Πνευματικά Κείμενα

«Θεέ μου…Εἶμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ἀνάστησέ με. Σῶσε με!…»
Κατὰ τὴν «ἔσχατη» καὶ «μεγάλη» καὶ «σωτήρια» ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία μᾶς ἀποκαλύφθηκε καὶ προσκυνοῦμε καὶ δοξάζουμε τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ζωοποιοῦ καὶ Ἀδιαιρέτου καὶ Ἀσυγχύτου Τριάδας, τοῦ Ἑνὸς καὶ Μοναδικοῦ Θεοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀμέσως μετὰ τὴν πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία, τελοῦμε τὸν «Ἑσπερινὸ τῆς Γονυκλισίας», κατὰ τὸν ὁποῖο ψάλλουμε ὕμνους ἀφιερωμένους κατ’ ἐξοχὴν στὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Τρισηλίου Θεότητας, ποὺ εἶναι «φῶς καὶ ζωὴ καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά. Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως, ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν, ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα, Θεὸς καὶ θεοποιοῦν, πῦρ ἐκ πυρὸς προϊόν, λαλοῦν, ἐνεργοῦν, διαιροῦν τὰ χαρίσματα».


Ἀμέσως μετὰ τὴν «Εἴσοδο» τοῦ Ἑσπερινοῦ, κι ἀφοῦ ψαλεῖ τὸ «Φῶς ἱλαρὸν» καὶ τὸ πανηγυρικὸ Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεὸς Μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; Σὺ εἰ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος!», σὲ ἦχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, ἀντάξιο τοῦ νοήματος καὶ τοῦ μηνύματός του, ὁ Διάκονος μᾶς καλεῖ, κλῆρο καὶ λαό, νὰ γονατίσουμε καὶ ν’ ἀπευθύνουμε στὸ Θεὸ γονυπετεῖς λόγο ἱκεσίας: «Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Ἀπὸ τὴ λαμπροχαρμόσυνη ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα μέχρι καὶ σήμερα, ἡ γονυκλισία ἦταν ἀπαγορευμένη. Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, καὶ γιὰ νὰ ὑπογραμμίζεται τὸ χαρούμενο καὶ σωτήριο μήνυμα τῶν ἀναστάσιμων βιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ προσευχὴ τῶν Ὀρθοδόξων γίνεται «ὀρθοστάδην». Σὲ ὄρθια δηλαδὴ στάση, καὶ ὄχι μὲ γονυκλισία. Ὅμως, τὴν ὥρα τούτη τὸ «ὀρθοστάδην» παραμερίζεται, ὄχι μόνο γιὰ νὰ χαιρετίσουμε θεοπρεπῶς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, «δι’ οὐ Πατὴρ γνωρίζεται καὶ Υἱὸς δοξάζεται, καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τῆς Ἁγίας Τριάδος», μὰ καὶ γιὰ νὰ ποῦμε, κατὰ πὼς ταιριάζει σὲ παραστρατημένους, ὅπως εἴμαστε ὅλοι μας, χωρὶς ἐξαίρεση, τὸ «ἡμάρτομεν!», καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄφεση, τὴν κάθαρση, τὴ συγγνώμη.

Τὴ γονυκλισία τὴν ὀνομάζει ὁ λαός μας καὶ «μετάνοια». Γιατὶ ἡ στάση τοῦ μετανοοῦντος εἶναι τὸ «κλίνειν τὰ γόνατα». Κάτω τὰ γόνατα, κάτω καὶ τὸ πρόσωπο.σημαίνει ἁπλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Εἶμαι πεσμένος. Ἔχω καταντήσει “γῆ καὶ σποδός”. Σήκωσέ με. Ἀνάστησέ με. Σῶσε με!…». Ἔτσι, σήμερα ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τὸ «καθαῖρον (ποὺ καθαρίζει) τὰ πταίσματα», καλούμαστε νὰ πάρουμε στάση (ὄχι μόνο σώματος, μὰ καὶ ζωῆς!) μετανοοῦντος:
«Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Στὴν Κρήτη λένε οἱ παλαιότεροι: «Καὶ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ νὰ βρεθεῖς τούτη τὴν ἡμέρα ὁλομόναχος, θὰ πρέπει νὰ γονατίσεις καὶ νὰ κάμεις τὸ σταυρό σου». Καὶ κρύβουν τὰ λόγια τοῦτα τὴν αἴσθηση τῆς πραγματικῆς μετοχῆς στὴ ζωὴ τοῦ Ἑνὸς Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἐξωτερικὲς συνθῆκες. Τὴν αἴσθηση τῆς ἐν Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι ὀργανικῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν, ὅπου κι ἄν οἱ συγκυρίες τῆς ζωῆς τοὺς θέλουν νὰ βρίσκονται… Καὶ γονατίζει ὁ πιστὸς, ὅπου κι ἄν εἶναι: Στὴν ἐκκλησιά του· στὸ σπίτι του ἢ στὸ νοσοκομεῖο ἂν εἶναι ἄρρωστος· στὸ πλοῖο του ἂν θαλασσοπορεῖ· στὸ βουνό· στὸν κάμπο· στὴ στάνη· στὸ δάσος· στὴν ξενιτιά· στὸ κάτεργο· στὴ φυλακή… Ὅπου βρίσκεται!
«Ἔτι καί ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

Ἡ πρώτη Εὐχὴ τῆς Γονυκλισίας ἀπευθύνεται στὸν «Ἄχραντο, ἀμίαντο, ἄναρχο, ἀόρατο, ἀκατάληπτο, ἀνεξιχνίαστο, ἀναλλοίωτο, ἀνυπέρβλητο, ἀμέτρητο, ἀνεξίκακο Κύριο», τὸν «Πατέρα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» καὶ Τὸν παρακαλεῖ, μὲ μόνο συνήγορό μας τὴ δική Του «συμπάθεια», νὰ μᾶς δεχθεῖ καθὼς προσπέφτουμε ἐνώπιόν Του μετανοημένοι καὶ φωνάζοντας τὸ «ἡμάρτομεν!». Τοῦ θυμίζει πὼς, ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς μητέρας μας ἤδη, Αὐτὸν μονάχα εἴχαμε γιὰ Θεό μας, ἀλλά, ἐπειδὴ τὴ ζωή μας τὴ χαραμίσαμε στὴ ματαιότητα, μείναμε γυμνοὶ ἀπὸ τὴ βοήθειά Του καὶ δὲν ἔχουμε λόγια γιὰ ν’ ἀπολογηθοῦμε.
Ὅμως παίρνουμε θάρρος ἀπὸ τοὺς οἰκτιρμούς Του καὶ κράζουμε: «Ἁμαρτίας νεότητος ἡμῶν καὶ ἀγνοίας μὴ μνησθῆς, καὶ ἐκ τῶν κρυφίων ἡμῶν καθάρισον ἡμᾶς».(Μὴ θυμηθεῖς τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε στὰ νιάτα μας, ὅταν εἴχαμε ἄγνοια τῶν ἐντολῶν Σου, καὶ ἀπὸ τὰ κρυφὰ καὶ ἀνομολόγητα κρίματα τῆς καρδιᾶς μας καθάρισέ μας). Τοῦυ ζητᾶ, πρὶν βρεθοῦμε πίσω στὸ χῶμα, σ’ Αὐτὸν νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ἐπιστρέψουμε! Νὰ ζυγομετρήσει τὶς ἁμαρτίες μας μὲ τοὺς οἰκτιρμούς Του καὶ ν’ ἀντιπαραθέσει τὴν ἄβυσσο τῶν οἰκτιρμῶν καὶ τοῦ ἐλέους Του στὸ πλῆθος τῶν πλημμελημάτων μας! Νὰ μᾶς ρύσει, νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τὴν ἀβάσταχτη τυραννία τοῦ διαβόλου! Ν’ ἀσφαλίσει τὴ ζωή μας μέσα στοὺς ἅγιους καὶ ἱεροὺς Του νόμους καὶ νὰ μᾶς συνάξει ὅλους στὴ Βασιλεία Του. Καὶ καταλήγει ἱκετευτικά: «Δὸς συγγνώμη σὲ ὅσους ἐλπίζουν σὲ Σένα… καθάρισέ μας μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται γιὰ προσευχή «ἀντρίκια»! Ἐξομολογητική, χωρὶς προσπάθειες ἄσκοπης δικαιολογίας ἢ ἀποποιήσεως εὐθυνῶν. «Ἡμάρτομεν!» «Ἁμαρτίας νεότητος ἡμῶν καὶ ἀγνοίας μὴ μνησθῆς!» «Ἐκ τῶν κρύφιων ἡμῶν καθάρισον ἡμᾶς!» «Δὸς συγγνώμην τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ Σε!» Δὲν εἶναι λόγια αὐτά! Εἶναι βέλη ποὺ σαϊτεύουν τὴν πατρικὴ καρδιὰ τοῦ Ἀνεξίκακου καὶ Πολυέλεου καὶ Φιλάνθρωπου Θεοῦ!…

«Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Ἡ δεύτερη Εὐχὴ ἀπευθύνεται στὸ Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸ «ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός» (ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν πατέρα), τὸν «τῆς οὐσίας καὶ τῆς φύσεως Αὐτοῦ ἀπαράλλακτον καὶ ἀμετακίνητον χαρακτήρα», τὴν «πηγὴ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς χάριτος» καὶ Τοῦ ζητᾶ νὰ μᾶς ἀνοίξει Αὐτός, ὁ «διδοὺς εὐχὴν τῷ εὐχομένῳ» (Αὐτὸς ποὺ δίνει προσευχὴ στὸν προσευχόμενο), τὰ ἁμαρτωλά μας χείλη καὶ νὰ μᾶς διδάξει «πῶς δεῖ καὶ ὑπὲρ ὧν χρῆ προσεύχεσθαι» – ρεαλιστικὴ παραδοχὴ πὼς χωρὶς Αὐτόν, οὔτε νὰ Τὸν ζητήσουμε μποροῦμε, οὔτε νὰ Τοῦ ζητήσουμε τὰ συμφέροντα ξέρουμε. Κι ἀφοῦ Τοῦ δηλώσει μὲ ταπείνωση πὼς περιμένουμε ἡ εὐσπλαχνία Του νὰ νικήσει τὸ ἄμετρο πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τοῦ λέει πὼς μὲ φόβο θεῖο στεκόμαστε μπροστά Του, ἔχοντας ρίξει τὴν ἀπελπισία τῆς ψυχῆς μας μέσα στοῦ ἐλέους Του τὸ πέλαγος, καὶ Τοῦ ζητάει γιὰ λογαριασμό μας: «Κυβέρνησέ μου τὴν ζωὴν… καὶ γνώρισέ μου τὸ δρόμο ποὺ θὰ πορευτῶ». «Τὸ Πνεῦμα τῆς Σοφίας Σου, χάρισε στὴ σκέψη μου. Πνεῦμα συνέσεως δώρισε στὴν «ἀφροσύνη» μου. Τὰ ἔργα μου ἂς τὰ κατευθύνει πνεῦμα θεοφοβίας. Πνεῦμα εὐθὲς καὶ ἡγεμονικὸ μὴ μοῦ στερήσεις, γιὰ ν’ ἀξιωθῶ, μὲ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν καθοδήγηση, νὰ ἐργάζομαι τὶς ἐντολές Σου καὶ πάντοτε νὰ νιώθω τὴν παρουσία Σου». Καὶ κορυφώνει: «Τὴν Σὴν ἱκετεύω ἀγαθότητα. Ὅσα ηὐξάμην ἀπόδος μοι εἰς σωτηρίαν» (τὴν καλοσύνη Σου ἱκετεύω: Ὅσα σχετικὰ μὲ τὴ σωτηρία μου Σοῦ ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), γιὰ νὰ Τοῦ ὑπογραμμίσει πιὸ κάτω πὼς Αὐτὸς εἶναι ἡ μοναδική μας ἐλπίδα, παρὰ τὶς ἁμαρτίες μας: «Σὲ Σένα μόνο ἁμαρτάνουμε, ἀλλὰ καὶ Σένα μόνο λατρεύουμε. Δὲν ξέρουμε νὰ προσκυνοῦμε ἄλλο Θεό, οὔτε νὰ ὑψώνουμε ἱκετευτικὰ τὰ χέρια μας σὲ κάποιο ἄλλο Θεό». Κι αὐτὸς ὁ τονισμὸς ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικός μας Θεός, τὸ μοναδικό μας, δηλαδή, καὶ ἔσχατο καταφύγιο, θέλει -ἄν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι (χωρίς, πάντως, ἄσεβη διάθεση)- νὰ κινήσει τὸ φιλότιμο τοῦ Θεανθρώπου νὰ μᾶς δώσει χέρι βοηθείας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἄφεση καὶ τὰ πρὸς σωτηρία αἰτήματα, δεχόμενος τὴ γονυκλισία καὶ τὴν προσευχή μας, «ὡς θυμίαμα δεκτό, ἀναλαμβανόμενο ἐνώπιον τῆς ὑπεράγαθης Βασιλείας Του».
Εἶναι καὶ τούτη ἡ εὐχὴ μιὰ προσευχὴ τολμηρή. «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ λατρεύομεν». Δὲν ξέρουμε νὰ προσκυνοῦμε ξένο θεό, οὔτε νὰ ὑψώνουμε χέρια ἱκετευτικὰ σ’ ἄλλο θεὸ ἔξω ἀπὸ Σένα! Ὁμολογία πτώσεως, φθορᾶς, ἐξαχρειώσεως, ἐσχάτου κινδύνου! Ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ὁμολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανῆς ἐλπίδας σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς» (Ψαλμ. ξδ΄ 6), καὶ ἀγάπης λατρευτικῆς γι’ Αὐτὸν ποὺ «πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α’ Ἰωάν. δ΄ 19). Προσευχὴ δίχως φαρισαϊσμοὺς καὶ ὑποκρισίες. Σωστὸ ξέσπασμα ἀληθινὰ ὀρθόδοξης καρδιᾶς!…
«Ἔτι καὶ ἔτι κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».

Ἀκολουθεῖ ἡ τρίτη Εὐχή, ποὺ ἀπευθύνεται κι αὑτὴ στὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος, ποὺ εἶναι «ἡ πηγὴ ποὺ πάντοτε καὶ ἀσταμάτητα ἀναβλύζει ζωὴ καὶ φῶς, ἡ δημιουργικὴ Δύναμη ποὺ εἶναι αἰώνια ὅπως ὁ Πατέρας, Ἐσὺ ποὺ ἐκπλήρωσες κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ὅ,τι χρειαζόταν γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων», Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἔλυσε τοὺς ἄλυτους δεσμοὺς τοῦ θανάτου καὶ ἔσπασε τοῦ ἅδη τὰ κλειδιὰ καὶ καταπάτησε τὰ πλήθη τῶν πονηρῶν πνευμάτων, καὶ πρόσφερε τὸν Ἑαυτό Του γιὰ χατίρι μας «ἄμωμον ἱερεῖον» (ἀψεγάδιαστη θυσία) καὶ θυσία ἄχραντη, καὶ μὲ θεόσοφο δόλωμα ἀγκίστρωσε τὸν «ἀρχέκακο καὶ βύθιο δράκοντα» καὶ τὸν δέσμευσε γιὰ πάντα, καὶ τὸν κατέστησε ἀδύναμο κι ἀνίσχυρο, νὰ περιμένει τὸ «πῦρ τὸ ἄσβεστο» (Μάρκ. θ΄ 45) καὶ τὸ «σκότος τὸ ἐξώτερο» (Ματθ. κε΄ 30). Ἀπευθύνεται στὸν Υἱὸ ποὺ εἶναι «ἡ μεγαλώνυμος Σοφία τοῦ Πατρός», «ἀΐδιον φῶς ἐξ ἀϊδίου φωτός. Ἥλιος δικαιοσύνης» καὶ Τὸν καθικετεύει: Σὺ ποὺ μᾶς ἀξίωσες νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέξου ἀκόμα μιὰ ἱκεσία μας. Ὄχι γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους τούτη τὴ φορά, μὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν πρὶν ἀπὸ μας. Γιὰ τοὺς κεκοιμημένους συγγενεῖς μας κατὰ σάρκα καὶ ὅλους τοὺς «οἰκείους τῆς πίστεως». Σὺ ποὺ καὶ κατ’ αὐτὴ τὴν «παντέλεια» καὶ «σωτηριώδη» ἑορτὴ μᾶς ἀξίωσες νὰ δέχεσαι «ἱλασμοὺς ἰκεσίους» γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸν Ἅδη, δίνοντάς μας μεγάλες ἐλπίδες, ἄκουσε τὴ φωνή μας ποὺ ἀξιοσυμπάθητα Σοῦ ἀπευθύνουμε: «Ἀνάπαυσον τὰς ψυχᾶς τῶν δούλων Σου τῶν προκεκοιμημένων», ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει, τὸ φῶς κ’ ἡ δροσιὰ κ’ ἡ ἀναψυχή, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει πόνος, λύπη ἢ στεναγμός. Ἀνάπαυσε τὰ πνεύματά τους μὲ τοὺς δικαίους, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸν Ἅδη δὲν μποροῦν νὰ Σοῦ ζητήσουν συγγνώμη, ἀλλὰ μονάχα ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε Σὲ εὐλογοῦμε καὶ Σὲ ἱκετεύουμε καὶ τὶς ἐξιλαστήριες εὐχὲς καὶ ἱερουργίες Σοῦ προσφέρουμε γιὰ τὶς ψυχές τους!

Κι ἐπισυνάπτεται σ’ αὐτὴ καὶ δεύτερη Εὐχὴ ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων, τῶν νεκρῶν, ἀπευθυνόμενη σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι «τῆς ἀναστάσεως ἡμῶν Ἀρχηγὸς καὶ τῶν βεβιωμένων (ὅσων πράξαμε) ἀδέκαστος καὶ φιλάνθρωπος Κριτὴς καὶ τῆς μισθαποδοσίας Δεσπότης καὶ Κύριος», ἱκετεύοντάς Τον: «Ἀνάπαυσον πάντας, τοὺς πατέρας ἑκάστου καὶ μητέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ τέκνα, καὶ εἰ τὶ ἄλλον ὁμογενὲς καὶ ὁμόφυλον, καὶ πᾶσας τὰς προαναπαυσαμένας ψυχᾶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως, ζωῆς αἰωνίου, καὶ κατατάξον τὰ πνεύματα αὐτῶν καὶ τὰ ὀνόματα ἐν βίβλω ζωῆς», στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, στὴ Χώρα τῶν Ζώντων, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στὸν Παράδεισο. Καὶ ἀνάστησε καὶ τὰ σώματα ὅλων μας κατὰ τὴν ἁγία ἡμέρα τῆς ἐπαγγελίας Σου. Γιατὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν ὑπάρχει θάνατος γιὰ τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ, μὰ φεύγουν ἀπ’ τὸ σῶμα κι ἔρχονται σὲ Σένα, τὸν Κύριο. Φεύγουν ἀπὸ τὰ λυπηρὰ κι ἔρχονται «στὰ καλύτερα καὶ τὰ πιὸ εὐχάριστα», σὲ Σένα, ποὺ εἶσαι ἡ ἀνάπαυση καὶ ἡ χαρά! Ζητᾶ γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ συγχώρηση ἁμαρτημάτων γιὰ ὅλους, ζῶντες καὶ κεκοιμημένους, ἀπὸ τὸν μόνο Ἀναμάρτητο: «Δὸς μας συγγνώμη, ἄφεση καὶ συγχώρηση γιὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ θεληματικὰ καὶ τὰ ἀθέλητα, αὐτὰ ποὺ κάναμε ξέροντας πὼς εἶναι κρίματα, καὶ αὐτὰ ποὺ κάναμε ἔχοντας ἄγνοια, τὰ φανερά, τὰ κρυφά, ὅσα διαπράξαμε μὲ ἔργα, μὲ τὸ λογισμό μας καὶ μὲ λόγια, κάθε συναναστροφὴ καὶ σὲ κάθε κίνησή μας…» καὶ καταλήγει: «Καὶ στοὺς μὲν ἀποβιώσαντες δώρισε ἐλευθερία καὶ ἄνεση, καὶ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε ἐδῶ εὐλόγησε, χαρίζοντάς μας τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας καλὸ καὶ εἰρηνικό». Λέει κάποιος Ἅγιος πὼς τίποτε δὲν συγκινεῖ τόσο τὸ Θεό, ὅσο ἡ προσευχὴ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Ἐπειδὴ, «ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια», οἱ προαπελθόντες δὲν ἔχουν πιὰ τὴ δυνατότητα νὰ βοηθήσουν τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι, μοναδικὴ φωνὴ γι’ αὐτοὺς εἶναι ἡ φωνή μας! Μοναδικὴ ἱκεσία τους ἡ δική μας ἱκεσία! Μοναδικὴ προσευχή τους ἡ προσευχή μας! Γιὰ τὸ λόγο αὐτό , αὐτὴ ἡ τρίτη Εὐχὴ τῆς Γονυκλισίας ἔχει ξεχωριστὴ βαρύτητα καὶ σημασία! Εἶναι προσευχὴ ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης καὶ φιλαδελφίας καὶ εὐγνωμοσύνης, γιὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονται πιὰ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ!
«Ἔτι καί ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα…»
Τί νὰ προσθέσει κανεὶς στὴν τριπλῆ αὐτὴ γονυκλινῆ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας; Τί ἐπὶ πλέον νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεό; Μονάχα ἕναν ὕμνο ἐκκλησιαστικὸ ποὺ εἶναι ἱερὴ ὑπόσχεση μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς Πεντηκοστῆς, ὕμνο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς παραμονῆς, διαλέγω σὰν ἐπίλογο καὶ ἐπιστέγασμα τῶν ταπεινῶν τούτων γραμμῶν: «Ἐν ταῖς αὐλαῖς Σου ὑμνήσω Σὲ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, καὶ κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου τὴν ἀήττητον δύναμιν, ἐν ἑσπέρα καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρία, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ εὐλογήσω Σε, Κύριε»! Ποὺ θέλει νὰ πεῖ: «Στὶς ἐκκλησίες Σου μέσα θὰ Σὲ ὑμνήσω, τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, καὶ θὰ γονατίσω νὰ προσκυνήσω τὴν ἀήττητη δύναμή Σου, καὶ βράδυ, καὶ πρωί, καὶ μεσημέρι, καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ θὰ Σὲ εὐλογήσω, Κύριε».

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ἰωσήφ, «Ὀσμή ζωῆς», Ἐκδ. Ἄθως