Ἡ ἔνδοξη Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ποὺ περιγράφεται κυρίως ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, τὸν θεολόγο τῆς Ἀναλήψεως, ἀποτελεῖ τὸ τέλος τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπουράνιας δοξασμένης Βασιλεία Του, ἀφοῦ πλέον βρίσκεται συγκάθεδρος καὶ συνδοξασμένος μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ ὑμνογράφοι ἐπισημαίνουν προρρήσεις καὶ γεγονότα στὴν Π. Διαθήκη, προτυπώσεις τῆς Ἀναλήψεως. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἀναλήφθηκε μὲ πύρινο ἅρμα, ἐνῶ τὸν Ἰησοῦ «νεφέλη ἀνέλαβε», γιὰ νὰ δειχθῇ ἡ ὁμοτιμία μὲ τὸν Πατέρα.

Ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτου Ἠλιού διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, διότι «ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅταν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, ἄφησε στὸν Ἐλισσαῖο τὴν μηλωτή του. Ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἀναλήφθηκε, ἄφησε στοὺς Μαθητές Του τὴν ὑπόσχεση τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τὸ νόημα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου εἶναι ἐπιβεβαίωσις τῆς ὑπερβολικῆς τιμῆς τῆς ἤδη θεωθείσης ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὴν ἐνθρόνισή της στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Τὸ δεξιὸν δηλώνει σχέση ἰσότητος καὶ μεγάλης τιμὴ πρὸς τὸν Υἱόν.

Ὡς Θεὸς ὁμοούσιος, ὁ Υἱὸς ποτὲ δὲν ἀποχωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. Κατέβηκε μὲν κατὰ τὴν Θεότητα, συγκαταβατικῶς, ἀνέβηκε δὲ καὶ σωματικῶς, ἐνῶ εἶναι Ἕνας καὶ ὁ Αὐτὸς καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Δὲν ὑψώνεται ὁ Ὕψιστος, ἀλλὰ ἡ σάρκα τοῦ Ὑψίστου· δὲν δοξάζεται ὁ Κύριος τῆς δόξης. ἀλλὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου τῆς δόξης.
Τώρα τὸ ἀναληφθὲν Σῶμα Του συνεδρεύει μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη δόξα καὶ τιμὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Προσκυνεῖται ἡ φύση μας ἀπὸ ὅλες τὶς Ἀγγελικὲς Δυνάμεις. Ἀνέβηκε ψηλότερα ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ καὶ δὲν στάθηκε, μέχρι ποὺ ἔφθασε στὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἀνέβηκε, λοιπόν, τὸ θεωμένο φύραμά μας πάνω ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Στὴν Ἀνάληψη εἶδαν οἱ Ἀρχάγγελοι τὸν ἄνθρωπο νὰ λάμπῃ κοντὰ στὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ν’ ἀστράφτη ἀπὸ ἀθάνατη δόξα καὶ ὀμορφιά.

Τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τὶς Κυριακές, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» εἶναι ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμὸς ποὺ μεταφέρει ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, τὸ μέγα μήνυμα, τὴν πιὸ χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τὸ θάνατο. Χιλιάδες φορὲς – ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καὶ ἀκούγεται, καὶ θὰ ἐξακολουθήσει ν’ ἀκούγεται στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη».

   Οἱ Ἅγιοι Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος, ὑπῆρξαν μάρτυρες τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου καὶ ὅλων τῶν γεγονότων ποὺ τὴν πλαισίωναν. Οἱ Μυροφόρες γυναῖκες κατέθεσαν τὴ δική τους ἰσχυρὴ μαρτυρία γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ παράθεση μαρτύρων ἐνέχει τεράστια σημασία γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ δίνεται μὲ τὸν πιὸ αὐθεντικὸ τρόπο τὸ μήνυμα ὅτι ἡ ἀλήθειά της δὲν εἶναι μιὰ μετέωρη καὶ ξεκάρφωτη διδασκαλία, ἀλλὰ στηρίζεται σὲ γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν μέσα στὴν ἱστορία καὶ ἀφοροῦν μιὰ πραγματικότητα ζωῆς, ποὺ τὴν χαρακτηρίζει ἡ ἀψευδὴς μαρτυρία. Ἀπὸ τὴν γραφίδα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ἐξυφαίνονται μὲ πολὺ γλαφυρὸ τρόπο τὰ γεγονότα ποὺ ἀφοροῦν τὴν μαρτυρία περὶ τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὸ παράδειγμά τους. Στὰ πρόσωπα τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ καὶ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου, σηματοδοτήθηκε ἡ μεγάλη ὑπέρβαση. Ἡ πίστη τους στὸν Χριστὸ δὲν περιοριζόταν σὲ μιὰ στεῖρα ἐγκεφαλικὴ προσέγγιση, ἀλλὰ ἔβγαινε ἐκ βάθους καρδίας. Ὁδηγήθηκαν σὲ μιὰ προσωπικὴ θυσία, γιατὶ ἔνιωθαν ὅτι ἔτσι ἐκπλήρωναν στὸ ἐλάχιστο τὸ χρέος τους πρὸς τὸν ἀγαπημένο τους Διδάσκαλο. Τὸ κατόρθωμά τους καταξιώνεται ἀκόμα πιὸ πολύ, ἄν ἀναλογιστοῦμε, ὅτι στοὺς ὑπόλοιπους μαθητὲς «ἐπέπεσε δειλία θανάτου» καὶ διασκορπίσθηκαν στὴ Γαλιλαία. Γι’ αὐτό, ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἀποτελοῦν αἰώνια πρότυπά μας, ἀφοῦ ἀνταποκρίθηκαν χωρὶς ἀναστολὲς στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἔσπασαν τὰ ὅποια φράγματα ἐγωιστικῆς αὐτάρκειας καὶ ἔδωσαν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἰσχυρὰ καὶ διαχρονικὰ μηνύματα.

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731-1805), ἀναδείχθηκε ταπεινὸς καὶ εὐκλεὴς ἱεράρχης, φωτεινὸς ἀσκητής, οὐρανόσταλτος ὁδηγὸς ψυχῶν, πολύτιμος συγγραφέας, Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ καὶ ἀκλινὴς καὶ ἀμετακίνητος ὑπέρμαχος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
Πολύτιμη ὑπῆρξε ἡ παρουσία του καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809) καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὀν Πάριο (1721 -1813), κατέστη ὁ σταυροφόρος καὶ πρωτεργάτης τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων, τῆς περίφημης φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης.
Ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ὁ σεπτὸς αὐτὸς ἀσκητὴς ἐπίσκοπος στὶς 17 Ἀπριλίου 1805. Τὸν ἔνθεο βίο του ἔγραψε ὁ πνευματικός του υἱὸς Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 17 Ἀπριλίου.


Ἀπολυτίκιον.Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης .
Τὸν Κορίνθου ποιμένα τὸν τῷ ὄντι Μακάριον, τὸν Θεοῦ πρόνοια τῆς Χίου,
ἀναφανέντα κοσμήτορα, ἐν πράξεσιν ὁμοὺ καὶ διδαχαίς, τιμῶμεν σὲ ἐν ὕμνοις καὶ ὠδαίς, - θεραπεύεις γὰρ νοσοῦντας, καὶ ἀπελαύνεις ἀκάθαρτα πνεύματα.
Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ τὰ ὀστά σου πηγὴν θαυμάτων ἀναδείξαντι.

Τὸ πνευματικὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων ἐνσάρκωσε τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀνασύνταξη καὶ ἀνακαίνιση τῆς ὅλης ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ συνέβαλε στὸ νὰ ἀνεύρῃ τὸ ὑπόδουλο γένος τὴν αὐτοσυνειδησία του καὶ τὸ φρόνημά του.