Πνευματικά Κείμενα

Είθε η ανάγνωση και ο στοχασμός επάνω στα κείμενα αυτά, να είναι αφορμή προσευχής και αναφοράς στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και τον προστάτη μας Άγιο Γεράσιμο

Ἡ πραγματικότητα ποὺ ζοῦμε εἶναι καταπιεστική, πέρα ἀπὸ τὰ ὄρια, δηλαδὴ ζοῦμε μιὰ ἀνελεύθερη κατάσταση, ὁ καθένας ἀπὸ ἰδιαίτερες προσωπικὲς του συνθῆκες ποὺ τὸν καταπιέζουν, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς δυσερμήνευτες καταστάσεις ποὺ βιώνουμε ὅλοι μας.

Ὁ τρόμος ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς παρουσίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ὁ πόνος ἀπὸ τὶς εἰδήσεις γιὰ ἀσθένεια καὶ θανάτους τόσων ἀνθρώπων, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ γνωστῶν καὶ δικῶν μας προσώπων. Τὰ φυσικὰ φαινόμενα -ἀνεμοστρόβιλοι, σεισμοί, καταποντισμοί, τραγικὲς πλημμύρες.
Τὰ μέτρα ποὺ λαμβάνει ἡ πολιτεία στὸ ὃνομα τῆς προστασίας τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν, τοῦ συστήματος ὑγείας, τοῦ καθ’ ἑνὸς μας προσωπικά, εὔλογα καὶ ἀναγκαῖα μὲν, ἀλλὰ χωρὶς ἀμφιβολία περιορίζουν τὴν ἐλευθερία κινήσεως, δραστηριοτήτων, ἐκδηλώσεως συναισθημάτων, συμμετοχῆς στὴν κοινὴ λατρεία καὶ πλείστων ἄλλων ἀνελευθεριῶν καὶ ἀρνητικῶν συνεπειῶν π.χ. καταθλίψεων, οἰκονομικῶν προβλημάτων κ.ἄ.
Ἡ μὴ δυνατότητα πρόσβασης σὲ ὅλες τὶς εὐκαιρίες-δυνατότητες, γεγονότα εἴτε ἀπὸ τὸν πολιτειακὸ νόμο, εἴτε ἐκ λόγου οἰκονομικῶν, εἴτε ἐκ προσωπικῶν ἀδυναμιῶν.

Εἶναι πάρα πολλὲς οἱ περιπτώσεις, οἱ λειτουργίες τοῦ τούτου κόσμου, οἱ ὅποιες ἀνώτερες δυνάμεις καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἐκφρασμένες, ποὺ μᾶς συνθλίβουν καὶ περιορίζουν ἤ τουλάχιστον αἰσθανόμεθα ὅτι μᾶς περιορίζουν, ὅτι μᾶς στεροῦν τὴν ἐλευθερία μας.
Ἐπομένως εἶναι μὲν πάντοτε ἐπίκαιρο τὸ θέμα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἰδιαίτερα σήμερα ὅμως περισσότερο ἀπὸ ὅποια ἄλλη ἐποχή.

Σὲ λίγες μέρες ἔρχονται τὰ Χριστούγεννα, ἑορτὴ ἡ ὁποία εἶναι μία ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ἑορτῶν τῆς Χριστιανοσύνης. Ἡ μητρόπολη τῶν ἑορτῶν, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Θὰ ἑορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα καὶ θὰ θυμηθοῦμε τὸ πῶς γεννήθηκε στὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.
Ἰησοῦς! Τὸ ὀμορφότερο καὶ γλυκύτερο ὄνομα ποὺ ἀκούστηκε στὸν πλανήτη τῆς γῆς. Ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τὸ πιὸ παρεξηγημένο ὄνομα ποὺ ἔγινε αἰτία διαχωρισμοῦ τοῦ κόσμου μας στὰ δύο. Στοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς ἀπίστους. Στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἐφαρμόσουν στὴ ζωὴ τους τὰ διδάγματα τοῦ Χριστοῦ καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἐνάντιοι τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ στὴ Βηθλεέμ γεννιόταν ὁ Χριστός, ὁ Ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ κόσμος μας χωρίστηκε στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ στὴν μετὰ Χριστὸν ἐποχή.


Ἰησοῦς! Εἶναι τὸ γλυκύτερο ὄνομα. Γιατί; Ἐπειδὴ τὸ ὕμνησαν πρῶτα ὄχι ἄνθρωποι ἀλλὰ οἱ ἄγγελοι. Καὶ τοῦτο συνέβη ὅταν οἱ ἄγγελοι στὴ Βηθλεέμ ἔψαλλαν ἐνώπιον τῶν ποιμένων τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ἰησοῦς! Εἶναι ἀκόμα τὸ ἁγιότερο πρόσωπο τῆς ἱστορίας. Εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη καὶ ἱερὴ μορφὴ ὅλων τῶν αἰώνων. Ἡ παρουσία Του πάνω στὸ πρόσωπο τῆς γῆς στάθηκε βάλσαμοπαρηγοριᾶς γιὰ κάθε πονεμένο ἄνθρωπο. Στοὺς θλιβομένους εἶναι ἡ παραμυθία. Ὁ Χριστὸς εἶναι τέλος, τὸ κυριότερο, ὁ Σωτήρας μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Εἶναι ὁ λυτρωτὴς τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα γεννιέται ἀπὸ Παρθένο, μὲ τρόπο ποὺ δὲν μπορῶ νὰ περιγράψω, Ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ τρόπο ἀνέκφραστο πρὶν ἀπ' ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ἀλλὰ τότε γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα κατὰ τὴ θεία φύση Του, δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, καὶ ὅπως γνώριζε ὁ Πατέρας. Σήμερα γεννήθηκε πάλι, ὄχι ὅμως σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσης, ἀλλὰ ὅπως γνωρίζει ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἡ προαιώνια γέννησή Του εἶναι ἀληθινή, καὶ ἡ ἐπίγεια ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητη καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς ἀπὸ τὸ Θεὸ γεννήθηκε Θεός, καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς γεννήθηκε ὁ Ἴδιος ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ Παρθένο. Συνεπῶς οὔτε ἡ προαιώνια γέννησή Του μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ, οὔτε ἡ ἔλευσή Του στὴ γῆ ἐπιδέχεται κατανοήσεως.

«Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα
Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν» (Γεν. Α΄, 27), ἠθικῶς ἐλεύθερον.

Ἡ ἐλευθερία ἰδίωμα ἀναπόσπαστον εἶναι τοῦ Θεοῦ καί κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ ἀνθρώπου, ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Ἀρχέγονον χάρισμα.
Ὁ ἄνθρωπος πλασθείς ἵνα εἰκονίζῃ ἐπί τῆς γῆς μικρογραφικῶς τήν ἀπειρομεγέθη εἰκόνα τοῦ Θείου Δημιουργοῦ, ἔδει νά φέρῃ ἐν ἑαυτῷ τάς τοῦ Θεοῦ ἰδιότητας ἐν σχετικῇ ἀναφορᾷ.

Ὡς εἰκών τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, ὡς νοερὰ φύσις εἶναι ὄν αὐτοσυνείδητον, ἐλεύθερον καί αὐτεξούσιον.
Ἡ ἐλευθερία ἄρα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του. Ἄνευ τῆς ἐλευθερίας ὁ ἄνθρωπος θά ἦτο ἰσότιμος πρός τά λοιπά ζῶα.
Ἡ νοερά τοῦ ἀνθρώπου φύσις ἀπαιτεῖ ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τήν ἠθικήν ἐλευθερίαν καί τό αὐτεξούσιον καί ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπον ὄν ἠθικόν καί εἰκόνα Θεοῦ˙ διό ὁ ἄνθρωπος, νοερός ὤν, ἐγένετο ἐλεύθερος καί αὐτεξούσιος.
Ἡ νοερά φύσις, ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὡς κινοῦσα αὐτή ἑαυτήν, ὡς νοοῦσα ἑαυτήν καί τά περί αὐτήν, ὡς ἔχουσα καί ὡς δυνατόν νά ἔχῃ τήν βουλομένη γνῶσιν, εἶνε ἐλευθέρα, καί ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄν ἠθικῶς ἐλεύθερον καί ἀνεξάρτητον. ...

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας - ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, παλαιοὶ καὶ σύγχρονοι - συγκροτοῦν τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Βρίσκονται μεταξύ μας, στὴ γειτονιὰ μας, στὴ δουλειά μας, στὸ σπίτι μας. Δὲν τοὺς ὑποψιαζόμαστε. Τοὺς προσπερνοῦμε στὸ δρόμο. Τοὺς ἀγνοοῦμε. Κι αὐτὴ ἡ ἄγνοια τοὺς εὐνοεῖ. Ἀγαποῦν τὴν ἀφάνεια, τὴν περιφρόνηση. Κινοῦνται ἔτσι ἐλεύθερα. Προσεύχονται ἀενάως. Εὐεργετοῦν ἀγνώστως καὶ ἀθορύβως.

Ἐμεῖς ὅμως τοὺς θυμόμαστε συνήθως στὶς θλίψεις ποὺ ἐξανθρωπίζουν τὸν ἄνθρωπο ἢ σὲ γεγονότα τραγικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ βροῦν τὸν καθένα μας.
Τότε ζητᾶς καὶ βρίσκεις τοὺς Ἁγίους. Σχηματίζεις ἄλλο κύκλο γνωστῶν. Βρίσκεις τοὺς χαμένους, τοὺς μὴ ὄντας, τοὺς ταπεινοὺς ἀλλὰ εὐρύχωρους, αὐτοὺς ποὺ ὁ πόνος τοὺς ἔκαμε γνήσιους. Μένεις μαζί τους. Κάθεσαι, ἀκοῦς, βλέπεις. Δὲν κάνεις τίποτε, μόνο ὑφίστασαι τὴν ἀθόρυβη ἀκτινοβολία, ποὺ ἐκπέμπεται ἀφειδῶς καὶ ἱερῶς ἀπὸ αὐτούς. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀκτινοβολία τῆς θείας ζωῆς, σὲ θωπεύει, σὲ θεραπεύει, σοῦ ἐπουλώνει τὶς πληγές. Συγκροτεῖ τὸ εἶναι σου, καλλιεργεῖ τὴν ψυχή σου, οὐσιοποιεῖ τὴν ὑπόστασή σου. Σὲ κάνει εὐαίσθητο, σοῦ χαρίζει παρηγοριά, ποὺ εἶναι ἀγάπη καὶ πλησμονὴ ζωῆς. Νιώθεις ὄχημα χαρᾶς, «σκεῦος ἐκλογῆς», δημιούργημα Ἀγάπης προαιωνίου, ποὺ σαρκοῦται ἐν χρόνῳ. Περνᾶς συνειδητὰ σὲ χῶρο καὶ χρόνο λειτουργικό. Ζεῖς «σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις». Ἡσυχάζεις, καὶ σιωπηλὰ ἢ κραυγαλέα δοξολογεῖς ἀέναα Αὐτὸν ποὺ εἶναι τὸ Α καὶ Ω, τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποὺ φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο στὸν κόσμο.

Βίος Ἁγίου Νεκταρίου

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, κατὰ κόσμον Ἀναστάσιος, τὸ πέμπτο ἀπὸ τὰ ἔξι παιδιὰ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Βασιλικῆς Κεφαλᾶ, γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Σηλυβρία τῆς Θράκης.
Τὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς καὶ στὶς 15 Ἰανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ὀνομασθεὶς Νεκτάριος, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο.
Τὸ 1886 ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου Δ΄ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ στίς 15 Ἰανουαρίου 1889 Μητροπολίτης Πενταπόλεως μὲ δράση καταπλητικὴ καὶ ἔνεκα αὐτοῦ ἦταν βασικὸς ὑποψήφιος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου Ἀλεξανδρείας.
Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου διετέλεσε ἱεροκύρηκας Εὐβοίας (1891-1893), Φθιώτιδας καὶ Φωκίδας (1893-1894) καὶ διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὴν Ἀθήνα (1894-1904).


Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σοφρωνίου (1899), ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐκλήθη νὰ τὸν διαδεχθεῖ, ἀλλά ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε.
Τὸ 1904 ἴδρυσε γυναικεία μονὴ στὴν Αἴγινα, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πνευματικὸς καὶ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ 1908, μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴ Ριζάρειο Σχολή.
Ἔγραψε ἀρκετὰ συγγράμματα, κυρίως βοηθητικὰ τοῦ θείου κηρύγματος, ἀλλὰ κυρίως ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία του ὑπῆρξαν παροιμιώδεις.
Ἐκοιμήθη τὴν 8η Νοεμβρίου 1920. Ἐνταφιάστηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα. Μὲ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διακηρύχθηκε ἅγιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸ 1961.

Λόγος περὶ προσευχῆς
Ἡ ἀληθινὴ, ἡ ἀπερίσπαστος, ἡ ἀρρέμβαστος εὐχὴ, «ἡ μετ’ ἐκτενείας, μετ’ ὀδυνωμένης ψυχῆς, μετὰ συντεταγμένης διανοίας γινομένη, διάλεξις ἐστι πρὸς τὸν Θεόν». ...

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου