Πνευματικά Κείμενα

Ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει, μετὰ τὴν Γέννηση τοῦ Κυρίου, γιὰ τὴν δεύτερη (τρίτη στὴν πραγματικότητα μετὰ καὶ τὴν περιτομὴ Αὐτοῦ) μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτή, τῶν Θεοφανείων, τῆς Βαπτίσεως τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ.
Ἡ μία, σημειώνουν οἱ ἅγιοι ὑμνογράφοι, παραπέμπει στὴν ἄλλη, μολονότι καὶ οἱ δύο ἑορτάζονταν ἀπὸ κοινοῦ στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ὡς ἑορτὴ τῶν Ἐπιφανείων, τῆς Φανέρωσης τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, κάτι ποὺ διακρίθηκε ἀπὸ τὸν τέταρτο μ.Χ. αἰώνα, γιὰ λόγους περισσότερο πρακτικοὺς παρὰ πίστεως. Τελικῶς ὅμως, καθιερώθηκε ὁ ξεχωριστὸς ἑορτασμός τους, ὁ ὁποῖος μολονότι ξεχωριστός, συνθεωρεῖται ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀδιάκοπα καὶ πολλαπλῶς τονίζει τὶς διαστάσεις αὐτὲς τῆς κάθαρσης τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Δὲν βαπτίστηκε ὁ Κύριος, διότι εἶχε ἀνάγκη Αὐτός τοῦ βαπτίσματος: ἀπόδειξη τὸ γεγονὸς ὅτι ἀμέσως βγῆκε ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ἐλλείψει ἁμαρτιῶν, τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες τους.
Τὸ βάπτισμα, ὅπως εἴπαμε, ἦταν γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Εἰσερχόμενος στὸν Ἰορδάνη Αὐτὸς ποὺ σήκωνε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων, βύθισε καὶ ἐξάλειψε τὶς ἁμαρτίες αὐτές, μὲ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἁγιάστηκε ἡ φύση τῶν ὑδάτων καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Χαρμόσυνα θὰ ἐκφρασθοῦν, θὰ προσφερθοῦν καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν ποικιλοτρόπως ἄπειρες χριστουγεννιάτικες εὐχὲς καὶ ἐκδηλώσεις, γιὰ νὰ ἀναγγείλουν στὸν κόσμο τὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου γιὰ ὅλους μας, ἀλλὰ ἐλάχιστες θὰ μᾶς προτρέπουν: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ».
Ἀναρωτιέται κανεὶς, ἐφ’ ὅσον στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἑορτῆς βρίσκεται πρωτίστως ὁ ἑαυτός μας, κατὰ πόσο οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι καταλαβαίνουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι «ἐγεννήθη ἡμῖν παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».

Ὅταν προσφέρουμε μόνο «λατρεία τῶν χειλέων» στὸν Γεννημένο Σωτῆρα, ὅταν δὲν ἐπιθυμοῦμε καὶ δὲν ἐπιδιώκουμε τὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννησή μας καὶ ὅταν στὴν καθημερινή μας ζωὴ δὲν ἐφαρμόσουμε τὸν θεσπέσιο ὕμνο τῆς Ἀγάπης, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσουμε ὅτι δὲν γιορτάζουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα.
«Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. ... καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, ... οὐ ζηλοῖ, ... οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, ... οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. ... ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 1-13).

Ἐγεννήθη τὸ 1866 στὸ Ταμπῶφ (περιοχή τῆς Ρωσίας). Τὸ 1893 μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκαταβίωσε εἰς τὴν Ἱ. Μ. Ἁγίου Παντελεήμονος (ῥωσσικό).
Ἠγωνίσθη σκληρὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, ὥστε ἐν τῇ εἰλικρινίᾳ του ἀναγκάσθηκε νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τὸν Θεὸν τὸ παράπονό του ὅτι εἶναι ἀδυσώπητος, ἀλλὰ οὔτω ἀξιώθηκε Χριστοφάνειας ὅπου ἔλαβε τὸν χρυσὸν κανόνα τῆς ταπεινώσεως «κράτα τὸν νοῦν σου στὸν ᾄδη καὶ μὴ ἀπελπίζου».
Ἐκοιμήθη ὁσιακὰ τὸ 1938 (11/24 Σεπτεμβρίου).

Ὁ βίος καὶ ἡ διδασκαλία του, ποὺ τὰ γνωρίζομεν ἀπὸ τὸν βιογράφο του Ἅγιο Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἀγωνιστικότητα, ταπείνωση καὶ πόθον – δίψα γιὰ τὸν Θεὸν καὶ ἀγάπη καὶ ἔγνοια γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς λαοὺς, ἐξ οὗ καὶ χαρακτηρίζεται «παγκόσμιος Ἅγιος».
Ὅλοι μας, στὸ πέλαγος τῆς ἀποστασίας μας, καθημερινὰ εὐρισκόμεθα ἐνώπιον δυσερμηνεύτων καὶ βασανιστικῶν διλημμάτων καὶ ἔχομεν ἀνάγκη ὁδηγιῶν.
Ἕνα κείμενο προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου στὴν Γεσθημανὴ καὶ μὲ παγκόσμιον διάγγελμα, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέση ἀπάντηση στὰ δυσερμήνευτα διλήμματά μας καὶ ὁδηγὸ σὲ κάθε περίπτωση, γιὰ τὸν καθένα μας, τὴν ὅποια οἰκογένεια, τὴν ὅποια ὁμάδα, τὴν ὅποια κοινότητα, τὸ ὅποιο ἔθνος καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα:
«Ὤ, Ἐλεῆμον Κύριε, φώτισον τοὺς λαούς Σου, ἵνα Σὲ γνωρίσουν, ἵνα γνωρίσουν τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀγάπης Σου. Ἀπόστρεψον ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἔχθρας καὶ τοῦ μίσους, καὶ δὸς ἡμῖν μετάνοιαν, ἵνα οἱ πάντες γνωρίσουν τὴν ἀγάπην Σου. Φανέρωσον τὰ μυστήριά Σου, διότι ἐὰν ἐγνώριζε ὁ κόσμος τὴν δύναμιν τῶν λόγων Σου, «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», τότε ὅλος ὁ κόσμος, ὅλη ἡ οἰκουμένη, θὰ ἐγκατέλειπον πάσας τὰς ἄλλας ἐπιστήμας καὶ θὰ ἐμάνθανον μόνον αὐτὴν τὴν ἐπουράνιον ἐπιστήμην, τὴν ἐν Χριστῷ ταπείνωσιν».

Ὁ 4ος μ. Χ. αἰώνας χαρακτηρίζεται ὡς ὁ «χρυσὸς αἰώνας τῆς Θεολογίας», χάρις στοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν καὶ ἔδρασαν τὴν συγκεκριμένη ἐκείνη χρονικὴ περίοδο. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος συγκαταλέγεται στοὺς κορυφαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στοὺς μεγάλους ἄνδρες τῆς ἱστορίας.

Ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια (σημερινὴ Ἀντάκια Τουρκίας) τὸ 347. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ μικρὴ ἡλικία καὶ ἀνατράφηκε μὲ τὴ φροντίδα τῆς μητέρας του Ἀνθούσας. Σπούδασε ρητορικὴ κοντὰ στὸν φημισμένο δάσκαλο τῆς ἐποχῆς Λιβάνιο. Ὁ δάσκαλός του τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο πολὺ γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ ρητορική του δεινότητα, ποὺ ἔλεγε πὼς θὰ τὸν ἄφηνε διάδοχό του στὴ σχολή, ἄν δὲν τὸν εἶχαν κερδίσει οἱ Χριστιανοί.
Μετὰ τὶς σπουδὲς του δικηγόρησε γιὰ λίγο στὴν Ἀντιόχεια καὶ στὴ συνέχεια ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο, ὅπου ἀσκήτευσε. Τὸ 381 ἐπανῆλθε στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ διάκονος καὶ ἀργότερα πρεσβύτερος. Σύντομα, ἡ φήμη του ξεπέρασε τὰ στενὰ ὅρια τῆς Ἀντιόχειας καὶ στὰ τέλη τοῦ 397 κλήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ διεκδικήσει τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο. Στὶς 15 Δεκεμβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου, ἡ Ἐνδημούσα Σύνοδος τῶν ἐπισκόπων τὸν ἐξέλεξε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐνθρονίστηκε στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 398. Μιλοῦσε ἀδιάκοπα καὶ μὲ τὴ γνωστὴ ρητορικὴ του δεινότητα σαγήνευε τὰ πλήθη, ἐλέγχοντας τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ διαφθορά. Ἀνέλαβε, ἐπίσης ἕναν τιτάνιο ἀγώνα κατὰ τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἀκολασίας ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει στὴν πλούσια πρωτεύουσα τοῦ κράτους. Ὁ ἔλεγχός του ἔφτασε μέχρι τὰ ἀνάκτορα καὶ ἰδιαίτερα στηλίτευσε τὴν διεφθαρμένη αὐτοκράτειρα Εὐδοξία καὶ τὸν ἐπίσης διεφθαρμένο αὐλικὸ Εὐτρόπιο. Ἦρθε σὲ ρήξη μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ χρήματος, τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπίσης μὲ τοὺς διεφθαρμένους ἐπισκόπους καὶ κληρικούς.

Ἡ ἑορτὴ τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἔχει βαθύτατα καὶ πολλὰ θεολογικὰ νοήματα. Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι μόνο ἕνα γεγονὸς Χριστολογικό, ἀλλὰ εἶναι καὶ γεγονὸς ἀνθρωπολογικό. Δὲν γίνεται μόνον γιὰ νὰ δείξει τὴν δόξα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀλλὰ γίνεται καὶ γιὰ νὰ δείξει τὴν δόξα τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Διότι ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση του ἀμαύρωσε τὸ κάλλος τὸ οὐράνιο, τὸ ὁποῖο εἶχε. Καὶ δὲν εἶχε φανεῖ ὡς τότε ἡ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φανερωθεῖ καὶ ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, πόση δόξα καὶ πόση ὡραιότητα ἔχει. Αὐτὸν τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο ἀνεστήλωσε ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸν φανέρωσε ἐπάνω στὸ Ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως.

Ἡ ἀνθρώπινή Του φύση ἦταν μὲν δοξασμένη ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ μέχρι τότε δὲν φαινόταν. Κρατοῦντο τὰ μάτια τῶν μαθητῶν καὶ δὲν τὴν ἔβλεπαν. Τώρα ὅμως, γιὰ πρώτη φορὰ ἄνοιξαν, γιὰ νὰ δοῦν αὐτὸ ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐνανθρώπισε. Δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα δὲν μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, ἀλλὰ μεταμορφώθηκαν τὰ μάτια τῶν μαθητῶν Του πνευματικά, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ δοῦν τὸ ἄκτιστο φῶς. Τὸ φῶς τὸ ὁποῖο θὰ φωτίζει τὴν ἀνέσπερη βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. κβ΄,5).
Ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως ἀπαντᾶ στὰ μεγάλα ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ποιός εἶναι ὁ προορισμός του, ποιός εἶναι ὁ στόχος τῆς ζωῆς του, ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, ἄν ἡ ζωὴ συνεχίζεται μετὰ τὸν θάνατο καὶ πώς θὰ εἶναι αὐτή. Μᾶς δείχνει ἐμφανῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» καὶ ὅτι ἔχει ἕναν οὐράνιο προορισμό. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μικρὸς καὶ ἀσήμαντος, δὲν εἶναι πρόσκαιρος κάτοικος τῆς γῆς, δὲν εἶναι μονάδα μετρήσεως, ὅπως τὸν θέλουν οἱ ἰσχυροὶ, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ,·εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι αἰώνιος, ἀφοῦ διαθέτει ἀθάνατη ψυχὴ καὶ θὰ φανερωθεῖ ἔνδοξος μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Ἡ θέωση δὲν πρέπει νὰ εἶναι πολυτέλεια γιὰ τὴ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ ὁ βαθύτερος σκοπός.