Πνευματικά Κείμενα

Χαρμόσυνα θὰ ἐκφρασθοῦν, θὰ προσφερθοῦν καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν ποικιλοτρόπως ἄπειρες χριστουγεννιάτικες εὐχὲς καὶ ἐκδηλώσεις, γιὰ νὰ ἀναγγείλουν στὸν κόσμο τὴ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου γιὰ ὅλους μας, ἀλλὰ ἐλάχιστες θὰ μᾶς προτρέπουν: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ».
Ἀναρωτιέται κανεὶς, ἐφ’ ὅσον στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἑορτῆς βρίσκεται πρωτίστως ὁ ἑαυτός μας, κατὰ πόσο οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι καταλαβαίνουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι «ἐγεννήθη ἡμῖν παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».

Ὅταν προσφέρουμε μόνο «λατρεία τῶν χειλέων» στὸν Γεννημένο Σωτῆρα, ὅταν δὲν ἐπιθυμοῦμε καὶ δὲν ἐπιδιώκουμε τὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννησή μας καὶ ὅταν στὴν καθημερινή μας ζωὴ δὲν ἐφαρμόσουμε τὸν θεσπέσιο ὕμνο τῆς Ἀγάπης, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσουμε ὅτι δὲν γιορτάζουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα.
«Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. ... καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, ... οὐ ζηλοῖ, ... οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, ... οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. ... ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 1-13).

Ἡ Ἐκκλησία κάθε χρόνο τέτοιες μέρες μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ μεγάλη θεολογικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ «Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει κατὰ χάριν Θεός», ὅπως γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος.
Χωρὶς νὰ ὑποτιμᾶται τὸ ὑλικὸ καὶ ἑορταστικὸ ἐπίπεδο τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία δίνει προτεραιότητα σὲ ἐκφράσεις πνευματικῆς ποιότητας, ὅπως εἶναι ἡ εἰλικρινὴς ἀπόφασή μας μὲ προσευχή, νηστεία καὶ ἐξομολόγηση νὰ προσεγγίσωμεν τὴν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνισή μας, νὰ ἑνωθοῦμε μυστηριακὰ μαζί Του μέσω τῆς Θείας Εὐχαριστίας, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν ἑνότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ, οὐρανοῦ καὶ γῆς, παρόντος καὶ μέλλοντος.

Πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἴμεθα δέσμιοι μὲ τὰ δεσμὰ τῆς αὐτοειδωλοποίησης καὶ τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας, φυσικοὶ καρποὶ τῆς σύγχρονης τεχνοκρατούμενης ὑλιστικῆς ἐποχῆς μας ποὺ ἐπίμονα ἀπαρνιέται τὸν Θεό, ποὺ θεοποίησε τὴν μονομερὴ γνώση καὶ ἀδιαφόρησε γιὰ τὸν «ἔσω τῆς καρδίας ἄνθρωπον».
Ἡ κατακραυγὴ ἐνάντια στὴν κρίση τοῦ πολιτισμοῦ μας γίνεται τραγικὸ ἐρώτημα, προπαντὸς γιὰ τὴ χριστιανοσύνη καὶ γιὰ τὸν κάθε πιστὸ χριστιανὸ ξεχωριστά, πού καλεῖται νὰ ἀπαντήσει στὸ ἐρώτημα: Γιατί ἄραγε γιορτάζουμε τόσο συμβατικὰ καὶ τόσο ὑποκριτικὰ τὸ θρίαμβο τῆς πίστεώς μας μέσα στὸ τραγικὸ πανηγύρι τῆς ἀπιστίας μας, ἀδιαφορώντας καὶ περιφρονῶντας τὴν πίστη καὶ τὴν λατρεία μὲ τὸ νὰ ἀρκούμεθα εἰς τοὺς στολισμοὺς τῶν δρόμων καὶ τὶς γενικόλογες (Χρόνια πολλά), ἄχρωμες, φοβισμένες καὶ χωρὶς ἐλπίδα εὐχές;

Γιὰ νὰ γίνει ὅμως πραγματικότητα ἡ νοσταλγία μας γιὰ μιὰ καινούργια ζωή, πρέπει κατ’ ἀρχὰς νὰ κατανοήσουμε τὸν προσανατολισμὸ στὸν ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων. Τὰ Χριστούγεννα μᾶς προσανατολίζουν ὄχι μόνον στὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ καὶ στὸ Θεό. Ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σημαίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἀξιοποιήσουμε αὐτὴν τὴ θεία δωρεά, τοῦ νὰ γίνουμε συγκληρονόμοι Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοὶ κατὰ χάριν.
Ὁ Χριστὸς εἶναι πάντα ὁ «ἐρχόμενος» πρὸς ἐμᾶς. Καὶ πάντα μὲ τὴν ἴδια φιλανθρωπία καὶ θεϊκὴ ἐπιθυμία «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Ὁ Χριστὸς περιμένει τὰ Χριστούγεννα νὰ Τὸν καταστήσουμε συνοδοιπόρον στὴ ζωή μας καὶ συγχρόνως μὲ τὸ παράδειγμά μας, μὲ τὴ ζωή μας, νὰ Τὸν μαρτυρήσουμε καὶ στὴν κοινωνία ποὺ ζοῦμε.

Καλούμεθα καὶ ὑποχρεούμεθα ὅλοι μας, ἐφ’ ὅσον μὲ τὸ Βάπτισμά μας φανερώθηκε σ’ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητάς Του, ὀφείλουμε μὲ κάθε τρόπο, νὰ βιώσουμε καὶ νὰ κάνουμε γνωστὰ τὰ «περί τοῦ παιδίου τούτου» καὶ στοὺς ἄλλους. Ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη ἐμεῖς οἱ πιστοί, οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας Του ἔχουμε ἰδιαίτερα χρέος νὰ ἀναζητήσουμε μὲ τόλμη καὶ σύνεση τοὺς πιὸ κατάλληλους καὶ πιὸ ἀποτελεσματικοὺς τρόπους γιὰ οἰκειοποίηση ἀλλὰ καὶ φανέρωση τοῦ μηνύματος τῶν Χριστουγέννων μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση στοὺς ἑαυτούς μας καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας ποὺ βρίσκονται σὲ ἀδιέξοδα ὑπαρξιακά, προσωπικά καὶ κοινωνικά.

Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ θεῖο τραγούδι τῆς αἰώνιας δημιουργικῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀστείρευστης ἐλπίδας, καὶ ἐμεῖς ὡς ὀρθόδοξοι πιστοὶ χριστιανοί, συνυπεύθυνοι καὶ συνεχιστὲς αὐτῆς τῆς Παλιγγενεσίας, βιώνοντας καὶ φανερώνοντας τὸ «Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε, ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἐν εὐφροσύνη ἀνυμνήσατε λαοὶ ὅτι δεδόξασται», καλούμεθα, ὑποχρεούμεθα, ἀλλὰ καὶ δικαιούμεθα νὰ πανηγυρίσουμε ξέφρενα ὡς «ὁ πόθου τετευχώς, καὶ Θεοῦ παρουσίας χριστοτερπὴς λαὸς ἠξιωμένος, νῦν ποτνιᾶται τῆς παλιγγενεσίας» (Τροπάριο Θ΄ Ὠδῆς τῶν Χριστουγέννων). Ἀμήν!


Ἐπιμέλεια κειμένου: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς.