶ στὴν «Ἀκτινοβολία» ποῦ ὑπέστης καὶ ὑφίστασαι διαρκῶς μὲ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ «ἐμπειρία» καὶ τὸ γεγονὸς ποὺ σοῦ συνέβη, ποὺ τὴ δέχτηκες προσωπικά καὶ σὲ σφράγισε, ὡς «σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου».
Ἔκτοτε κυκλοφορεῖς διαφορετικά. Κουβαλᾶς τὴν «ἐμπειρία», παίρνεις ἄλλη ἀγωγή. Δὲν μπορεῖς νὰ αὐθαδιάζης, δὲν μπορεῖς νὰ αὐτοσχεδιάζης, νὰ κάνης ὅ,τι σοῦ κατέβη.

Μέσα στὸ κλίμα τοῦ νέου «νόμου», τῆς θείας ἀγάπης, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, ὁ ἄνθρωπος ποῦ ἔμαθε νὰ ζῆ μὲ τὸ νὰ προσφέρεται, ἡρεμεῖ, γαληνεύει, δυναμώνει, ξανανιώνει. Δὲν τελειώνει ἡ ἡμέρα, δὲν νυκτώνει, ἀλλὰ ξημερώνει. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ αὐτοπροσφορὰ κάνει τὸν χρόνο ἄχρονο καὶ αἰώνιο καὶ τὸν χῶρο Παράδεισο, διπλασιάζει τὴ χαρὰ καὶ μισιάζει τὸν πόνο καὶ τὸν κόπο.
Ἀντίθετα, ἂν δουλεύης φίλαυτα μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου, ξεχνώντας τὸν ἄλλο, ὁ χρόνος σου τελειώνει ἀμέσως. Ἡ μέρα σου γίνεται νύχτα. Καὶ ἀκοῦς τὴ φωνή: «... ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;»

Οἱ Ἅγιοι, κυρίως στὶς ἑορτὲς τους, μᾶς συνάγουν ὅλους ἀπὸ ἀγάπη, καὶ μᾶς ἀφήνουν ἐλεύθερους νὰ πορευθοῦμε «ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ» μὲ τὴ θέλησὴ μας καὶ κατὰ τὴ θέλησι τοῦ Κυρίου.
Ἄν ἀκούσης τὸ κάλεσμα, ἄν ἀπαντήσης μὲ ὅλη σου τὴν ὕπαρξη, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Του» καὶ ἄν σηκώσης μὲ καρτερία τὸν σταυρὸ ποὺ σοῦ δόθηκε καὶ λὲς «Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν», τότε θὰ ἔλθη σ’ ὅλη σου τὴν ὕπαρξι χαρὰ ἀνείπωτη, καὶ δι’ αὐτῆς σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Τότε ἡ διψῶσα σου ψυχὴ θὰ ποτισθῆ μὲ νάματα εὐσεβείας θεῖα καὶ θὰ ἀνακράζει: «Δόξα Σοι Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς».
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτὴρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρὸς με καὶ πινέτω. Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι
».

Ἐπιλογὴ ἀποσπασμάτων ἀπὸ κείμενα τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη
Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Μάϊος 2021