Πνευματικά Κείμενα

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος μᾶς καλεῖ νὰ κατανοήσουμε ὅτι εἶναι χρέος ὅλων μας καὶ ὄχι μόνον κάποιων ὑπευθύνων ὅτι μόνον τὸ κάλλος τοῦ Εὐαγγελίου ἀνακαινίζει τὸν κόσμο. Διότι ὁ ἀπόστολος Παῦλος διὰ ὅλους τοὺς βαπτισμένους χριστιανοὺς λέγει: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον Αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν… τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη» καὶ ὁ καθένας μας συσταυρώνεται μὲ τὸν Χριστὸν ὅταν καλῶς μεταχειρίζεται τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ δὲν τὰ καταχρᾶται.

Τοῦτο δέ, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, γίνεται ὅταν μὲ εὐθύνη δίδει τὶς ὑποσχέσεις εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα νὰ ἀρνηθῇ τὸν σατανᾷ, δηλαδὴ τὸ ἀποτάσσομαι τῷ σατανᾷ, καὶ συντάσσομαι τῷ Χριστῷ ὅτι συνθήκη πρὸς τὸν Δεσπότην ἐστί». Χρέος ἔχει νὰ φυλάξῃ ὅλας τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδὴ καὶ ὅταν ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τοὺς μαθητὰς Του νὰ κηρύττουν, καὶ νὰ βαπτίζουν τὰ ἔθνη, τοὺς εἶπε νὰ διδάσκουν τοὺς βαπτιζομένους χριστιανούς, ὅτι ὄχι ἄλλας ἐντολὰς νὰ φυλάττουν, καὶ ἄλλας νὰ μὴ φυλάττουν, ἀλλὰ ὅλας ὁμοῦ, νὰ τὰ φυλάττουν· διδάσκοντες αὐτοὺς «τηρεῖν πάντα, ὅσα ἐνετειλάμην ἡμῖν», καὶ πάλιν εἰς ἄλλο μέρος διδάσκωντας ἔλεγεν: «ἃ δὲ λέγω ὑμῖν, πάσι λέγω», σὲ ὅλους καὶ γιὰ ὅλους τὰ λέω.

Ὁ Κύριός μας ὅλους ἐκάλεσε νὰ σηκώσουν τὸν ζυγὸν τῶν θείων ἐντολῶν. «Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι… ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς· εἰς ὅλους ἀκόμη εἶπε, τέλειοι γίνεσθε, καὶ δὲν εἶπεν ἐὰν θέλετε νὰ γενῆτε τέλειοι. Ἀκόμη γιὰ ὅλους εἶπε: πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντά σας· καθὼς εἶπεν εἰς ἐκεῖνον τὸν πλούσιον ὁποῦ ἦτο ἀτελής, ὑπὸ τὸν νόμον τὸν παλαιόν· ἀλλὰ λέγει ἀποφασιστικὰ καὶ προστακτικά, τέλειοι γίνεσθε, καὶ πωλήσατε - ἐλευθεῖτε ἀπὸ τὴν προσκόλησιν σας στὰ ὑπάρχοντά σας·τὸ ὁποῖον τὸ ἐφανέρωσε καθαρώτερα λέγωντας: «πᾶς ἐξ ὑμῶν, (εἴτε μοναχὸς εἶναι, εἴτε κοσμικός) ὃς οὐκ άποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὑ δύναται εἶμαι μαθητής μου. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἀπόστολος ἔλεγε: «Μέχρις ὅτου καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Ταῦτα γινώσκοντες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἂς δικαιολογούμεθα ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἢ γιὰ σήμερα, ἃς ἀφήσωμεν τὰς τοιαύτας προφάσεις, ὡς ματαίας, καὶ ψυχοβλαβεῖς, καὶ ἀναγινώσκοντες μὲ πόθον, καὶ προσοχὴν τὴν παροῦσαν βίβλον, ἂς σπουδάσωμεν νὰ βάλωμεν εἰς πρᾶξιν τὰ γεγραμμένα, διὰ νὰ μὴ γινώμεθα μόνον ἀκροαταί, ἀλλὰ καὶ ποιηταί· καὶ καθαριζόμενοι «ψυχήν τε καὶ σώματι» διὰ μέσου τῆς διδασκαλίας τοῦ Πνεύματος ὁποῦπεριέχεται εἰς αὐτὴν τὴν βίβλον, ἄς ἑλκύσωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν χάριν τοῦ Παρακλήτου, διὰ νὰ μᾶς διδάσκῃ τὰ θεῖα θελήματα, καθὼς ἡξιώθη νὰ τὰ λάβῃ καὶ οὖτος ὁ Ἅγιος».
Τούτων δὲ πάντων τῶν καλῶν ἀπολαμβάνοντες, ἔχομεν χρέος νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν ὅπως τύχωσιν ἐλέους ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κτίσεως καὶ ἀξιωθοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἅπαντες, χάριτι, καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.

(ἀπὸ τὸν πρόλογον τοῦ τόμου «Τὰ ἄπαντα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου»)

Σήμερα πρεπόντος ἡ ἀναφορά μας θὰ εἶναι γιὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ μὲ τὸ νὰ διαβάσουμε δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (ια΄ 1-10 καὶ ιβ΄ 22-31) καὶ στὴ συνέχεια θὰ δοῦμε τὸ κόσμο φυλλάδιον τῆς Δανειστικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 2022.

Τὸ κάλλος τοῦ Εὐαγγελίου ἀνακαινίζει τὸν κόσμο

Ἡ ἀποστασία μας ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔχει ἐπιφέρει ἕνα σύννεφο πνευματικῆς παρακμῆς ποὺ ἔχει σκεπάσει τὴν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἄνθρωποι δὲν χαιρόμαστε, δὲν αἰσιοδοξοῦμε καὶ δὲν ἐλπίζουμε. Κυριευθήκαμε ἀπὸ κοσμικὸ πνεῦμα, τὸ ὁποίο δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπάρχει μόνο ὁ ἑαυτός μας. Γενικὰ, βασιλεύει ὁ ἀτομισμός.
Ζοῦμε σὰν σὲ ἐρημικὲς κοινωνίες, ἐνῶ κυριολεκτικὰ εἴμεθα ὁ ἕνας πάνω ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ὅμως ἡ μοναξιὰ συγκατοικεῖ στὶς σκέψεις, στὶς ὅποιες ἐπικοινωνίες καὶ γενικῶς στὴν ζωή μας.

Δὲν ὑποψιαζόμεθα κἂν γιὰ ζωή, ὅπως τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο. Ἀγαπᾶμε τὰ ὑποκατάστατα τῆς ζωῆς, τὰ ὑποκατάστατα τῆς χαρᾶς. Μετατράπηκαν οἱ κοινωνίες σὲ μάζες, οἱ ὁποῖες ἀκολουθοῦν ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς κατευθυνόμενο, χωρὶς νὰ σκέφτονται οἱ ἄνθρωποι ἐλεύθερα. Ἀνακαλύψαμε νέα μέσα ἐπικοινωνίας γεμίζοντας μὲ πλαστὲς-φανταστικὲς εἰκόνες τὸ μυαλό μας, ἀγνοώντας τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε. κατανοήσατε τοὺς κόρακας καὶ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ, οὐδὲ σπείρουσιν, οὐδὲ νήθει καὶ ὁ Θεὸς φροντίζει αὐτά· πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς ὀλιγόπιστοι;» (Λουκ. ιβ΄22-24). Πόσο διαφορετικὸς θὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἐὰν ἦταν ὀλιγαρκὴς στὴ ζωή του καὶ εἶχε γνώμονα τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ πορευόταν σύμφωνα μὲ αὐτόν. «Ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. στ΄ 8).

Θὰ ζοῦσε μὲ τὴν δυνατότητα τῆς δημιουργίας τοῦ ὡραίου καὶ ἐμπνευσμένου ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ τὸν ὁδηγοῦσε σὲ μονοπάτια ἀρετῶν καὶ πνευματικῆς ἀναζήτησης γιὰ τὰ δυσεπίλυτα ὑπαρξιακά του προβλήματα καὶ δὲν θὰ ἀρκεῖτο στὰ ξυλοκέρατα, στὴν ἀνάλωση τῆς ζωῆς γιὰ τὰ μάταια, τὰ πρόσκαιρα, τὰ ἀνέραστα καὶ πεπερασμένα.

Θὰ ἀνανέωνε συνεχῶς τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἄνοιγμα πρὸς κάθε ἀδελφό, ὁποιασδήποτε προέλευσης καὶ πνευματικότητας, γιατὶ ὁ κάθε «ἀδελφὸς» εἶναι πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ποὺ ξεκινάει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Δὲν ὑπάρχουν συνταγὲς ἰδιαίτερες, γιὰ νὰ ἀνοίξουν τὸν δρόμο γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ συνταγὴ εἶναι συγκεκριμένη ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Μαρκ. ι΄ 45), «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου» (Μάρκ. ιβ΄ 31). Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Θεανθρώπου ἔφερε τὴν εἰρήνη, τὴν ἐλπίδα, τὸ θάρρος, τὴν ἐλευθερία, τὴ λύτρωση καὶ ἄνοιξε τὸν παράδεισο καὶ καλεῖ ὅλους μας νὰ ζήσουμε ἀπὸ τώρα τὴν χαρὰ τῆς παραδείσιας κατάστασης στὶς καρδιές μας, στὶς ὅποιες σχέσεις μας καὶ σὲ ὅλην μας τὴν ζωήν.
Ἡ ζωὴ ποὺ καλούμεθα ἀπὸ τὸν Ἐνσαρκωμένο Λόγο καὶ Σωτήρα μας νὰ ζήσουμε, περιγράφεται στὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ στὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον καὶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ φανερώνεται βιωμένη ἀπὸ τοὺς ἐραστὲς τοῦ Εὐαγγελικοῦ Λόγου, τοὺς Ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Δύο παραδείγματα ἀπὸ τοὺς ἑορτάζοντας Ἁγίους αὐτὸ τὸ μῆνα.
ἅγιος Λουκᾶς (ἑορτάζει 18 Ὀκτωβρίου), μαθητὴς καὶ συνοδοιπόρος καὶ ἰατρὸς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἦτο Ἕλληνας στὴν ἐθνικότητα καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Περιόδευσε στὴν Δαλματία, στὴν Γαλλία, στὴν Ἰταλία, στὴν Ἀχαΐα, στὴν Βοιωτία καὶ φανέρωσε τὸν λόγον του, ὄχι γραπτῶς, ἀλλὰ βιωματικὰ καὶ μαρτυρικά.
Ἅγιος Γεράσιμος, προστάτης τῆς ἐνορίας μας, γεννήθηκε στὰ Τρίκαλα Κορινθίας τὸ 1506 ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς, ποὺ ἀνῆκαν στὴ Βυζαντινὴ οἰκογένεια τῶν Νοταράδων. Μετὰ ἀπὸ τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς στὴν πατρίδα, μεταβαίνει στὴ Ζάκυνθο, στὴν Κωνσταντινούπολη, στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὴν Κρήτη, μὲ συνεχεῖς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, θηρεύοντας εὐλογίες καὶ ἐμπειρίες, (ταξιδεύοντας «σὺν ἐμπορίᾳ τε καὶ θεωρία»).
Τελικῶς, σὲ ἐποχὴ δυσκολιῶν γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους κατοίκους, ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν Ἅγιο Γεράσιμο στὴν Κεφαλληνία, ὅπου ἐγκαθίσταται στὴν περιοχὴ Ὁμαλὰ καὶ ἱδρύει μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου Παχωμίου τὴν γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ «Νέα Ἱερουσαλήμ».
Τὸ 1579, στὶς 15 Αὐγούστου, ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, μετὰ ἀπὸ πενήντα χρόνια ἀσκητικῶν πνευματικῶν ἀγώνων, προγνωρίζοντας τὸν θάνατό του, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος, ὁ Ἅγιος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ταπείνωσης, ποὺ ὅλοι ἐμεῖς ἀμέσως ἤ ἐμμέσως ἀπολαμβάνουμε τὴν ἰδιαίτερη προστασία του, μᾶς προτρέπει γιὰ συνεχὴ νήψη, ἐγρήγορση, μετάνοια, ἀσκητικὸ φρόνημα, ταπείνωση καὶ εἰρήνη.

Εἴθε ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ πρεσβεῖες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων νὰ μᾶς ἀξιώσουν νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας γιὰ νὰ καταστῆ ἡ ζωή μας, ἡ προσωπική, ἡ οἰκογενειακή, ἡ ἐνοριακή, ἡ ἐθνικὴ καὶ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος ἀληθινὰ παραδείσια. Γένοιτο!

Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Ὀκτώβριος 2022