Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Εἴθε νὰ μὴν εἶναι λόγια καθιερωμένου χαιρετισμοῦ, ἀλλὰ εὐχὴ βιώματος!
Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα, ἑνωμένοι καὶ ὄχι χωρισμένοι σὲ ἐρωτῶντες καὶ ἀπολογούμενοι, ἀλλὰ ἀλληλοκατανοοῦντες καὶ ἐν ἑνότητι εὐχόμενοι. Αὐτὰ καὶ γιὰ μένα καὶ γιὰ ὅλους μας.

Μιὰ ταπεινὴ ἀπάντηση περὶ τοῦ χρόνου τῆς τελέσεως τῆς τελετῆς τῆς Ἀναστάσεως.
Χριστὸς Ἀνέστη καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα! Δὲν ἔχει μεγάλη σημασία ἐὰν ἡ Ἀνάσταση ἔγινε στὶς 21:00 ἢ στὶς 24:00 ἢ στὶς 5:00 τὸ πρωΐ, ἀλλὰ ἐὰν ἡ Ἀνάσταση, γιὰ τὸν κάθε ἱερέα, γιὰ τὸν κάθε πιστό, ἦτο ἑορτὴ, καὶ θεῖος ἔρως, τὸ γεγονὸς «τῆς ἄλλης βιοτῆς», τὸ ξεπέρασμα τοῦ ἀκριτικοῦ τραγουδιοῦ ποὺ παλεύει ὁ Διγενὴς-ὁ καθένας μας μὲ τὸ χάρο στὰ μαρμαρένια ἀλώνια.
Ἐὰν ναὶ Ἀληθῶς «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ θάνατος κατήργηται» καὶ μαζὶ καὶ κάθε φόβος καὶ κάθε διχογνωμία καὶ εἶναι ἑπομένως ὤς γιὰ τὸν καθένα μας βίωμα «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασόμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» γιὰ νὰ μὴν παραμένουμε «ἀνέορτοι καὶ ἀνέραστοι», παραπονούμενοι καὶ διχογνωμοῦντες, ὁπόταν καὶ τὶς τελετές μας καὶ τὰ πανηγύρια μας καὶ τὶς εὐχές μας, δὲν θὰ βδελήσεται ὁ Θεός. Αὐτὰ τὰ λίγα πρῶτα γιὰ μένα καὶ γιὰ ὅποιον καλοπροαίρετα ἀκούει.

Ὁ μόλις προηγηθεὶς ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς τῆς Μεσοπεντηκοστῆς μᾶς εἰσαγάγει εἰς τὸ μεγαλεῖο τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς.
Οἱ ἑορτὲς εἶναι εὐκαιρίες γιὰ ἀνείπωτη χαρά, ὁλοκλήρωμα ἀγαπητικῆς ἐπικοινωνίας καὶ εὐκαιρίες γιὰ ἀφύπνιση καὶ ἄγγιγμα γιὰ τὸν καθένα μας, νὰ ἀκούση τὸ μήνυμα, νὰ δεχθῆ τὴν πρόσκληση καὶ νὰ πάρη τὴν μεγάλη ἀπόφαση!!!

Τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτή τῆς «Μεσοπεντηκοστῆς» ποὺ μὲ τὸ ἐπίσημο τυπικό της, τὰ ἐκλεκτά της τροπάρια καὶ τοὺς διπλούς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καὶ τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μὲ τὰ ἀναγνώσματά της καὶ τὴν ἐπίδρασί της στὶς πρὸ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν Κυριακὲς καὶ μὲ τὴν παράταση τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρες, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο της ὡς Δεσποτικὴ ἑορτή.

Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἡμέρα ἀπὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἡ 25η πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς σημαίνεται καὶ εἰς τὸ παρὸν τροπάριον τοῦ ἑσπερινοῦ:
«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν, τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων Ἐγέρσεως (Ἀναστάσεως) Πεντηκοστῇ δὲ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καὶ λάμπει τὰς λαμπρότητας ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα καὶ ἑνοῦσα τὰς δύο καὶ παρεῖναι τὴν δόξαν προφαίνουσα τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχῃ δικό της θέμα συνδυάζει τὰ θέματα, τοῦ Πάσχα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ᾽ ἑτέρου καὶ «προφαίνει» τὴν δόξαν τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ ἑορτασθῇ μετὰ ἀπὸ 15 ἡμέρες, ὁ Χριστὸς σὰν Μεσσίας – μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, «μεσίτης καὶ διαλλακτὴς ἡμῶν καὶ τοῦ αἰωνίου Αὐτοῦ Πατρός».
Οἱ ἑορτὲς δὲν γίνονται γιὰ νὰ σχολάζουμε ράθυμα, ἀλλὰ κάθε ἑορτή, κάθε Θεία Λειτουργία, κάθε ἀκολουθία, εἶναι ἕνα προσωπικὸ κάλεσμα-πρόσκληση γιὰ τὸν καθένα μας καὶ συγχρόνως προσωπικὴ ἀναζήτηση γιὰ συνάντηση μὲ τὸν Χριστό.

Ὅταν βαπτίζεσαι, ὅταν λειτουργεῖσαι, ὅταν παθαίνεις τὰ θεῖα, ὅταν ἐνδύεσαι τὸν Χριστὸν καὶ ὑπακούης στὸ θέλημά Του, τότε πορεύεσαι γιὰ τὴν ἄφατη χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι, ἔστω καὶ ἄν περάσης ἀτέλειωτα βάσανα καὶ ἀπρόσμενους πειρασμούς. «Τῆς χαροποιοῦ κατὰ Θεὸν ζωῆς, πάντα λυπηρὰ καὶ ἐπίπονα».
Ὅταν νοιώσης τὴν πρόσκληση, ὅταν συναντηθῆς μὲ τὸν Χριστὸν, ὅταν πραγματικὰ λειτουργηθεῖς, ἄν συνειδητὰ πῆς «ἃς γίνη τὸ θέλημά Σου, Θεέ μου, ὅ,τι κι ἄν μοῦ στοιχίση», τότε ἀλλάζεις ὅλος. Ἐνδύεσαι τὸν Χριστό. Ἀκινητεῖς, μένεις ἐνεός, γεμᾶτος ἔκπληξι, γίνεσαι ὅλος μιὰ αἴσθησι.
Ἀξιολογεῖς τὰ πάντα διαφορετικά. Εὐφραίνεσαι, περιφρονούμενος. Χαίρεσαι, ὑποτιμώμενος. Βρίσκεις τὸν πλοῦτο, τὴ δόξα καὶ τὸν παράδεισο, ἐκεῖ ὅπου ἄλλοι βλέπουν συμφορὰ καὶ κόλαση.
Παραδίδεσαι στὸν «Λόγο» καὶ στὴν «Ἀκτινοβολία» ποὺ ὑπέστης καὶ ὑφίστασαι διαρκῶς μὲ τὴν πνευματικὴ αὐτὴ «ἐμπειρία» τὴν προσωπικὴ μὲ τὸν Χριστό, ποὺ τὴ δέχτηκες προσωπικά καὶ σὲ σφράγισε, ὡς «σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου».
Ἔκτοτε κυκλοφορεῖς διαφορετικά. Κουβαλᾶς τὴν «ἐμπειρία», παίρνεις ἄλλη ἀγωγή, νήφεις, προσφέρεσαι, δὲν μπορεῖς νὰ αὐθαδιάζης, δὲν μπορεῖς νὰ αὐτοσχεδιάζης.
Μέσα στὸ κλίμα τοῦ «Νέου Νόμου», τῆς θείας ἀγάπης, ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ ζῆ μὲ τὸ νὰ προσφέρεται, ἠρεμεῖ, γαληνεύει, δυναμώνει, ξανανοιώνει. Δὲν τελειώνει ἡ ἡμέρα, δὲν νυκτώνει. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ αὐτοπροσφορὰ κάνει τὸν χρόνο ἄχρονο καὶ αἰώνιο καὶ τὸν χῶρο Παράδεισο, διπλασιάζει τὴ χαρὰ καὶ μισιάζει τὸν πόνο καὶ τὸν κόπο.
Ἀντίθετα, ἂν δουλεύης φίλαυτα, μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου, ξεχνῶντας τὸν Ἄλλο καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ χρόνος σου τελειώνει ἀμέσως. Ἡ μέρα σου γίνεται νύχτα. Καὶ ἀκοῦς τὴ φωνή: «... ταύτῃη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;»

Οἱ Ἅγιοι, κυρίως στὶς ἑορτὲς τους, μᾶς συνάγουν ὅλους ἀπὸ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀφήνουν ἐλεύθερους νὰ πορευθοῦμε «ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ» μὲ τὴ θέλησή μας καὶ κατὰ τὴ θέληση τοῦ Κυρίου.
Ἄν ἀκούσης τὸ κάλεσμα, ἄν ἀπαντήσης μὲ ὅλη σου τὴν ὕπαρξη, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Του» καὶ ἄν σηκώσης μὲ καρτερία τὸν σταυρὸ ποὺ σοῦ δόθηκε καὶ λὲς «Δόξα τῷ Θεῷ, πάντων ἔνεκεν», τότε θὰ ἔλθη σ’ ὅλη σου τὴν ὕπαρξι χαρὰ ἀνείπωτη, καὶ δι’ αὐτῆς σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Τότε ἡ διψῶσα σου ψυχὴ θὰ ποτισθῆ μὲ νάματα εὐσεβείας θεῖα καὶ θὰ ἀνακράζει:
«Δόξα Σοι Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς».
«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν, εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτὴρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.
Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».

Τότε κατανοεῖς ὅτι τίποτε τὸ στατικὸ δὲν ὑπάρχει στὴ Θεία Λειτουργία, τίποτε τὸ μεμονωμένο. Τὰ πάντα ζοῦν, κινοῦνται ἁρμονισμένα μέσα στὸ ὅλον. Ὅλα παίρνουν νόημα. Ὅλα συγκεντρώνονται. Ὅλα γνωρίζονται. Ἀποκαλύπτεται ἡ φύση καὶ ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς τους μέσα στή «λογικὴ λατρεία», τὴ Λειτουργία τοῦ Λόγου «δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο», ἐκφραζόμεθα καθολικά, μιλοῦμε γιὰ ὅλα, τὰ βλέπουμε ὅλα. Τὰ πάντα γίνονται οἰκεῖα, τίποτε δέν εἶναι ξένο, οὐσιαστικά πρόκειται περὶ ἑνός: τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἡ «εὐλογημένη Βασιλεία τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ποὺ προσδέχεται καὶ ἁγιάζει τὴ δημιουργία. Εἶναι ἡ ἄκτιστη Χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ καινίζει ὅλη τὴν κτίση.
Μέσα στὴν Λειτουργία, ὅλα ὑπάρχουν ἀλλοιωμένα -πάσχουν τὴν καλὴν ἀλλοίωση-, δοκιμασμένα καὶ ἀνορθωμένα, σταυροαναστάσιμα. Ὁ κατὰ φύσιν, δηλαδὴ ὁ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος κόσμος, μέσα στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ζῆ ὁ ἄνθρωπος, ὡς θεανθρώπινη πραγματικότητα, εἶναι ὁ λειτουργικός χρόνος. Δέν εἶναι οὔτε ἡ ἱστορία σάν χρόνος, οὔτε ἡ δημιουργία σάν χῶρος, οὔτε ἡ λογική, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τέχνη τοῦ πεπτωκότος καὶ τοῦ παραπαίοντος ἀνθρώπου.
Τίποτε δικό μας δέν ἔχουμε. Ὁ Θεός μᾶς δημιούργησε ἐκ τοῦ μή ὄντος καὶ παραπεσόντες μᾶς ἀνέστησε καὶ ἔκαμε τὰ πάντα μέχρις ὅτου μᾶς χάρισε τὴ μέλλουσα Βασιλεία Του.

Μὲ τὴν συναίσθηση αὐτή, ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ ἀναφωνήσει:
«Δὲν θέλω, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ζήσω πολύ. Θέλω νὰ ζήσω μὲ Σένα, διότι τὸ πολύ, τὸ ζωντανὸ καὶ ἀτελείωτο εἶσαι Ἐσύ. Ἔλα καὶ κάμε τὸ θέλημά Σου σὲ μένα. Ἔλα ὅπως θέλεις καὶ ὅταν κρίνης. Ἔλα σὰν αὔρα, σὰν εὐλογία, ἄν τὸ νομίζης σωστό. Ἔλα σὰν κεραυνὸς δοκιμασίας καὶ κατάσκαψέ μου τὸ εἶναι, ἄν νομίζης ὅτι ἔτσι πρέπει. Ξέρω ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ ἀκολουθήση τὴν ἐπίσκεψὴ Σου, μ’ ὁποιοδήποτε τρόπο κι ἄν ἔλθης, θὰ εἶναι αὐτὸ τὸ βαθύτατο ποὺ ἐπιθυμῶ καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐκφράσω, καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ βρῶ πουθενά, ἔξω ἀπὸ Σένα. Γι’ αὐτὸ Ἐσένα ζητῶ καὶ περιμένω. Ἔχω ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ ἔρχομαι πρὸς Σέ. Ἔρχομαι ἄρρωστος, ὅπως εἶμαι, καὶ ἐγκαταλείπω σὲ Σένα τὴ ζωή μου ἅπασα καὶ τὴν ἐλπίδα».
Τὸ Φῶς τοῦ προσώπου Του δὲν θαμπώνει, ἀλλὰ φωτίζει. Ἡ μεγαλοπρεπής Του δόξα δὲν ἐξουθενώνει, ἀλλὰ ἀνακουφίζει καὶ σώζει.

Ἡ προσφορὰ στὸ Θεὸ καθενὸς πράγματος -«κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα» στὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα- ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τόν ἁγιασμό του.
Ἡ ζωή καὶ ἡ θέληση ποὺ προσφέρεται στὸ Θεὸ καθαγιάζεται ἄμεσα καὶ ἀναφαίρετα. Ἡ προσφορὰ τοῦ σχετικοῦ καὶ φθαρτοῦ, μὲ διάθεση εὐγνωμοσύνης, φέρει τήν αὔξηση τοῦ ἁγίου, τοῦ αἰωνίου καὶ πνευματικοῦ.
«Δός αὐτοῖς Κύριε ἀντὶ τῶν φθαρτῶν τὰ ἄφθαρτα» (Λειτουργία Μ. Βασιλείου).
Ἔτσι ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ μὲ τὸ νὰ εἶναι προσφορά, γίνεται αὔξηση πνευματικὴ. Δέν καταβάλλεται, ἀλλὰ ἀναγεννᾶται, γιατὶ πρίν τόν καταβάλλει ὁ χρόνος, τὰ γεράματα, ἡ ἀρρώστια, αὐτός τὴ δύναμη καὶ τὴ ζωὴ του, τὰ ἔδωσε στὸ Θεὸ καὶ πῆρε τὴ Χάρη. Ἁγιάστηκε στήν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ δέν τόν καταβάλλει τώρα ὁ χρόνος, τὰ γεράματα, ἡ ἀρρώστεια. Δὲν φοβᾶται κανέναν ἱό, κανένα ἐμβόλιο.

Ἡ χαρὰ, ἡ ζωὴ καὶ ἡ νιότη του ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του καὶ τοῦ θανάτου καὶ ὁδεύει «ἐπὶ τὸ ἀόριστον» τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος.
Στὸ τέλος ὁ θάνατος καὶ τὸ σωματικὸ θάψιμο τοῦ πιστοῦ στὴ γῆ εἶναι ἡ τελευταία ἐπίγεια πράξη καθολικῆς προσφορᾶς. Δέν ἀντιστέκεται μάταια στὸ θάνατο. Ἔμαθε ὅτι ἡ προσφορὰ εἶναι αὔξηση καὶ ζωὴ. Τώρα σὰν ἄρτος τὸ σῶμα του, ἀνενέργητο, προσφέρεται στὴν ἀνεξιχνίαστη θεία βουλή. Δέν θάπτεται σὰν νεκρός νικημένος ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ἢ τὸ χρόνο. Προσφέρεται πιὸ πολὺ ὡς δῶρο λειτουργικὸ ποὺ καθολικὰ δίδεται. Πέθανε ἑκούσια κατὰ τὴ θέληση, τὸ φόβο, τὴν κακία, πρὶν πεθάνει βιολογικά. Πέθανε κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ σὲ ὅσα αὐτὸς διαφέντευε, τὰ παρέδωσε ὅλα («ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»), γιὰ νὰ μπῆ μέσα του, Νοικοκύρης καὶ Ἀφεντικό, ὁ Αἰώνιος καὶ Ἄφθαρτος.
Ἔτσι καὶ τὴν τελικὴ θανὴ ποὺ ἔφτασε τὸ σῶμα του, τὴ δέχτηκε σάν τήν ἐπίσκεψη τῆς πατρικῆς στοργῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ σκοπὸ τῆς ὁλοκληρωτικῆς καθάρσεως, ἀναστάσεως καὶ ἐλευθερίας.
Ὄχι μόνο τὴ θέλησή του, ὄχι μόνο τὰ σχέδιά του καὶ τήν ἐλπίδα του, μὰ κι αὐτὸ τὸ σῶμα του προσφέρει τώρα ἀνενέργητο, νεκρό. Τὸ προσφέρει εὐχάριστα μέσα στήν εὐχαριστία -«εὐχαριστοῦντες Θεῷ» (Νεκρώσιμος ἀκολουθία)- γιὰ νὰ ἐνεργήση καὶ σ’ αὐτὸ ἡ καθαγιαστικὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅπως θέλει.

Στὴ λειτουργικὴ τούτη ὥρα τοῦ περασμάτος διὰ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἔχουμε μιὰ κατάδυση καὶ μιὰ ἀνάδυση. Θάπτεται σῶμα σαρκικὸ καὶ ἐγείρεται σῶμα πνευματικὸ.
Ὁ θάνατος καὶ ἡ ταφὴ εἶναι εὐχαριστιακὴ πράξη προσφορᾶς καὶ καθαγιασμοῦ. Δὲν εἶναι στυγνὸ συμβάν, ἀλλὰ ἐπίτευξη τελικῆς προσφορᾶς γιὰ τὴν ἀνατολὴ «ξένης» ἐλπίδας καὶ ζωῆς.
Κάθε μιὰ Εὐχαριστία καταγγέλλει τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου. Κάθε μιὰ Εὐχαριστία καταγγέλλει τὸ θάνατό μας («Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον Σου...») καὶ τόν ἀρραβῶνα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ὅσο πιὸ πολὺ ἡ εὐχαριστιακὴ μετοχὴ (ὁλοκληρωτική προσφορὰ, ποὺ βιώνεται μέχρι θανάτου) εἶναι θάνατος, τόσο πιὸ πολὺ κερδίζει μέσα μας χῶρο καὶ κράτος ἡ ζωή.
Ὅσο ἡ εὐχαριστιακὴ μετοχή εἶναι ἑκούσιος θάνατος, («κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἄδη-μετάνοια»), τόσο νικᾶται ὁ θάνατος, ὁ ἀναπόφευκτος ποὺ ἔρχεται. «Ἄν πεθάνης πρίν πεθάνης, δέν θὰ πεθάνης ὅταν πεθάνης».
Ὅσο ἡ εὐχαριστιακὴ μετοχή εἶναι πράξη ἐλευθερίας τόσο μεταστοιχειώνει τήν ἔσχατη ἀνάγκη, τὸν θάνατον, σ’ αἰώνια ἐλευθερία.
Ἡ ζωὴ ποὺ δὲν ἔχει τὶς ἄπειρες, τὶς ἀπεριόριστες διαστάσεις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς θυσίας μέχρι θανάτου, εἶναι νέκρα καὶ θάνατος.
Ἡ ζωὴ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ἀναφορᾶς, ποὺ εἶναι κραταιὰ ὡς ὁ θάνατος, ἔχει σὰν πύλη της τὴν αἰωνιότητα, χῶρο ἀνοιχτὸ καὶ ἀπέραντο, ἀπελεύθερο ἀπὸ κάθε στένωση καὶ ἄγχος.

Ἀπὸ τὸ «Εἰσοδικὸν» τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη
Διασκευὴ κειμένων π. Γεώργιος Καλαντζῆς