Πνευματικά Κείμενα

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἀγαθοεργία.

Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου. Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν Θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη Θεία Κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνὰ ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του». Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ τοὺς ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες. Στὸ ὑπέροχο βιβλίο «Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης», (ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στὴν Θεία Λειτουργία τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης. Καὶ ἡ ἀγάπη στὴν οὐσία της εἶναι μεταδοτική. Ἡ ἀγάπη, ἰδιαίτερα ἡ θεία, σπεύδει νὰ σκορπίσει τὸ φῶς της, τὴν χαρά της σὲ ὅλους.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν κεκοιμημένων στὴ Θεία Λειτουργία εἶναι καθιερωμένη ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ποὺ δὲν καθιέρωσαν τυχαία τὴ μνημόνευση αὐτὴ μέσα στὰ φρικτὰ Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ. Νομοθέτησαν νὰ μνημονεύονται καὶ οἱ κεκοιμημένοι στὴν Εὐχαριστία, γιατὶ ἤξεραν ὅτι αὐτὴ ἡ μνημόνευση φέρνει σ’ αὐτοὺς “πολλὴν ὄνησιν”. Φέρνει μεγάλη ὠφέλεια καὶ πολὺ κέρδος. Διότι ὅταν στέκει ἕνας ὁλόκληρος λαὸς καὶ συμπροσεύχεται, ὅταν ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τελοῦν τὴ φρικτὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ, πώς νὰ μὴ κάμωμε τὸ Θεὸ νὰ φανεῖ ἵλεως καὶ σπλαχνικὸς πρὸς τοὺς κεκοιμημένους μας.

Καὶ ὁ σύγχρονος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης, σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάγκη προσευχῆς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἔλεγε: «…νὰ ἀφήνετε μέρος τῆς προσευχῆς σας γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Οἱ πεθαμένοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα (γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους). Οἱ ζωντανοὶ μποροῦν… Νὰ πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία λειτουργία, δηλαδὴ πρόσφορο, καὶ νὰ δίνετε τὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου, νὰ μνημονευθῆ ἀπὸ τὸν ἱερέα στὴν προσκομιδή. Ἐπίσης, νὰ κάνετε μνημόσυνα καὶ τρισάγια. Σκέτο τὸ τρισάγιο, χωρὶς Θεία Λειτουργία, εἶναι ἐλάχιστο. Τὸ μέγιστο, ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ κάποιον, εἶναι τὸ Σαράντα-Λείτουργο. Καλὸ θὰ εἶναι νὰ συνοδευθῆ καὶ μὲ ἐλεημοσύνη. Ἂν ἔχεις ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος ἔχει παρρησία στὸν Θεό, καὶ τοῦ ἀνάψεις ἕνα κερί, αὐτὸς ἔχει ὑποχρέωση νὰ προσευχηθεῖ γιὰ σένα στὸν Θεό. Ἂν πάλι, ἔχεις ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος νομίζεις ὅτι δὲν ἔχει παρρησία στὸν Θεό, τότε, ὅταν τοῦ ἀνάβεις ἕνα ἁγνὸ κερί, εἶναι σὰν νὰ δίνης ἕνα ἀναψυκτικὸ σὲ κάποιον ποὺ καίγεται (ἀπὸ δίψα). Οἱ ἅγιοι δέχονται εὐχαρίστως τὴν προσφορά τοῦ κεριοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσευχηθοῦν γι’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἀνάβει. Ὁ Θεὸς εὐχαρίστως τὸ δέχεται…

Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ», ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, καθὼς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφερόμενος στοὺς «ἐν πίστει κεκοιμημένους», ἐμεῖς ἀγωνιζόμενοι μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀγαπημένων μας νεκρῶν, πρῶτα στὸν ἑαυτό μας φέρνουμε μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὡφέλεια καὶ μετὰ σ’ ἐκείνους. Διότι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὥστε νὰ παραβλέψει τὸν ἀγώνα μας.

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Σάββας Γεωργιάδης
Νοέμβριος 2022

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος μᾶς καλεῖ νὰ κατανοήσουμε ὅτι εἶναι χρέος ὅλων μας καὶ ὄχι μόνον κάποιων ὑπευθύνων ὅτι μόνον τὸ κάλλος τοῦ Εὐαγγελίου ἀνακαινίζει τὸν κόσμο. Διότι ὁ ἀπόστολος Παῦλος διὰ ὅλους τοὺς βαπτισμένους χριστιανοὺς λέγει: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον Αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν… τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη» καὶ ὁ καθένας μας συσταυρώνεται μὲ τὸν Χριστὸν ὅταν καλῶς μεταχειρίζεται τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ δὲν τὰ καταχρᾶται.

Τοῦτο δέ, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, γίνεται ὅταν μὲ εὐθύνη δίδει τὶς ὑποσχέσεις εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα νὰ ἀρνηθῇ τὸν σατανᾷ, δηλαδὴ τὸ ἀποτάσσομαι τῷ σατανᾷ, καὶ συντάσσομαι τῷ Χριστῷ ὅτι συνθήκη πρὸς τὸν Δεσπότην ἐστί». Χρέος ἔχει νὰ φυλάξῃ ὅλας τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ καὶ ὅταν ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τοὺς μαθητὰς Του νὰ κηρύττουν, καὶ νὰ βαπτίζουν τὰ ἔθνη, τοὺς εἶπε νὰ διδάσκουν τοὺς βαπτιζομένους χριστιανούς, ὅτι ὄχι ἄλλας ἐντολὰς νὰ φυλάττουν, καὶ ἄλλας νὰ μὴ φυλάττουν, ἀλλὰ ὅλας ὁμοῦ, νὰ τὰ φυλάττουν· διδάσκοντες αὐτοὺς «τηρεῖν πάντα, ὅσα ἐνετειλάμην ἡμῖν», καὶ πάλιν εἰς ἄλλο μέρος διδάσκωντας ἔλεγεν: «ἃ δὲ λέγω ὑμῖν, πάσι λέγω», σὲ ὅλους καὶ γιὰ ὅλους τὰ λέω.

Ὁ Κύριός μας ὅλους ἐκάλεσε νὰ σηκώσουν τὸν ζυγὸν τῶν θείων ἐντολῶν. «Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι… ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς· εἰς ὅλους ἀκόμη εἶπε, τέλειοι γίνεσθε, καὶ δὲν εἶπεν ἐὰν θέλετε νὰ γενῆτε τέλειοι. Ἀκόμη γιὰ ὅλους εἶπε: πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντά σας· καθὼς εἶπεν εἰς ἐκεῖνον τὸν πλούσιον ὁποῦ ἦτο ἀτελής, ὑπὸ τὸν νόμον τὸν παλαιόν· ἀλλὰ λέγει ἀποφασιστικὰ καὶ προστακτικά, τέλειοι γίνεσθε, καὶ πωλήσατε - ἐλευθεῖτε ἀπὸ τὴν προσκόλησιν σας στὰ ὑπάρχοντά σας·τὸ ὁποῖον τὸ ἐφανέρωσε καθαρώτερα λέγωντας: «πᾶς ἐξ ὑμῶν, (εἴτε μοναχὸς εἶναι, εἴτε κοσμικός) ὃς οὐκ άποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὑ δύναται εἶμαι μαθητής μου. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀπόστολος ἔλεγε: «Μέχρις ὅτου καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Ταῦτα γινώσκοντες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἂς δικαιολογούμεθα ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἢ γιὰ σήμερα, ἃς ἀφήσωμεν τὰς τοιαύτας προφάσεις, ὡς ματαίας, καὶ ψυχοβλαβεῖς, καὶ ἀναγινώσκοντες μὲ πόθον, καὶ προσοχὴν τὴν παροῦσαν βίβλον, ἂς σπουδάσωμεν νὰ βάλωμεν εἰς πρᾶξιν τὰ γεγραμμένα, διὰ νὰ μὴ γινώμεθα μόνον ἀκροαταί, ἀλλὰ καὶ ποιηταί· καὶ καθαριζόμενοι «ψυχήν τε καὶ σώματι» διὰ μέσου τῆς διδασκαλίας τοῦ Πνεύματος ὁποῦπεριέχεται εἰς αὐτὴν τὴν βίβλον, ἄς ἑλκύσωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν χάριν τοῦ Παρακλήτου, διὰ νὰ μᾶς διδάσκῃ τὰ θεῖα θελήματα, καθὼς ἡξιώθη νὰ τὰ λάβῃ καὶ οὖτος ὁ Ἅγιος».
Τούτων δὲ πάντων τῶν καλῶν ἀπολαμβάνοντες, ἔχομεν χρέος νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν ὅπως τύχωσιν ἐλέους ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κτίσεως καὶ ἀξιωθοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἅπαντες, χάριτι, καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

(ἀπὸ τὸν πρόλογον τοῦ τόμου «Τὰ ἄπαντα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου»)

Σήμερα πρεπόντος ἡ ἀναφορά μας θὰ εἶναι γιὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ μὲ τὸ νὰ διαβάσουμε δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (ια΄ 1-10 καὶ ιβ΄ 22-31) καὶ στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τὸ κόσμο φυλλάδιον τῆς Δανειστικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 2022.

(Ἰούλιος 2022)

Τὴν 1ην Ἰουλίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, ποὺ ἐμαρτύρησαν στὴν Ρώμη. Ἐπειδὴ ἔχουμε τρία ζεύγη ἁγίων Ἀναργύρων μὲ τὸ ὄνομα Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεως, ὅταν ἀκοῦμε τὰ ὀνόματά τους, καλὸ εἶναι νὰ κάνουμε μία σύντομη διευκρίνηση. Μία συζυγία εἶναι, λοιπόν, οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς οἱ ἐκ τῆς Ἀσίας, ποὺ ἑορτάζουν τὴν 1η Νοεμβρίου, ἄλλη συζυγία εἶναι οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς οἱ ἐκ τῆς Ἀραβίας, ποὺ ἐορτάζουν τὴν 17ην Ὀκτωβρίου καὶ ἡ τρίτη συζυγία εἶναι οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς οἱ ἐκ τῆς Ρώμης, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζουν τὴν 1η Ἰουλίου, στοὺς ὁποίους καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε.

Οἱ ἅγιοι αὐτοί, ἤκμασαν ἐπὶ τῆς ἡγεμονίας τοῦ Βασιλέως Καρίνου κατὰ τὸ ἔτος 284 μ.Χ καὶ ἦταν ἀδελφοί κατὰ σάρκα. Σπούδασαν καὶ οἱ δύο τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, καθὼς εἶχαν κοινὲς κλίσεις καὶ ἱκανότητες. Χαρακτηριστικὸ ἐπίσης εἶναι ὅτι, καθὼς ἀναφέρεται, τὰ χρόνια τῶν σπουδῶν τους, οἱ νεαροὶ Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς ἐγνώριζαν μόνο δύο δρόμους, ἕναν ποὺ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἕναν ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Πανεπιστήμιο, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου ζωῆς, ἦταν νὰ γίνουν καλοὶ ἐπιστήμονες καὶ πρὸ παντὸς ἀληθινοὶ Χριστιανοί.
Μετὰ τὴν ἀποπεράτωση τῶν σπουδῶν τους ἐπεδόθησαν στὴν ἐξάσκηση τῆς ἐπιστήμης τους, στὴν ὁποία ἀφιερώθηκαν. Μάλιστα τὴν ἐξάσκησαν ὄχι σὰν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα, ἀλλὰ σὰν φιλανθρωπικὴ διακονία. Χρήματα δὲν ἐδέχονταν οὔτε ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς πλουσίους. Τὸ μόνο ποὺ ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς τους ἦταν νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Αὐτὴ ἦταν καὶ γι’ αὐτοὺς ἡ μεγαλύτερη καὶ ἡ πιὸ πλουσιοπάροχη ἀνταμοιβή.

Iδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἡμέρα σωτηρίας, ποὺ δὲν μετρεῖται μὲ διαστήματα, δὲν αὐξομειώνεται, δὲν διακόπτεται ἀπὸ νύκτα. Αὐτὸς ὁ ἥλιος, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σὲ μᾶς μὲ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς ἐξήγαγε ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστό Του φῶς, συνεχίζει γιὰ πάντα νὰ λάμπει ὡς ἄδυτος ἥλιος.
«Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ὄρος ὑψηλὸ κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1).

Ὁ Κύριος μιλοῦσε συχνότατα γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θέλησε καὶ νὰ δείξῃ τὴν Βασιλεία Του, βεβαιώνοντας τὴν ἀλήθεια τοῦ κηρύγματός Του, ἀλλὰ καὶ προετοιμάζοντας τοὺς Μαθητές Του γιὰ τὰ ἐπερχόμενα παθήματά Του. Μὲ τὴν Θεία Μεταμόρφωση ἔδειξε σ’ αὐτοὺς τὴν Βασιλεία Του πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, καὶ τὴν δύναμή Του πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του, καὶ τὴν δόξα Του πρὶν ἀπὸ τὸν ἐξευτελισμό Του, ὥστε νὰ γνωρίσουν ὅτι δὲν σταυρώθηκε ἀπὸ ἀδυναμία, ἀλλὰ ἀπὸ φιλανθρωπία.
Σ’ αὐτὸ τὸ ὑπερμέγιστο γεγονὸς ἀποκαλύπτεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀξιωθοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ βρίσκονται μέσα στὸ Φῶς καὶ θὰ ζοῦν τὴν αἰώνια μακαριότητα.

Μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς, ὄχι παίρνοντας ὅ,τι δὲν εἶχε, οὔτε μεταβαλλόμενος σὲ ὅ,τι δὲν ἦταν, ἀλλὰ φανερώθηκε στοὺς μαθητές Του, ὅπως πραγματικὰ ἦταν. Ἀποκάλυψε στοὺς Ἀποστόλους «τὴν δόξα τῆς Θεότητός Του, ποὺ ἦταν ἄγνωστη καὶ κρυμμένη στὴν ἀνθρώπινη φύση Του», «μετασκευάζων ἐπὶ τὸ θειότερον τοὺς ὀφθαλμούς των».
Ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε γιὰ νὰ φανερώσει σ’ ἐμᾶς αἰσθητὰ τὴν μεταμόρφωση ποὺ μέλλει νὰ ὑποστεῖ ἡ φύση μας, καὶ τὸν δεύτερο σωτήριο ἐρχομό Του, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πάνω στὶς νεφέλες, καθὼς εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Γι’ αὐτὸ ἐμφάνισε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ δείγματα τῶν ἀρχαίων προσώπων.

Ἡ ἔνδοξη Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ περιγράφεται κυρίως ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, τὸν θεολόγο τῆς Ἀναλήψεως, ἀποτελεῖ τὸ τέλος τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπουράνιας δοξασμένης Βασιλεία Του, ἀφοῦ πλέον βρίσκεται συγκάθεδρος καὶ συνδοξασμένος μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ ὑμνογράφοι ἐπισημαίνουν προρρήσεις καὶ γεγονότα στὴν Π. Διαθήκη, προτυπώσεις τῆς Ἀναλήψεως. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἀναλήφθηκε μὲ πύρινο ἅρμα, ἐνῶ τὸν Ἰησοῦ «νεφέλη ἀνέλαβε», γιὰ νὰ δειχθῇ ἡ ὁμοτιμία μὲ τὸν Πατέρα.

Ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτου Ἠλιού διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, διότι «ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅταν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ἄφησε στὸν Ἐλισσαῖο τὴν μηλωτή του. Ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἀναλήφθηκε, ἄφησε στοὺς Μαθητές Του τὴν ὑπόσχεση τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τὸ νόημα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἐπιβεβαίωσις τῆς ὑπερβολικῆς τιμῆς τῆς ἤδη θεωθείσης ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὴν ἐνθρόνισή της στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Τὸ δεξιὸν δηλώνει σχέση ἰσότητος καὶ μεγάλης τιμὴ πρὸς τὸν Υἱόν.

Ὡς Θεὸς ὁμοούσιος, ὁ Υἱὸς ποτὲ δὲν ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. Κατέβηκε μὲν κατὰ τὴν Θεότητα, συγκαταβατικῶς, ἀνέβηκε δὲ καὶ σωματικῶς, ἐνῶ εἶναι Ἕνας καὶ ὁ Αὐτὸς καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Δὲν ὑψώνεται ὁ Ὕψιστος, ἀλλὰ ἡ σάρκα τοῦ Ὑψίστου· δὲν δοξάζεται ὁ Κύριος τῆς δόξης. ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου τῆς δόξης.
Τώρα τὸ ἀναληφθὲν Σῶμα Του συνεδρεύει μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη δόξα καὶ τιμὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Προσκυνεῖται ἡ φύση μας ἀπὸ ὅλες τὶς Ἀγγελικὲς Δυνάμεις. Ἀνέβηκε ψηλότερα ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ καὶ δὲν στάθηκε, μέχρι ποὺ ἔφθασε στὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἀνέβηκε, λοιπόν, τὸ θεωμένο φύραμά μας πάνω ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Στὴν Ἀνάληψη εἶδαν οἱ Ἀρχάγγελοι τὸν ἄνθρωπο νὰ λάμπῃ κοντὰ στὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ν’ ἀστράφτη ἀπὸ ἀθάνατη δόξα καὶ ὀμορφιά.