Πνευματικά Κείμενα

Είθε η ανάγνωση και ο στοχασμός επάνω στα κείμενα αυτά, να είναι αφορμή προσευχής και αναφοράς στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και τον προστάτη μας Άγιο Γεράσιμο

Περί ελεημοσύνης (του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου)

Πραγματικὰ εἶναι μεγάλο ἀγαθὸ καὶ δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλεημοσύνη καὶ μᾶς ἐξομοιώνει, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατό, μὲ τὸν Θεό, ὅταν τὴν ἀσκοῦμε.
Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι σπουδαιότερο πρᾶγμα ἀπὸ τὸ νὰ ἀνασταίνει κανεὶς νεκρούς. Γιατί εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο νὰ δώσεις τροφὴ στὸν πεινασμένο Χριστὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀναστήσεις νεκροὺς στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πρώτη ἐσὺ εὐεργετεῖς τὸ Χριστό, στὴν δεύτερη ὁ Χριστὸς ἐσένα. Καὶ ἀμείβεται κανεὶς ὅταν εὐεργετεῖ καὶ ὄχι ὅταν τὸν εὐεργετοῦν.
Ἐλεημοσύνη εἶναι ὅταν τὴν κάνεις μὲ προθυμία, ὅταν τὴν κάνεις μὲ γενναιοδωρία, ὅταν δὲν νομίζεις πὼς δίνεις ἀλλὰ πὼς παίρνεις, ὅταν τὴν κάνεις σὰν νὰ σὲ εὐεργετοῦν, σὰν νὰ κερδίζεις, σὰν νὰ μὴ χάνεις.
Δὲν βλέπεις πὼς ὅλοι χρειαζόμαστε τοὺς ἄλλους; Ὁ στρατιωτικὸς τὸν τεχνίτη, ὁ τεχνίτης τὸν ἔμπορο, ὁ ἔμπορος τὸ γεωργό, ὁ δοῦλος τὸν ἐλεύθερο, ὁ οἰκοδεσπότης τὸν ὑπηρέτη, ὁ φτωχὸς τὸν πλούσιο, ὁ πλούσιος το φτωχό, ἐκεῖνος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ, τὸν ἐλεήμονα, ὁ ἐλεήμονας τὸν ἐλεούμενο. Γιατί ὁ ἐλεούμενος ἐξυπηρετεῖ μεγάλη ἀνάγκη, πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες. Πραγματικά, ἂν δὲν ὑπῆρχαν φτωχοί, θὰ χάναμε τὸ σπουδαιότερο μέσο τῆς σωτηρίας μας, γιατί δὲν θὰ εἴχαμε ποῦ νὰ δώσουμε τὰ χρήματα. Ἑπομένως καὶ ὁ φτωχός, ποὺ θεωρεῖται πὼς εἶναι ὁ πιὸ ἄχρηστος ἀπὸ ὅλους, εἶναι πιὸ χρήσιμος ἀπ’ ὅλους.
Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῆς ἐλεημοσύνης. Ὁδηγεῖ εἰς τὸν οὐρανὸν μὲ πολλὴν παρρησίαν ἐκείνους ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Διότι εἶναι γνώριμος εἰς τοὺς θυρωροὺς τοῦ οὐρανοῦ, εἰς τοὺς φυλάσσοντας τὰς θύρας τοῦ νυμφῶνος, ὄχι δὲ μόνον γνώριμος, ἀλλὰ καὶ σεβαστή. Καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἀναγνωρίσει, ὅτι τὴν τιμοῦν, θὰ τοὺς ὁδηγήσει μὲ πολλὴν παρρησίαν καὶ κανεὶς δὲν θὰ φέρει ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ ὅλοι ὑποχωροῦν.
Κάμε τὸν Θεὸν ὀφειλέτη σου, καὶ τότε ζήτησε ἀπ’ αὐτόν. Δάνεισε, καὶ τότε ζήτα, γιὰ νὰ πάρεις μὲ τόκο. Αὐτὸ τὸ θέλει καὶ ὁ Θεός, δὲν τὸ ἀποφεύγει. Ἂν τοῦ ζητᾶς, μαζὶ μὲ ἐλεημοσύνη, ποὺ ἔκαμες, χρωστᾶ χάρη. Ἂν ἀπαιτεῖς, μὲ ἐλεημοσύνη, δανείζεις καὶ παίρνεις καὶ τόκους. Ναὶ παρακαλῶ. Δὲν εἰσακούεται κανεὶς σηκώνοντας τὰ χέρια. Ἅπλωσε τὰ χέρια σου, ὄχι στὸν οὐρανό, ἀλλὰ στὰ χέρια τῶν φτωχῶν. Ἂν ἁπλώσεις τὸ χέρι στὰ χέρια τῶν φτωχῶν, ἄγγιξες τὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί αὐτὸς ποὺ κάθεται ἐκεῖ, αὐτὸς παίρνει τὴν ἐλεημοσύνη. Ἂν ὑψώσεις τὰ χέρια ἄκαρπα, σὲ τίποτε δὲν ὠφελήθηκες.
Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καὶ τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς στὸ χῶμα ἔχουν πιὸ δύσκολο κόπο ἀπ’ αὐτή, ὅμως τίποτε δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρὸ καὶ δυνατὸ στὸ νὰ σβήσει τὴ φωτιὰ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅσο ἡ ἐλεημοσύνη. Αὐτὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα, στήνει τοὺς ἐραστές της κοντὰ στὸν ἴδιο τὸ βασιλιά. Καὶ πολὺ σωστά. Γιατί ἡ παρθενία, ἡ νηστεία καὶ τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς στὸ χῶμα σταματάει μόνο γύρω ἀπ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἀσκεῖ καὶ δὲν ἔσωσε κανέναν ἄλλο. Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, ἁπλώνεται σὲ ὅλους καὶ ἀγκαλιάζει τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε τὰ κατορθώματα ἐκεῖνα ποὺ ἁπλώνονται σὲ πολλοὺς εἶναι πολὺ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ σταματοῦν γύρω ἀπὸ ἕναν.


Μὴ βλέπεις τὸ φτωχὸ ποὺ παίρνει, ἀλλὰ τὸ Θεὸ ποὺ ἀνταποδίδει, ὄχι ἐκεῖνον ποὺ δέχεται χρήματα ἀλλὰ αὐτὸν ποὺ γίνεται ὑπεύθυνος γιὰ τὸ χρέος. Καὶ γι’ αὐτὸ ἄλλος παίρνει καὶ ἄλλος ἀνταποδίδει, γιὰ νὰ μᾶς παρακινήσει σὲ ἐλεημοσύνη καὶ σὲ συμπόνια ἡ φτώχεια καὶ ἡ συμφορὰ ἐκείνου, ποὺ δέχεται, ἐνῷ ὁ πλοῦτος αὐτοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἀνταποδώσει ἐγγυώμενος τὴν πληρωμὴ καὶ τὴν ἐξόφληση ποὺ ἀκολουθεῖ μὲ μεγάλη προσαύξηση, θὰ μᾶς δώσει ἐλπίδα γιὰ τὸ δάνειο καὶ τὸ κέρδος καὶ θὰ συμβάλει στὸ νὰ γίνει μὲ περισσότερη γενναιοδωρία ἡ ἐλεημοσύνη. Γιατί πές μου, ποιός, ἐνῷ πρόκειται νὰ πάρει ἑκατὸ φορὲς περισσότερα καὶ ἐλπίζει ὁπωσδήποτε στὴν ἀνταπόδοση, δὲν θὰ τὰ προσφέρει ὅλα;
Ὅταν ὅμως μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ἐπιτυγχάνονται τόσα βραβεῖα καὶ τόσες ἀμοιβὲς καὶ τόση συγχώρηση ἁμαρτημάτων, πές μου, ποιά δικαιολογία θὰ ἔχουν ἐκεῖνοι ποὺ λυποῦνται τὰ χρήματα καὶ καταποντίζουν τὴν ψυχὴ τοὺς μέσα στὰ ἁμαρτήματα; Καὶ ἂν τίποτε ἄλλο δὲν σὲ παρακινεῖ καὶ δὲν σὲ συγκινεῖ γιὰ συμπόνια καὶ γιὰ ἐλεημοσύνη, σκέψου τὸν ξαφνικὸ θάνατο καὶ ἀφοῦ ἀναλογισθεῖς ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν δώσεις στοὺς φτωχούς, ὅταν ἔρθει ὁ θάνατος καὶ χωρὶς τὴ θέλησή σου θὰ τὰ παραχωρήσεις στοὺς ἄλλους, τουλάχιστον ἔτσι γίνε τώρα φιλάνθρωπος.
Χρησιμοποίησε τὰ χρήματά σου γιὰ φιλανθρωπία καὶ θὰ γίνεις ὅμοιος μ’ Αὐτὸν ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο, ὅσο εἶναι δυνατὸ βέβαια νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ τὸ Θεό.
Καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ βλέπω νὰ δέχεστε μὲ πολλὴ προθυμία πάντοτε τοὺς λόγους γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πιὸ συχνά σας προτρέπω γι’ αὐτήν. Οἱ φτωχοὶ εἶναι γιατροὶ τῶν ψυχῶν μας, εὐεργέτες καὶ προστάτες, γιατί δὲν δίνεις τόσο, ὅσο παίρνεις. Δίνεις χρήματα καὶ παίρνεις τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀνακουφίζοντας τὴ φτώχεια, καὶ συμφιλιώνεις τὸν Κύριον μὲ τὸν ἑαυτό σου. Βλέπεις ὅτι δὲν εἶναι ἴση ἡ ἀνταπόδοση; Αὐτὰ εἶναι στὴ γῆ, ἐκεῖνα στὸν οὐρανό. Αὐτὰ χάνονται, ἐκεῖνα παραμένουν. Αὐτὰ καταστρέφονται, ἐκεῖνα δὲν παθαίνουν καμιὰ φθορά.
Ἂς μὴ νομίζουμε, λοιπὸν, ὅτι ἐλαττώνεται ἡ περιουσία μας, ὅταν δίνουμε ἐλεημοσύνη. Γιατί δὲν ἐλαττώνεται, ἀλλὰ αὐξάνεται. Δὲν ξοδεύεται, ἀλλὰ περισσεύει, καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται εἶναι ἕνα εἶδος ἐμπορίας καὶ σπορᾶς. Ἢ καλύτερα εἶναι ἐπικερδέστερο καὶ ἀσφαλέστερο καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά. Γιατί ἡ ἐμπορία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῆς θάλασσας καὶ ἀπὸ ναυάγια πολλά, καὶ ἡ σπορὰ ἐπίσης ἀπὸ ξηρασίες καὶ πλημμύρες καὶ ἀπὸ καιρικὲς ἀνωμαλίες, ἐνῷ τὰ χρήματα ποὺ κατατίθενται στὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἁρπάξει ἀπὸ τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ ἔλαβε ἐκεῖνα ποὺ δόθηκαν μιὰ φορά, ἀλλὰ μένουν καὶ μᾶς ἐξασφαλίζουν πολὺ καὶ ἀνέκφραστο τὸν καρπὸ καὶ φέρνουν πλούσιο τὸ θερισμὸ στὸν κατάλληλο καιρό. «Ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ οἰκονομία», λέγει, «θὰ θερίσει καὶ μὲ οἰκονομία, καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπέρνει μὲ ἀφθονία, θὰ θερίσει καὶ μὲ ἀφθονία» (Β΄ Κορ. 9, 6).


Ἐπεξεργασία κειμένου: π. Σάββας Γεωργιάδης
Ἀναγνώστηκε στὴν σύναξη τῶν ἐθελοντριῶν καὶ συνεργάτιδων τοῦ Ενοριακού Φιλοπτώχου Ταμείου καὶ τοῦ Κέντρου Ἐνοριακῆς Ἀγάπης.
Νοέμβριος 2016

Ὁ Ἰούλιος εἶναι ὁ μήνας μὲ τὶς πολλὲς ἑορτὲς τῶν Ἁγίων καὶ, ὅπως γράφει καὶ ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, οἱ ἅγιοι εἶναι ἡ φανέρωσις τοῦ αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ ἀληθινοῦ ἐπαναστάτη, ποὺ δύναται νὰ συμβάλλει ἀνέμακτα στὴν οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τοῦ κόσμου.

Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο ὁλόκληρο ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν»· καὶ ναὶ μὲν εἶναι ἕνα μηδὲν μπροστὰ στὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μηδέν, τὸ τίποτα, ὑπάρχει, εἶναι πραγματικό, καὶ εἶναι ὁ φίλος, πλασμένος νὰ εἶναι ὁ διπλανός τοῦ Θεοῦ καὶ προορισμένος νὰ γίνει ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπική του ἐπιλογή. Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὁ δεύτερος.
Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, ὡς δυνατότητα ἐκλογῆς τοῦ «δεύτερου», εἶναι ἡ μία πλευρὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ δὲν καταργεῖται ποτέ. Ἐὰν νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι, στὴν ἱστορική τους ζωή, δὲν μποροῦν νὰ ἁμαρτήσουν καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, τότε δὲν καταλαβαίνουμε οὔτε τοὺς Ἁγίους, οὔτε τὸν Θεό. Καὶ στὴν αἰώνια ζωή τους δὲν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τους, ἀλλ’ ἑνώνεται αὐτοπροαίρετα μὲ τὴ Θεία ἐλευθερία ποὺ εἶναι καὶ Ἀγάπη. Ἐξ ἀντιθέτου, καταλαβαίνουμε πόσο ἐπειράζοντο οἱ Ἅγιοι, ἀκριβῶς γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἡ ἐλευθερία τους ἔναντι τοῦ ἐαυτοῦ τους: πόσο θέλουν τὸν Θεὸ ἢ ὄχι;

Ἄς μὴν εἶναι ἡ κόλαση καμμιὰ τιμωρία, οὔτε φοῦρνοι, οὔτε καζάνια, οὔτε τύψεις τῆς συνειδήσεως. Ἂν φαντασθοῦμε ὅτι ἀγαποῦμε, ἂν ὄχι τὸν Θεό - τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἔστω ἕναν ἄνθρωπο, ἀνεπιφύλακτα, ἀνιδιοτελῶς, καὶ μᾶς φεύγει, τὸν χάνουμε, εἴτε μὲ θάνατο εἴτε ἀλλιῶς, τραντάζονται τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀντιλαμβανόμεθα τὴν ἄβυσσο κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας, καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλη τιμωρία. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία δὲν ἐκφράζεται. Εἶναι ἐμπειρία πραγματικῆς κολάσεως. Ἂν κανεὶς καταλάβει τί σημαίνει νὰ χάσεις τὸν Θεό, καὶ τὸν συγκεκριμένο Θεὸ ποὺ ἔχουμε γνωρίσει, τὸν Χριστό, τότε δὲν θὰ μιλήσει μόνο γιὰ ἀπώλεια παραδείσου, ἀλλά θά κατανοήσει καί τό φοβερό προνόμιον τῆς ἐκλογῆς ἀλλά καί τὸ ἑνιαῖο ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας καί τὸ θετικό τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ ὄχι μόνο ὡς ἐκλογῆς. Ἂν δεῖτε ἁπλὲς ψυχὲς πόσο εἶναι ἑνιαῖες, καὶ πόσο ἑνιαῖα ζοῦν καὶ ἑνιαῖα ἀγαποῦν, θὰ τὰ καταλάβετε ὅλα αὐτά.

Εἶναι σὰν τὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ, ποὺ ὅταν ἦρθαν οἱ σοφοί, οἱ συνετοί, οἱ εὐσεβεῖς ἀπαντοῦσε: «Μὴ μοῦ λέτε τώρα ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ Θεὸς μὲ τιμωρεῖ. Φύγετε». Καὶ φάνηκε ὁ Ἰὼβ στὰ μάτια τοὺς ὡς θεοβλάσφημος. Ἀλλὰ ὁ Ἰὼβ ἤθελε νὰ πιαστεῖ μὲ τὸν Θεό, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸν ἀρνεῖται ἢ ὅτι εἶναι ἄθεος. Ὄχι. Ὁ Ἰὼβ θέλει νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰὼβ ζητάει φίλο, δὲν ζητάει κύριο. Ζητάει νὰ συναντηθεῖ πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Θεό.
Αὐτὸ εἶναι πολὺ ἀληθινὸ γιὰ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ποὺ κινεῖται, ἐξελίσσεται, βιοῦται σὲ σχέσεις ὅπου πρέπει νὰ ἀποκλειστοῦν ὅλα, ὅσα προϋποθέτουν κάθε τί ἄλλο παρὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο.
Ὅταν μάλιστα λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε τὸν Θεόν, ἀκόμα καί τόν συνάνθρωπο, δὲν χωροῦν σκοπιμότητες, μιζέριες καί παράπονα.
Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι κατ’ ἀρχὴν θετική, ἔχει βεβαίως τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκλογῆς, τὴ δυνατότητα τῆς ἐκλογῆς -καὶ ποτὲ δὲν αἴρεται αὐτὴ- ὡς πλήρης, ὡς πραγματικὴ ἐλευθερία, πρέπει νὰ εἶναι πλήρωμα, πρέπει νὰ εἶναι ζωή, ἀγάπη μ’ ἄλλα λόγια.

Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία, τουναντίον τὴν οἰκοδομεῖ, τὴν ὁλοκληρώνει, τὴν πληρώνει, τὴν γεμίζει. Καὶ σ’ αὐτὰ τὰ ὁριακὰ ἐπίπεδα, σ’ αὐτὲς τὶς διαστάσεις μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει γιατί εἶναι σπουδαία ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
Ὁ Θεὸς ἔδειξε τὴν ἀγάπη Του, ἔδειξε ὅτι μᾶς ἀγάπησε πρῶτα Αὐτός, καὶ ἔστειλε τὸν Υἱό Του «ἵνα ζήσωμεν δι’ αὐτοῦ» (Α΄ Ἰωάν. 4,9). Καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀδύναμος νὰ ἀναγκάσει ὅλους νὰ Τὸν ἀγαπήσουν· εὐτυχῶς ποὺ εἶναι ἔτσι, διότι θὰ γινόταν ἕνας Θεὸς-τύραννος. Κανένα σύστημα ἀκόμα καὶ ὁ Χριστιανισμός ὡς σύστημα δὲν ἔχει λύσεις. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα, ἡ μόνη ἐλπίδα ὅπως Τὸν βιώνει ἡ Ὀρθοδοξία. Ἦλθε, ἔγινε ἄνθρωπος, ἔχει προσελκύσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ τώρα ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ γίνει τὸ ἴδιο.

Ἡ οὐσιαστικὰ ὀρθόδοξη στάση ἀπέναντι στὸν Θεό εἶναι ἡ ἀσκητική, παραδοσιακὴ στάση καὶ ἄσκηση, ὡς ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου· νὰ εἶσαι ὅλη τὴν ὥρα, σὲ μία στάση δυναμική, ἀκριβῶς γιὰ νὰ εἶσαι προσεκτικός, νὰ εἶσαι συγκροτημένος, νά εἶσαι δεκτικός. Καὶ ὅταν δώσει ὁ Θεὸς τὴ Χάρι Του, πού δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία, ἁπλῶς τρέφει, βοηθάει, αὐξάνει, ἀναπτύσσει τὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ βέβαια ὁ Θεὸς τὰ ἔχει δώσει, καὶ τὸ νοῦ καὶ τὶς δυνάμεις καὶ ὅλα, ἀλλὰ πάλι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ποὺ καλεῖται αὐτός νά ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Δὲν ἀγαπᾶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τὸν Θεό, ἡ Χάρις βοηθάει. Διότι ἀλλιῶς ὁ Θεὸς θὰ ἀγαποῦσε τὸν ἑαυτό του μέσῳ τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπάει Αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαπάει. Εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ «δυοφυσιτισμοῦ» τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἔγινε διπλοὺς καὶ δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ εἶναι διπλούς, διότι ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν διπλανό του καὶ αὐτὸς ὁ διπλανός του δὲν πρέπει νὰ καταργηθεῖ. Αὐτὸς ὁ διπλανὸς ὅμως ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα, τὴν ἐλευθερία νὰ ἀπομονωθεῖ καὶ νὰ ἀπομονώσει τὸν Ἄλλον, τὸν φοβερόν Θεόν καὶ νὰ μὴν λειτουργεῖ ἡ ἀγάπη. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ κόλαση.

Ἕνα κοινὸ σημεῖο ὅλων τῶν ἁγίων καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμά των εἶναι ἡ βαθειά ταπεινοφροσύνη καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεπάρκειας. Ὅσο προάγονται στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἀνεβαίνουν τὴν «κλίμακα» τῶν ἀρετῶν καὶ πλησιάζουν περισσότερο τὸ Θεὸ, μετανοοῦν περισσότερο. Δὲν ἀποτελεῖ ὑπερβολὴ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Ἅγιος εἶναι ἕνας ἐνσυνείδητος ἁμαρτωλὸς σὲ κατάσταση συνεχοῦς μετανοίας.

Διασκευή ἀπό ὁμιλίες τοῦ π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, «Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη», ἐκδ. Δόμος
Ἐπιμέλεια κειμένων: Πρωτοπρ. Γεώργιος Καλαντζῆς,
Ἰούλιος 2016

Περί Θείου ἔρωτος

Στά ἔργα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, στίς Κατηχήσεις του, στούς Θεολογικούς καί Ἠθικούς του Λόγους, στούς Ὕμνους του, βρίσκουμε ἀρκετά συχνά τήν λέξη ἔρως ἀναφερόμενη εἰς τόν θεῖο ἔρωτα.
"Μακάριος ὁ σοί περιπλακείς ἐξ ἔρωτος θείου. Μακάριος δέ καί τρισμακάριος καί ὅν σύ προσελάβου. Ἐπαινετός ὁ καταδιώκων σε, ἐπαινετώτερος ὁ εὑρών σε, μακαριώτερος ὁ ἀγαπηθείς ὑπό σοῦ."

Πολλάκις ὁ θεῖος ἔρως δέν διακρίνεται καθαρά ἀπό τή θεία ἀγάπη. Περιγράφεται συνήθως σάν μιά φλογερή πνευματική ἐπιθυμία, πού ἀντιτίθεται στόν ἐπίγειο ἔρωτα, ὅπως ἡ ἐπίγεια ὀμορφιά ἀντιτίθεται στήν οὐράνια ὀμορφιά.

"Ἀμήχανον τό κάλλος σου, ἀσύκριτον τό εἶδος,
ἡ ὡραιότης ἄφατος, ὑπέρ λόγον ἡ δόξα."

Ὁ ἅγιος Συμεών πολλάκις χρησιμοποιεῖ μαζί καί τίς δύο ἐκφράσεις (ἀγάπη καί ἔρως) καί βεβαιεῖ ὅτι πρόκειται γιά μία φλογερή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

"...ἐξανατέλλουσα ἐν ψυχαῖς φιλοθέοις
εὐθύς ἡμέραν ἐμποιεῖ ἀπαθείας."

Ἀντίθετα, διαπράττουμε σοβαρό ἁμάρτημα παραδίνοντας τά μέλη τοῦ σώματός μας στούς δαίμονες - "εἰς ἄτιμα τῆς ἁμαρτίας ἔργα.
...οὐ φρίττομεν...ρίπτειν ἑαυτούς εἰς ἄτιμα τῆς ἁμαρτίας ἔργα; - τοῖς πονηροῖς δαίμοσιν;"
Ὁ πόθος καί ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ ἐπιθυμεῖ ν’ ἀγαπάει ὅλο καί περισσότερο, ἀλλά, ἡ ἀδυναμία τοῦ ν’ ἀγαπᾶς ὅπως θά ἤθελες προκαλεῖ τό συναίσθημα ὅτι ἔχεις χάσει τελείως αὐτήν τήν ἀγάπη.

"Ἐκζητῶν δέ ἀκορέστως τοῦ ἐρᾶν με,
προσαπόλλω καί ὅν εἶχον ἔρωτα Θεοῦ...
ἀσθενοῦσα δέ ἡ φύσις ...παραδόξως
ζῶν ὁ ἔρως τότε μᾶλλον"

Ὁ ἅγιος Συμεών λαβωμένος ἀπό τή θεία ὀμορφιά, ἀναφωνεῖ:

"Σέ γάρ ὁρῶν τιτρώσκομαι...
ἀπρόσιτος ἡ δόξα σου, καί τίς ποτέ σε εἶδεν
ἤ τίς ἰδεῖν σε δυνηθῇ ὅλον, σέ, τόν Θεόν μου;"

Ὁ ἅγιος Συμεών περιγράφει μέ γαμήλιες εἰκόνες τήν ἕνωση μέ τό Θεό, τήν προσωποιημένη ἀπάθεια:

"Ἡ ἀστραπήμορφος ἀπάθεια συνῆν μοι...
καί γάμου πόθον ἄπειρον, ἑνώσεως ἐνθέου,
ἐξ ἧς κἀγώ μεταλαβών ἀπαθής ἐγενόμην."

Θά σημείωνε κανείς ἐδῶ μέ πόση ἔνταση προειδοποιεῖ τούς ἀναγνώστες του ἐναντίον κάθε σαρκικῆς ἑρμηνείας αὐτῶν τῶν εἰκόνων, πού τίς θέλει πνευματικές."Καί συνενούμενος αὐτῷ οὐρανούς ὑπερβαίνω τό ποῦ τό σῶμα τότε ὑπάρχει, οὐ γινώσκω."

Μέσα σ’ αὐτή τήν κατάσταση τῆς ἑνώσεως ὁ ἅγιος Συμεών αἰσθάνεται πιό μεγάλος ἀπό τόν κόσμο ὁλάκερο:
"Ὑπάρχω δυνατώτερος καί βασιλέων μείζων καί τιμιώτερος πολύ τῶν ὁρωμένων πάντων."

Στούς Ἠθικούς του Λόγους, ὁ ἅγιος Συμεών χαράζει καί πάλι ἐκτενῶς τό ὁδοιπορικό τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, μέ τήν ἐκπλήρωσιν τῶν θείων ἐντολῶν, τόν μακρύ δρόμο, στό τέλος τοῦ ὁποίου πέφτει ἐξαντλημένος˙ καί τότε λοιπόν ὁ Θεός πού τόσο εἶχε ἐπιθυμήσει τοῦ ἐμφανίζεται καί τόν ὁδηγεῖ στή νυφική παστάδα, ὅπου γίνεται μέτοχος τοῦ μυστικοῦ γάμου:

"οὗτος, πάλιν τήν ὁδόν ἄνωθεν ἀπαρξάμενος, τρέχει σφοδρότερον, ἐντονώτερον, ἀσφαλέστερον˙ περιπατεῖ σύννους, τῇ μνήμῃ φλέγεται, τῷ πόθῳ καίεται καί γίνεται ὅλος ἔξω τοῦ κόσμου, συνάπτεται τοῖς ἀγγέλοις, τῇ ἀθανασίᾳ συμπλέκεται, εἰς τρίτον ἀνέρχεται οὐρανόν, ἁρπάζεται εἰς παράδεισον, ἀκούει ἄρρητα ρήματα, εἰς τόν νυμφῶνα εἰσέρχεται, τόν νυμφίον ὁρᾷ, τοῦ πνευματικοῦ γάμου ἐν μετοχῇ γίνεται, πάντων τῶν ἀγαθῶν ἐν ἀπολαύσει γίνεται, εἰς ἅ οὐδέ τῶν ἀγγέλων αἱ δυνάμεις ἀδεῶς ἐνατενίσαι τολμῶσιν."

Αὐτό πού κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει σ’ αὐτό τό ἀπόσπασμα εἶναι ὁ Θεός συγκαταβαίνει ὡς ἀντικείμενο ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἕνωσι μαζί Του σ’ ἕνα μυστικό γάμο.

Ὁ ἅγιος Συμεών διακρίνει τίς χαρές τῆς θεϊκῆς ἑνώσεως ἀπό τίς ἐπίγειες χαρές, γιατί αὐτές οἱ χαρές δέν εἶναι ἀνακατεμένες μέ λύπη. "Τά μέν γάρ ἐν τῷ βίῳ τούτῳ καλά συνεπομένην ὁμολογουμένως ἔχουσιν καί συγκεκληρωμένην αὐτοῖς τήν λύπην καί τήν ἀθυμίαν καί τήν ὀδύνην, ἡ δέ μετά τοῦ Θεοῦ διαγωγή καί ἡ ὁμιλία καί ἡ θεωρία πᾶσαν ὑπερβαίνει μακαριότητα καί πάσης ὑπέρκειται δόξης καί εὐκληρίας καί χαρᾶς καί ἀνέσεως."

Στά Κεφάλαιά του ὁ ἅγιος Συμεών μιλώντας γιά τή συντριβή λέει πώς μιά ἀπό τίς ἐνέργειές της εἶναι ν’ ἀνάψει στήν καρδιά τή φλόγα τοῦ ἔρωτα καί τοῦ πόθου πρός τόν Θεό.

"Τό πένθος διπλοῦ ταῖς ἐνεργείαις ἐστί καί ὡς μέν ὕδωρ, διά τῶν δακρύων πᾶσαν σβεννύει τήν φλόγα τῶν παθῶν καί τήν ψυχήν ἐκκαθαίρει τοῦ ἐξ αὐτῶν μολυσμοῦ˙ ὡς δέ πῦρ, διά τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζωοποιεῖ καί ἀναφλέγει καί ἐκπυροῖ καί θερμαίνει τήν καρδίαν καί πρός ἔρωτα καί πόθον Θεοῦ ἐξάπτει αὐτήν."

Ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ ἄναψε ἐδῶ ἀπό τό πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτή ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ ἀρραβώνας τῆς μυστικῆς ἑνώσεως μέ τό Θεό. Μιλάει μάλιστα γιά τήν ἀγάπη, "τήν μηδέποτε ἱσταμένην μήτε πίπτουσαν, ἀλλά διά παντός προστιθεμένην τοῖς ἔμπροσθεν, πόθῳ πόθον προσλαμβανομένην καί ἔρωτι ἔρωτα." Ἡ ἕνωση τῆς ψυχῆς μέ τόν Θεό εἶναι σάν τήν ἕνωση τοῦ ἄνδρα μέ τή γυναίκα:

"Πῶς γάρ καί χωρισθήσεται ἡ νύμφη τοῦ νυμφίου,
ἤ ὁ ἀνήρ τῆς γυναικός, ᾗ συνηρμόσθη ἅπαξ;
... Καί ἔσονται οἱ δύο εἰς μίαν σάρκα»...
Καί ἡ ψυχή ἐν τῷ Θεῷ καί θεός ἐν ψυχῇ "

Στόν 15ο Ὕμνο του μποροῦμε νά βροῦμε τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών γιά τό μυστικό γάμο στή πιό ὁλοκληρωμένη ἀνάπτυξή της. Ἡ γλώσσα τοῦ ἁγίου Συμεών σ’ αὐτόν τόν Ὕμνο σκανδάλιζε πολλούς ἀπό τούς συγχρόνους του, ὅπως σκανδαλίζει ἀκόμα ὁρισμένους καί τῆς δικῆς μας ἐποχῆς, πού εἶναι ἀλλεργικοί στή γλώσσα τῶν μυστικῶν.

"Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστός ἡμῶν...
καί χείρ Χριστός καί ποῦς Χριστός ἐμοῦ τοῦ παναθλίου...
ἀσχημοσύνην σώματος ὅλως μή καθορῶντες,
ἀλλ’ ὅλοι ὅλῳ σώματι Χριστῷ ὁμοιωθέντες."

Ὁ σκοτισμός τοῦ νοῦ μας εἶναι πού δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά καταλάβουμε αὐτά τά μυστήρια. Ὁ Ἅγιος Συμεών λοιπόν συνεχίζει σάν ν’ ἀπευθύνεται σ’ ἕναν φανταστικό ἀντιρρησία.

"Εἰ τοίνυν σύ ἐνδέδυσαι σαρκός σου τήν αἰσχύνην
τό φῶς ἰδεῖν οὐκ ἴσχυσας σκότει κεκαλυμμένος,
ἐγώ σοι τί ποιήσαιμι, τά φρικτά πῶς σοι δείξω."

Αὐτό τό θέμα τοῦ μυστικοῦ γάμου, αὐτές οἱ γαμήλιες εἰκόνες δέν εἶναι γενικά ξένες πρός τήν παράδοση τῶν ἑλλήνων Πατέρων. Οἱ μυστικοί συγγραφεῖς ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, γιά νά μήν ἀναφέρουμε παρά μονάχα αὐτούς, χρησιμοποιοῦν αὐτές τίς εἰκόνες, ὅταν μιλοῦν γιά τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέει πάνω κάτω τό ἴδιο πρᾶγμα, διακρίνεται ὅμως ἀπό τό θάρρος καί τόν τολμηρό ρεαλισμό στίς περιγραφές του, πού δανείζεται ἀπό τόν φυσικό ἔρωτα καί τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος.

Αὐτό ὅμως πού κυρίως τόν ἀπασχολεῖ εἶναι νά δείξει τήν πληρότητα τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου, πού πῆρε πάνω Του ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση, τό ἀνθρώπινο σῶμα καί συνεπῶς ὅλα του τά ὄργανα. Ἔτσι ὥστε τό ἀνθρώπινο γένος, ἔχοντας χάσει τήν ἀθανασία, νά μήν σβήσει, ἀλλά νά διατηρηθεῖ διά τῆς τεκνοποιήσεως. Ὁ ἅγιος Συμεών πιστεύει πώς ὅλο τό ἀνθρώπινο σῶμα μέ τά μέλη του, δοξασμένο ἐξ ἀρχῆς ἐπειδή ἀκριβῶς δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, πρέπει νά μεταμορφωθεῖ καί νά ἑνωθεῖ μέ τό Χριστό μ’ ἕναν τρόπο μυστικό, μαζί μέ τήν ψυχή πού εἶναι ἡ νύμφη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ διακαής του πόθος γιά τό κάλλος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔρως του, στρέφεται πάντα πρός τόν Θεό, τόν Χριστό μόνο.

Διασκευή τοῦ π. Γεωργίου Καλαντζῆ ἀπό τό βιβλίο "Μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ"

γγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῆ Θεοτόκω το, Χαῖρε· (τρεῖς φορές) καί σύν τῆ ἀσωμάτω φωνῆ, σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε, ἐξίστατο καί ἵστατο, κραυγάζων πρός αὐτήν τοιαῦτα.

Χαῖρε, δἰ ἦς ἡ χαρά ἐκλάμψει· χαῖρε, δἰ ἦς ἡ ἀρά ἐκλείψει.

Χαίρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καί Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.

Χαῖρε, ὅτι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τόν Ἥλιον· χαῖρε, γαστήρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δἰ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δἰ ἧς βραφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτήν ἐν ἁγνεία, φησί τῶ Γαβριήλ θαρσαλέω· Τό παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῆ ψυχῆ φαίνεται· ἀσπόρου γάρ συλλήψεως τήν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων·

Ἀλληλούϊα

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρός τόν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν, Υἱόν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Προς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόφω, πλήν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τό προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τό κεφάλαιον.

Χαῖρε, κλίμαξ ἐπουράνιε, δἰ ἥς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν.

Χαῖρε, τό τῶν Ἀγγελων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τό τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.

Χαῖρε, τό φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τό πῶς, μηδένα διδάξασα.

Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν, καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρός σύλληψιν τῆ Ἀπειρογάμω· καί τήν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρόν ὑπέδειξεν ἡδύν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῶ ψάλλειν οὕτως·

Ἀλληλούϊα

 Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τήν μήτραν, ἀνέδραμε πρός τήν Ἐλισάβετ· τό δέ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνόν τόν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε· καί ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρός τήν Θεοτόκον.

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.

Χαῖρε, γεωργόν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργόν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.

Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν, οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.

Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.

Χαῖρε, Θεοῦ πρός θνητούς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρός Θεόν παῤῥησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσήφ ἐταράχθη, πρός τήν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καί κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθών δέ σου τήν σύλληψιν έκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη·

Ἀλληλούϊα

κουσαν οἱ Ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τήν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καί δραμόντες ὠς πρός Ποιμένα, θεωρούσι τοῦτον ὡς ἀμνόν ἄμωμον, ἐν τῆ γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ἥν ὑμνοῦντες εἶπον.

Χαῖρε, ἀμνοῦ καί ποιμένος Μήτηρ· χαῖρε, αὐλή λογικῶν προβάτων.

Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.

Χαῖρε, ὅτι τά οὐράνια συναγέλλεται τῆ γῆ· χαῖρε, ὅτι τά ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τό ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τό ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, στερρόν τῆς πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρόν τῆς χάριτος γνώρισμα.

Χαῖρε, δἰ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης· χαῖρε, δἰ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Θεοδρόμον Ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῆ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλη· και ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δἰ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιόν Ἄνακτα· καί φθάσαντες τόν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, αὐτῶ βοῶντες.

Ἀλληλούϊα

 Ἴδον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσί τῆς Παρθένου, τόν πλάσαντα χειρί τούς ἀνθρώπους· καί Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καί δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καί βοῆσαι τῆ Εὐλογημένη.

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὑγή μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τήν κάμινον σβέσασα· χαῖρε τῆς Τριάδος τούς μύστας φωτίζουσα.

Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον, ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· Χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.

Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.

Χαῖρε, πυρός προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογός παθῶν ἀπαλλάτουσα.

Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγέ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Κήρυκες θεοφόροι γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τήν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τόν χρησμόν, καί κηρύξαντές σε τόν Χριστόν ἅπασιν, ἀφέντες τόν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μή εἰδότα ψάλλειν.

Ἀλληλούϊα

 Λάμψας ἐν τῆ Αἰγύπτω, φωτισμόν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τό σκότος· τά γάρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μή ἐνεγκαντά σου τήν ἰσχύν πέπτωκεν· οἱ τούτων δέ ῥυσθέντες, ἐβόων πρός τήν Θεοτόκον.

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τήν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τόν δόλον ἐλέγξασα.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα, Φαραώ τόν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα, τούς διψῶντας τήν ζωήν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε, οδηγῶν τούς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.

Χαῖρε, τροφής τοῦ Μάννα διάδοχε· χαῖρε τρυφῆς ἁγίας διάκονε.

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἦς ῥέει μέλι καί γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βράθος αὐτῶ, ἀλλ' ἐγνώσθης τούτῳ καί Θεός τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη, σου ήν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων:

Ἀλληλούϊα

 Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ'  αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καί φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν ἄφθορον· ἵνα τό θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·

Χαῖρε, τό ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τό στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τόν βίον ἐμφαίνουσα.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ'  οὗ σκέπτονται πολλοί.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγόν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτήν αἰχμαλώτοις.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγxώρησις.

Χαῖρε, στολή τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργή πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενοθῶμεν τοῦ κόσμου, τόν νοῦν εἰς αὐρανόν μεταθέντες· διά τοῦτο γάρ ὁ ὑψηλός Θεός, ἐπί γῆς ἐφάνη ταπεινός ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρός τό ὕψος, τούς αὐτῶ βοῶντας·

Ἀλληλούϊα

 Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος. Λόγος· συγκατάβασις γάρ Θεϊκή, οὐ μετάβασις δέ τοπική γέγονε· καί τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπί τῶν Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπί τῶν Σεραφείμ.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτό ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καί λοχείαν ζευγνῦσα.

Χαῖρε, δἰ ἧς ἐλύθη παράβασις· χαῖρε, δἰ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.

Χαῖρε, ἡ κλείς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας· χαῖρε, ἐλπίς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τό μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τόν ἀπρόσιτον γάρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτόν ἄνθρωπον, ἡμῖν μέν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δέ παρά πάντων οὕτως·

Ἀλληλούϊα

 Ρήτορας, πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπί σοί Θεοτόκε· ἀποροῦσι γάρ λέγειν το, πῶς και Παρθένος μένεις, καί Παρθένος μένεις, καί τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δέ τό Μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν.

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἀλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοί συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθυσαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τάς πλοκάς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τάς σαγήνας πληροῦσα.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλούς ἐν γνώσει φωτίζουσα

Χαῖρε, ὁλκάς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμήν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Σῶσαι θέλων τόν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων Κοσμήτωρ, πρός τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καί ποιμήν ὑπάρχων ὡς Θεός, δἰ ἡμάς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίω γάρ τό ὅμοιον καλέσας, ὡς θεός ἀκούει.

Ἀλληλούϊα

 Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καί πάντων τῶν εἰς σά προστρεχόντων· ὁ γάρ τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητής Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῆ μήτρα σου, καί πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας.

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.

Χαῖρε, ἀρχηγέ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγέ θεϊκῆς ἀγαθότητος.

αῖρε, σύ γάρ ἀνεγέννησας τούς συλληφθέντας αἰσχρώς· χαῖρε, σύ γάρ ἐνουθέτησας τούς συληθέντας τόν νοῦν.

Χαῖρε, ἡ τόν φθορέα τῶν φρενῶν καταργούσα· χαῖρε, ἡ τόν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.

Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστούς Κυρίω ἁρμόζουσα.

Χαῖρε, καλή κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῶ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γάρ τῆ ψάμμω ὠδάς, ἄν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοί βοῶσιν.

Ἀλληλούϊα

 Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρώμεν τήν ἁγίαν Παρθένον· τό γάρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρός γνῶσιν θεϊκήν ἅπαντάς, αὐγῆ τόν νοῦ φωτίζουσα, κραυγῆ δέ τιμωμένη ταῦτα.

Χαῖρε, ἀκτίς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολίς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ἀστραπή τάς ψυχάς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντή τούς ἐχθρούς καταπλήττουσα.

Χαῖρε, ὅτι τόν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν' χαῖρε, ὅτι τόν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τόν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τόν ρύπον.

Χαῖρε, λουτήρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατήρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.

Χαῖρε, ὀσμή τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωή μυστικής εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δἰ ἑαυτοῦ, πρός τούς ἀποδήμους τῆς αὑτοῦ χάριτος· καί σχίσας τό χειρόγραφον, ἀκούει παρά πάντων οὕτως.

Ἀλληλούϊα

 Ψάλλοντές σου τόν Τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε· ἐν τῆ σῆ γάρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῆ χειρί Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας.

Χαῖρε, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, Κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῶ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρέ τῆς ζωής ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον Ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τό ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δἰ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δἰ ἧς ἐχθροί καταπίπτουσι.

Χαῖρε, χρωτός τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 Ὤ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τόν πάντων Ἀγίων ἁγιώτατον Λόγον (τρεῖς φορές) δεξαμενή τήν νῦν προσφοράν, ἀπό πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντάς· καί τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τούς σοί βοῶντας.

Ἀλληλούϊα

 

... Ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος δὲν εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Πορφύριο, ἀλλὰ διάβαζε ἔστω καὶ λίγα ἀπ᾿ ὅσα γράφτηκαν γι᾿ αὐτὸν, δὲν θὰ δυσκολευόταν νὰ συμπεράνει πὼς ὁ Γέροντας ὑπῆρξε πνευματικὸς ἄνθρωπος πατερικῶν προδιαγραφῶν καὶ πὼς ἡ διδασκαλία του χειραγωγεῖ μὲ ἀσφάλεια σηματωροῦ στὴ γνήσια πνευματικὴ ζωή. Ὅ,τι ἀκολουθήσει θὰ εἶναι κάποιες ἁπλὲς νύξεις καὶ ἐπισημάνσεις γιὰ τὸ θέμα.

«Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν» θὰ προσπαθήσουμε, ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν νὰ φέρουν ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ λόγου τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου.

Ὁ Γέροντας Πορφύριος δὲν ξεχωρίζει τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου οὔτε τοποθετεῖ στεγανὰ καὶ διαχωρισμούς. Εἶναι ὁ ἴδιος ἀκέραιος καί ἀρνεῖται τοὺς ὅποιους μονισμοὺς ἢ ἀκρωτηριασμοὺς στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐνῶ δίνει μεγάλη σημασία στὸ ἐνδιαφέρον γιὰ λειτουργική ζωή, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πατερικῶν κειμένων ἀκόμη καί στοὺς ὑμνολογικοὺς κανόνες καὶ τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, παράλληλα ὑποδεικνύει τὸν περίπατο στὴν ὕπαιθρο καὶ τὴν πορεία στὴν ἐξοχή, τὴν καλλιέργεια τῶν φυτῶν, τῶν λουλουδιῶν καὶ τῶν δένδρων, ἀκόμη καὶ τὴν ἐνασχόληση «μὲ τὴν τέχνη, τὴ μουσικὴ κ.λπ. καὶ πιστεύει ὅτι καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπιδροῦν «σὰν φάρμακα», ποὺ βοηθοῦν στὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ ἀτόφιος καὶ ἀκέραιος ἄνθρωπος, ποὺ θέλει ἀτόφιους καὶ χαρούμενους καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους. Βλέπει ὅλα τὰ πράγματα καὶ ὁλόκληρη τὴν κτίση ὡς ἀναγωγικὰ καὶ ὁδηγητικὰ πρὸς τὸν Χριστό. «Ὅλα εἶναι ἅγια, καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ μπάνιο καὶ τὸ φαγητό. Ὅλα νὰ τὰ χαίρεστε. Ὅλα μᾶς πλουτίζουν, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὴ μεγάλη Ἀγάπη, ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Χριστό».
Ὁ Γέροντας Πορφύριος μιλοῦσε γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ βιώματα ποὺ ὁ ἴδιος ζοῦσε. Ἔλεγε, «ὅταν βρεῖς τὸν Χριστό, σοῦ ἀρκεῖ, δὲν θέλεις τίποτ’ ἄλλο. Γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος. Ζεῖς παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ὁ Χριστός. … στὸν οὐρανὸ μὲ τοὺς ἀγγέλους καί μὲ τοὺς ἁγίους, στὴ γῆ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὰ φυτά, μὲ τὰ ζῶα, μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα.
Αὐτὴ ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι σχέση ἀγαπητική, ἐρωτική, ἀλλὰ καὶ μυστική.

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου