Ὁ Ἰούλιος εἶναι ὁ μήνας μὲ τὶς πολλὲς ἑορτὲς τῶν Ἁγίων καὶ, ὅπως γράφει καὶ ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, οἱ ἅγιοι εἶναι ἡ φανέρωσις τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἀληθινοῦ ἐπαναστάτη, ποὺ δύναται νὰ συμβάλλει ἀνέμακτα στὴν οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου.
Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο ὁλόκληρο ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν»· καὶ ναὶ μὲν εἶναι ἕνα μηδὲν μπροστὰ στὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μηδέν, τὸ τίποτα, ὑπάρχει, εἶναι πραγματικό, καὶ εἶναι ὁ φίλος, πλασμένος νὰ εἶναι ὁ διπλανός τοῦ Θεοῦ καὶ προορισμένος νὰ γίνει ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπική του ἐπιλογή. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὁ δεύτερος.

Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, ὡς δυνατότητα ἐκλογῆς τοῦ «δεύτερου», εἶναι ἡ μία πλευρὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ δὲν καταργεῖται ποτέ. Ἐὰν νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι, στὴν ἱστορική τους ζωή, δὲν μποροῦν νὰ ἁμαρτήσουν καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, τότε δὲν καταλαβαίνουμε οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τὸν Θεό. Καὶ στὴν αἰώνια ζωή τους δὲν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τους, ἀλλ’ ἑνώνεται αὐτοπροαίρετα μὲ τὴ Θεία ἐλευθερία ποὺ εἶναι καὶ Ἀγάπη. Ἐξ ἀντιθέτου, καταλαβαίνουμε πόσο ἐπειράζοντο οἱ Ἅγιοι, ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ἐλευθερία τους ἔναντι τοῦ ἐαυτοῦ τους: πόσο θέλουν τὸν Θεὸ ἢ ὄχι;
Ἄς μὴν εἶναι ἡ κόλαση καμμιὰ τιμωρία, οὔτε φοῦρνοι, οὔτε καζάνια, οὔτε τύψεις τῆς συνειδήσεως. Ἂν φαντασθοῦμε ὅτι ἀγαποῦμε, ἂν ὄχι τὸν Θεό - τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἔστω ἕναν ἄνθρωπο, ἀνεπιφύλακτα, ἀνιδιοτελῶς, καὶ μᾶς φεύγει, τὸν χάνουμε, εἴτε μὲ θάνατο εἴτε ἀλλιῶς, τραντάζονται τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὴν ἄβυσσο κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας, καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλη τιμωρία. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία δὲν ἐκφράζεται. Εἶναι ἐμπειρία πραγματικῆς κολάσεως. Ἂν κανεὶς καταλάβει τί σημαίνει νὰ χάσεις τὸν Θεό, καὶ τὸν συγκεκριμένο Θεὸ ποὺ ἔχουμε γνωρίσει, τὸν Χριστό, τότε δὲν θὰ μιλήσει μόνο γιὰ ἀπώλεια παραδείσου, ἀλλά θά κατανοήσει καί τό φοβερό προνόμιον τῆς ἐκλογῆς ἀλλά καί τὸ ἑνιαῖο ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας καί τὸ θετικό τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ ὄχι μόνο ὡς ἐκλογῆς. Ἂν δεῖτε ἁπλὲς ψυχὲς πόσο εἶναι ἑνιαῖες, καὶ πόσο ἑνιαῖα ζοῦν καὶ ἑνιαῖα ἀγαποῦν, θὰ τὰ καταλάβετε ὅλα αὐτά.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ αἰτία κάθε εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς, τὸ Πάσχα, ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία ἑορτὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος, ἀναφερόμενος στὴν προσευχὴ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι προσκυνήσωμεν ἅγιον, Κύριον, Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον», διδάσκει ὅτι δὲν ἀναφερόμαστε στὴν Ἀνάσταση ποὺ εἶδαν οἱ Μαθητές, δηλαδὴ δὲν πρόκειται μόνο γιὰ μιὰ ἱστορικὴ ἀναφορά, ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἀνάσταση ἢ μᾶλλον τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ ποὺ Τὸν βλέπουμε καὶ τό βιώνουμε μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὸ βιώνουμε ὡς ἡμετέρα Ἀνάστασιν τῶν «κάτω κειμένων» λέγοντας «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι» καὶ ὄχι «πιστευσάμενοι». 

Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α', 3).
 Εἶναι φυσικὸ αὐτὸ νὰ γινόταν γιατί, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἤθελε νὰ τοὺς παρηγορήση, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ τοὺς προετοιμάση γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του, τὴν ἔλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολὴν των εἰς τὴν οἰκουμένην.
Ἡ οἰκουμενικότητα τοῦ κηρύγματος τῆς Ἀνάστασης ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν.
Οἱ Ἀπόστολοι οἱ κατ΄ ἐξοχὴν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μετέδωσαν αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς μαρτυρίας στοὺς διαδόχους τους. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τῶν διαδόχων των, ἑπόμενως καὶ πάντων ἡμῶν τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ σὲ τελικὴ ἀνάλυση καθολικὴ ἀποστολὴ ὅλων τῶν πιστῶν, μία ἀποστολή ποὺ δέν περιορίζεται μόνο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀλλὰ προεκτείνεται καὶ στὴ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς ὁμολογίας. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34).

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη τόν ἄνθρωπο Θεόν κατά χάριν, ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς, πού ἔλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου μέ τήν Ἀνάστασή Του, πού ἐμφανίστηκε ἐπανειλημμένα στούς μαθητές Του, συναναστράφηκε ἐπί σαράντα ἡμέρες καί ἐπιβεβαίωσε σ’ αὐτούς τήν Ἀνάστασή Του μέ πολλές ἀποδείξεις, πού τούς ἔδειξε τίς πληγές Του, πού συνέφαγε μαζί τους καί πού τούς μίλησε γιά τίς προφητεῖες πού ἐκπληρώθηκαν μέ τήν ζωή καί τά πάθη Του, Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ καί ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετά τό Πάσχα, τήν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας.
Τήν Τετάρτη, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τήν ἀποκαλουμένη «Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα». Ἡ ἀκολουθία αὐτή εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτή τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μέ τήν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων: «Ἀναστήτω ὁ Θεός καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ …» καί «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». «Ἀποδίδουμε» τό Πάσχα, ἀποχωριζόμεθα τρόπον τινά τό Πάσχα καί ἴσως νά ἔπρεπε νά αἰσθανόμαστε λυπημένοι.
Ἀντί ὅμως γιά λύπη, μᾶς δίνεται νέα χαρά: ἡ χαρά τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως. Σύμφωνα μέ τήν εὐαγγελική διήγηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἔδωσε τίς τελευταῖες ὁδηγίες στούς μαθητές, «ἐξήγαγε … αὐτούς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς, καί διέστη ἀπ’ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν, καί αὐτοί προσκυνήσαντες αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ μετά χαρᾶς μεγάλης».
Ἡ πηγή αὐτῆς τῆς “μεγάλης χαρᾶς” πού ἐκρήγνυται μέ τέτοια ἐκπληκτική λαμπρότητα τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, εἶναι ἡ χαρά τοῦ «χωρισμοῦ»! Πού ὅμως συνέχειά του εἶναι ἡ διαβεβαίωσις «μεθ’ ἡμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος».
Δέν γιορτάζουμε τήν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς. Εἶναι ὁλόκληρη ἡ χαρά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως πού βρίσκεται στήν συνειδητοποίηση τῆς παρουσίας Του, ὅπως ἀκριβῶς τήν ὑποσχέθηκε: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18,20).


Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως φανερώνει τό ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ στούς ἀνθρώπους, ὡς τοῦ νέου καί αἰωνίου οἴκου τους, ὡς τῆς ἀληθινῆς πατρίδας των.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ προδοσία τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί πού χώρισε βίαια τή γῆ ἀπό τόν οὐρανό καί μᾶς ἔκανε γήινους καί χοντροκομμένους.
Ὁ ἄνθρωπος μέ ὑπεροψία καί ὑπερηφάνεια ἀναγγέλλει πώς εἶναι μόνο ὑλικός καί πώς τίποτε δέν ὑπάρχει δέν ὑπῆρξε οὔτε καί θά ὑπάρξει πέρα ἀπό τό ὑλικό.
Ἐάν δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, δηλαδή πεθαίνουμε καί ἐξαφανιζόμαστε; Τότε ἄς διερωτηθοῦμε: Αὐτό εἶναι τό τελικό ἀποτέλεσμα καί ἡ οὐσία τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς ἐπιστήμης μας, τῆς ἰδεολογίας μας καί ὅτι ὅλη ἡ πρόοδος καταλήγει στό νεκροταφεῖο;
Ἂς ἀφήσουμε νά ἀπαντήσει σ’ αὐτό τό ἐρώτημα ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος μιλῶντας γιά τόν οὐρανό, ἀναφωνεῖ: Ὁ οὐρανός δέν βρίσκεται κάπου στό ἀπώτερο διάστημα πέρα ἀπό τούς πλανῆτες ἤ σέ κάποιον ἄγνωστο γαλαξία.
Ὁ οὐρανός εἶναι αὐτό πού μᾶς γνωρίζει ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάληψή Του καί πού ἡ ἁμαρτία καί ἡ ὑπερηφάνειά μας, μέ τίς ἐπίγειες καὶ ἀποκλειστικά γήινες, ἐπιστῆμες καί ἰδεολογίες μᾶς τόν ἀπέκλεισαν. Τώρα ὁ οὐρανός εἶναι πλέον προσιτός, μᾶς τόν φανερώνει καί μᾶς τόν προσφέρει ὁ Χριστός μὲ τὸ νὰ μᾶς καθιστᾶ συγκατοίκους του.
Οὐρανός εἶναι ὁ παράδεισος, τό βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τό βασίλειο τῆς ἀλήθειας, τῆς καλοσύνης καί τῆς ὀμορφιᾶς πού θά σώσει τόν κόσμο.
Οὐρανός εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματική μεταμόρφωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ νίκη πάνω στόν θάνατο, ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης, ἡ ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἔσχατης ἐπιθυμίας γιά τήν ὁποία εἰπώθηκε: «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἠτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν».
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει πὼς «ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός». Ὁ Θεός κατέβηκε στή γῆ γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς νά ἀνέβουμε στόν οὐρανό! Αὐτό ἀκριβῶς γιορτάζουμε τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως! Αὐτή εἶναι ἡ πηγή τῆς λαμπρότητας καί τῆς ἄρρητης χαρᾶς. Ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη προσκαλεῖται ν’ ἀναληφθεῖ μαζί Του, γιὰ μιὰ ζωὴ καὶ «ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ σκοπός, τό νόημα καί ἡ ἔσχατη χαρά τῆς ζωῆς μας. “Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσιν σε, ἐγώ εἰμί μεθ’ ἡμῶν καί οὐδείς καθ’ ἡμῶν.”

Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς
Μάϊος 2017